«Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά να δει γενναίες μειώσεις στις τιμές των αγαθών καθημερινής ανάγκης, πρέπει να κάνει πράξη την υπόσχεσή της περί μείωσης των εισφορών υπέρ του ΙΚΑ κατά 5%», λέει υψηλόβαθμο στέλεχος του οργανωμένου λιανεμπορίου, προσθέτοντας: «Οι λοιπές μεταβολές στα κόστη λειτουργίας των επιχειρήσεων δεν επιτρέπουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας για ουσιώδη συμπίεση των τιμών λιανικής»...

Το ίδιο πρόσωπο επισημαίνει ότι η αγορά παραμένει εν αναμονή και σε ό,τι αφορά τις αλλαγές στον αγορανομικό κώδικα και τις αγορανομικές διατάξεις, απ’ όπου θα προκύψουν οικονομίες κλίμακος για τον κλάδο πλην, όμως, θα είναι ορατές μετά την παρέλευση δύο ή τριών ετών. Μένοντας στο ζήτημα των τιμών, σχολίασε ότι η κυβέρνηση εμμένει στο θέμα, χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνει υπόψιν της τα στοιχεία του ΙΕΛΚΑ, σύμφωνα με τα οποία οι προσφορές κι οι εκπτώσεις που διενεργούν οι αλυσίδες από κοινού με τους προμηθευτές τους, έχοντας μάλιστα ενταθεί το τελευταίο διάστημα, έχουν ένα ετήσιο όφελος για τον καταναλωτή της τάξης του 1,4% επί των συνολικών αγορών του. Πρόκειται για μια μεταβολή, η οποία σε απόλυτες αξίες υπολογίζεται στα 120 έως 140 εκατ. ευρώ. Αν στο ποσό αυτό προστεθεί η αξία των δωροεπιταγών που συνεχώς κερδίζουν έδαφος ως ενέργεια προώθησης, τότε το όφελος για τους καταναλωτές υπερβαίνει τα 250 εκατ. ευρώ.

Εξάλλου, στα τέλη του 2012 δεν υπήρξε η ως είθισται ετήσια καταιγίδα των νέων τιμοκαταλόγων χονδρικής, με τις αυξήσεις τιμών που συνοδεύουν κατά παράδοση κάθε νέα χρονιά. «Μεταβολές στους τιμοκαταλόγους καταγράφονται, όμως είναι εξαιρετικά περιορισμένες σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια, με ένα μεγάλο αριθμό προϊόντων να υποτιμώνται», τονίζει γνωστός παράγοντας του λιανεμπορίου, επισημαίνοντας ότι, αν κάτι άλλαξε στην τιμολογιακή πολιτική των προμηθευτών λόγω της κρίσης, είναι το ότι στη πλειονότητά τους οι επιχειρήσεις αλλάζουν πλέον τους τιμοκαταλόγους τους μόνο μια φορά το χρόνο, προβαίνοντας όχι μόνο σε αυξήσεις, αλλά και σε μειώσεις τιμών στα περισσότερα από τα προϊόντα τους. Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι η μεταβολή των τιμών μια φορά τον χρόνο εξοικονομεί και κόστη που σχετίζονται με τη διαχείριση των προϊόντων, ενώ δίνει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να καταλήγουν ευκολότερα σε συγκρίσεις και σε διαπιστώσεις για τις τιμές των αγαθών.

Βοήθεια να ρίξουμε τις τιμές…
Σε ό,τι αφορά τις μειώσεις τιμών, στελέχη του κλάδου εφιστούν την προσοχή όλων στο ότι καταγράφονται σε μεγάλο βαθμό σε προϊόντα κυρίως πολυεθνικών επιχειρήσεων ως απόρροια είτε της τιμολογιακής στρατηγικής που ακολουθούν οι διεθνείς όμιλοι κεντρικά είτε των πιέσεων της ελληνικής κυβέρνησης για μεγαλύτερη αποκλιμάκωση των τιμών. Ως προς το τελευταίο επισημαίνεται ότι πλέον το Υπουργείο Ανάπτυξης δεν παρεμβαίνει συντονισμένα (συναντήσεις, συνεντεύξεις κα), προκειμένου να επιτύχει τις μειώσεις τιμών, αλλά πιέζει διακριτικά και σε κάθε ευκαιρία, σε κατ’ ιδίαν επαφές της ηγεσίας του με επιχειρηματίες ή με υψηλόβαθμα στελέχη του κλάδου.Πάντως, για την αγορά οι παράγοντες αυτοί που θα επέτρεπαν την αισθητή διόρθωση των τιμών ακόμη δεν υφίστανται.

Αντίθετα, όπως τονίζεται, το κόστος του πετρελαίου διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, όπως εξάλλου και του ηλεκτρικού ρεύματος, επιβαρύνοντας τις τιμές των προϊόντων, τα κόστη συσκευασίας παραμένουν ακριβά, ενώ οι τιμές των πρώτων υλών κυμαίνονται σε υψηλά επίπεδα, δρώντας καθοριστικά στη διαμόρφωση των τιμών προς τα άνω. Ταυτόχρονα, οι μειώσεις που καταγράφονται στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα δεν έτυχαν καθολικής εφαρμογής στο οργανωμένο λιανεμπόριο. Αν από κάπου κερδίζει κόστη η αγορά, επισημαίνεται, είναι από τις μειώσεις στα ενοίκια, όπως και από το κόστος επενδύσεων, λόγω των πιέσεων που ασκούνται στις τιμές των ακινήτων.