Σε κλοιό ισχυρών ανατιμητικών πιέσεων βρίσκεται η αγορά του κλάδου. Οι προμηθευτές ανακοινώνουν βροχηδόν αυξημένους τιμοκαταλόγους χονδρικής, μεταφέροντας στη λιανική την ορμή του διεθνούς ανατιμητικού κύματος, που κινεί πλέον ανοδικά τον εγχώριο πληθωρισμό, έχοντας ήδη εκτινάξει στα ύψη το σχετικό δείκτη στην Ευρώπη και την Αμερική.

Σε κλοιό ισχυρών ανατιμητικών πιέσεων βρίσκεται η αγορά του κλάδου. Οι προμηθευτές ανακοινώνουν βροχηδόν αυξημένους τιμοκαταλόγους χονδρικής, μεταφέροντας στη λιανική την ορμή του διεθνούς ανατιμητικού κύματος, που κινεί πλέον ανοδικά τον εγχώριο πληθωρισμό, έχοντας ήδη εκτινάξει στα ύψη το σχετικό δείκτη στην Ευρώπη και την Αμερική. Οι τσέπες των καταναλωτών ήδη έχουν πάρει φωτιά.

H αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου από το επίπεδο των 20 δολαρίων το βαρέλι στις αρχές του έτους στα 75-80 δολάρια το βαρέλι, η διόγκωση των τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος, η εκτίναξη κατά 20%-30% των διεθνών τιμών των πρώτων υλών, ο τετραπλασιασμός ή πενταπλασιασμός του μεταφορικού κόστους –κυρίως σε ό,τι αφορά τις μεταφορές προϊόντων με κοντέινερ από την Κίνα–, όπως και η αύξηση εν γένει της ζήτησης, λόγω της υποχώρησης των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας, σε συνδυασμό με την αδυναμία της παραγωγής να ανταποκριθεί σχετικά, προκαλούν ένα διεθνές ντόμινο ανατιμήσεων στο πεδίο της παραγωγής, που πλέον φτάνει στα ράφια της λιανικής.

Οι συνέπειες είναι πια αισθητές στην Ελλάδα, όπου, πάντως, η αγορά ακολουθεί με σχετική καθυστέρηση, δεδομένου ότι ο πληθωρισμός τον Ιούνιο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ήταν αυξημένος σε ετήσια βάση κατά 1% και σε μηνιαία βάση κατά 0,9%, όταν στην Ευρωζώνη τον Ιούνιο ήταν 1,9% σε ετήσια βάση (2% το Μάιο) και στις ΗΠΑ στο επίπεδο του 5%.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι μεγαλύτερες ανοδικές πιέσεις ασκήθηκαν σε ετήσια βάση από τα προϊόντα διατροφής και τα μη αλκοολούχα ποτά (0,4%), την ένδυση και υπόδηση (0,5%), τη στέγαση (4%) και τις μεταφορές (6,7%). Στον αντίποδα, μειώσεις τιμών καταγράφηκαν στα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό (-02%), τα διαρκή αγαθά, είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες (-0,8%), την υγεία (-1,3%), τις επικοινωνίες (-1,8%) κ.ά.

Πίσω από τις προαναφερόμενες ανατιμήσεις στη λιανική βρίσκεται η εκτίναξη τον Μάιο (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) του δείκτη τιμών παραγωγού, που σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ διαμορφώθηκε στο 13,7% σε ετήσια βάση, όπως και του παραγωγού εξωτερικής αγοράς, που διαμορφώθηκε αντίστοιχα στο 26,8%. Μάλιστα, οι εξελίξεις στους επιμέρους δείκτες των παραγωγών εξωτερικής αγοράς προμηνύουν περισσότερα προβλήματα στην τιμολόγηση των αγαθών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο δείκτης της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού έδειξε τον Μάιο αύξηση 294,6%(!), ο δείκτης παραγωγής προϊόντων διύλισης πετρελαίου έδειξε αύξηση 95,8%, ο δείκτης παραγωγής τροφίμων αύξηση 1,9% και ο δείκτης παραγωγής προϊόντων από καουτσούκ ή πλαστικές ύλες έδειξε αύξηση 6,6%. Όσο για τους δείκτες παραγωγών της εσωτερικής αγοράς, άνοδος 71,3% καταγράφηκε στη διύλιση πετρελαίου, 10,3% στην κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, 4,3% στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου κ.ά., 1,5% στην παραγωγή τροφίμων και 1,2% στην παραγωγή ποτών.

Από τα προαναφερόμενα είναι σαφές ότι το κλίμα, σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των τιμών καταναλωτή, είναι βαρύ όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, ενώ πολύ κρίσιμη είναι η απάντηση στα ερωτήματα ποια θα είναι η ένταση των ανατιμήσεων και ποια η διάρκειά τους. Για την ώρα κανείς δεν μπορεί να τοποθετηθεί σχετικώς με ασφάλεια, αλλά η τεράστια ρευστότητα των κεντρικών τραπεζών προς τις οικονομίες, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πανδημίας, είναι βέβαιο πως ευνοεί τις κερδοσκοπικές τάσεις…

Πληθωρισμός ανατιμητικών καταλόγων χονδρικής
Στην Ελλάδα τα σούπερ μάρκετ τους τελευταίους μήνες δέχονται πιέσεις από τις προμηθεύτριες εταιρείες, λόγω των αυξημένων τιμοκαταλόγων χονδρικής που τους κοινοποιούνται, και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν είναι προκαθορισμένος, αφού οι εναλλακτικές τους λύσεις –πέραν της άμεσης μετακύλησης των ανατιμήσεων στο ράφι– είναι είτε να εφαρμόσουν τις αυξήσεις με μια χρονοκαθυστέρηση είτε να τις απορροφήσουν, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, επιβαρύνοντας ασφαλώς τα καθαρά τους αποτελέσματα.

Σε κάθε περίπτωση η «αντίστασή» τους στη σχετική πίεση έχει όρια. Η στάση τους, λοιπόν, αποφασίζεται ανά κωδικό προϊόντος και κυρίως με βάση τις σχέσεις τους με τον εκάστοτε προμηθευτή, τα περιθώρια κέρδους τους, τη σημαντικότητα καθενός προϊόντος για τον καταναλωτή και, βέβαια, την κατάσταση του ανταγωνισμού και τη θέση τους μέσα σε αυτόν.

Πάντως, σύμφωνα με τα όσα δηλώνουν στο «σελφ σέρβις» υψηλόβαθμα στελέχη του κλάδου, οι μετακυλήσεις των ανατιμήσεων συνήθως γίνονται σταδιακά. Ως παράδειγμα φέρνουν τις αυξήσεις τιμών, που ήδη τους έχουν κοινοποιηθεί από τις προμηθεύτριες εταιρείες τροφίμων. Ενώ κατά μέσο όρο διαμορφώθηκαν στο 4,5%, μέχρι τώρα στο ράφι έχει περάσει το 2,5%.

Η συμπεριφορά των τιμών στα FMCG
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τα FMCG, ο εσωτερικός πληθωρισμός στο πεντάμηνο εξελίχθηκε, σύμφωνα με την IRI, με ρυθμό 1,9% (μέση μέτρηση ανά τεμάχιο), καθώς σε ποσότητα τα πωλούμενα προϊόντα μειώθηκαν κατά 1,7%, αλλά σε αξία αυξήθηκαν κατά 0,2%. Σημειώνουμε ότι αυξήσεις τιμών είχαμε και το 2020, με τη μέση μεταβολή στα FMCG να διαμορφώνεται στο 1,4%. Ειδικότερα, ενώ οι διακινούμενες ποσότητες είχαν αυξηθεί κατά 7,9%, λόγω της υψηλής ζήτησης τις περιόδους εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας, η αξία των πωληθέντων είχε αυξηθεί κατά 9,5%.

Τα χειρότερα έπονται για τον καταναλωτή
«Το κοινό των σούπερ μάρκετ δεν έχει δει ακόμη τα χειρότερα. Οι μήνες που ακολουθούν θα είναι σαφώς δυσκολότεροι, αφού οι τιμές στα περισσότερα από τα βασικά αγαθά θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Έχουμε δρόμο μπροστά μας», αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, προσθέτοντας ότι από την ανάλυσή τους σε ό,τι αφορά το κόστος της ενέργειας ως τμήμα του λειτουργικού τους κόστους (τη «μέση τάση» που χρησιμοποιούν οι αλυσίδες, όπως και πολλές από τις παραγωγικές εταιρείες), προκύπτει ότι ως το τέλος του έτους θα επιβαρυνθούν από αυξήσεις 30% ή και 40%. Ήδη οι τελευταίες ανανεώσεις σχετικών συμβάσεων με τους προμηθευτές ενέργειας προβλέπουν ανατιμήσεις υψηλότερες του 30%. Δεδομένου ότι το κόστος ενέργειας συμμετέχει με υψηλό ποσοστό στο συνολικό κόστος λειτουργίας των αλυσίδων σούπερ μάρκετ (υπολογίζεται ότι πλησιάζει το 10%), προφανώς προσθέτει ακόμα ένα βάσιμο λόγο για ανατιμήσεις στα ράφια. Φυσικά, οι ανατιμήσεις αφορούν και τις αντλίες των πρατηρίων υγρών καυσίμων.

Ένα μεγάλο ζήτημα που απασχολεί τόσο τους προμηθευτές όσο και τα σούπερ μάρκετ, είναι η ανταπόκριση της πρωτογενούς παραγωγής στις ανάγκες της ζήτησης. Όπως εξηγούν οι ίδιοι παράγοντες, η επιβολή lockdown διεθνώς υποχρέωσε τους παραγωγούς πρώτων υλών, όπως και τους παραγωγούς-διακινητές πολλών προϊόντων, να μειώσουν τις εργασίες τους, έτσι ώστε με το απότομο «ξύπνημα» της κατανάλωσης δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί η θεαματική ανάκαμψη της ζήτησης, οπότε η προκαλούμενη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης επέδρασσε στην άνοδο των τιμών.

Ο μεγαλύτερος φόβος όλων είναι οι ανατιμήσεις να επιδράσουν άσχημα στην κατανάλωση, οπότε τα προβλήματα της αγοράς θα μεγαλώσουν. Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική τιμών που θα ακολουθήσουν οι αλυσίδες τους επόμενους μήνες, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ προσφοράς, ζήτησης, τιμολόγησης και οικογενειακού εισοδήματος. Η ισορροπία αυτή συναρτάται, μάλιστα, με τον τρόπο που η κυβέρνηση θα άρει τα μέτρα στήριξης, λόγω πανδημίας, της αγοράς. Αν, για παράδειγμα, αρθούν απότομα και γρήγορα, ενδέχεται να διαπιστωθεί μια αδυναμία των νοικοκυριών να καταναλώσουν, δημιουργώντας προβλήματα σε όλο το κύκλωμα της αγοράς.

Οι ανατιμήσεις έχουν και συνέχεια
Αξίζει να σημειώσουμε, όπως λένε στελέχη του κλάδου, ότι αν μελετήσει κανείς τις οικονομικές καταστάσεις του 2020 των μεγάλων προμηθευτών, θα διαπιστώσει την προαναγγελία των ανατιμήσεων φέτος και δη για το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου.

Εκτός των τροφίμων αυξητικές μεταβολές στις τιμές της τάξης του 4%-5% αναμένονται στα καθαριστικά προϊόντα, όπως προκύπτει από τη γνωστοποίηση των νέων τιμοκαταλόγων πολλών προμηθευτών ήδη από τα τέλη του Ιουνίου. Από τον Σεπτέμβριο αναμένονται ανατιμήσεις και στα είδη bazaar. Όπως μας επισημάνθηκε, «ουδείς γνωρίζει σήμερα πότε θα κλείσει ο κύκλος των ανατιμήσεων. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η υπόθεση βρίσκεται τώρα σε «βρασμό», ότι οι τιμολογιακές τάσεις καθορίζονται από τα πολυεθνικά συστήματα διεθνώς, ότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ένα δεύτερο κύκλο ανατιμήσεων μεσοπρόθεσμα κι ότι το μόνο που μπορεί να ανακόψει, μερικώς έστω, την ανοδική τάση των τιμών είναι ο περιορισμός της ζήτησης…».

Όπως τονίζει γνωστός παράγοντας ισχυρής αλυσίδας, «η μείωση της ζήτησης ως απόρροια της αδυναμίας των νοικοκυριών να κάνουν τις συνήθεις αγορές τους, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ψαλίδιζε τις τάσεις ανόδου των τιμών. Αν η κατανάλωση περάσει σε αρνητικό σπιράλ, σίγουρα οι τιμές θα επηρεαστούν αρνητικά. Κάποιοι ευελπιστούν ότι προς τα τέλη του έτους ίσως γίνει μια μικρή διόρθωση, ανακόπτοντας κάπως τις ανατιμήσεις. Δεν θα έλυνε το όλο πρόβλημα, όμως…».
Η μέση τιμή στα σούπερ μάρκετ είναι γεγονός ότι έχει αυξηθεί λόγω των ανατιμήσεων. Αλλά, όπως παρατηρεί ένας από τους συνομιλητές μας, σημαντικά έχει επιδράσει σε αυτό και η αλλαγή του μίγματος των προϊόντων, που επιλέγουν οι καταναλωτές γεμίζοντας το «καλάθι» τους, όπως και οι αποσύρσεις αρκετών εκπτώσεων και προσφορών από τα ράφια ή η αντικατάστασή τους από νέες, λιγότερο ή περισσότερο γενναίες.

Αυξημένες φέτος οι προσφορές
Σε ό,τι αφορά την επίδραση των προσφορών στη φετινή εξέλιξη των τιμών, παράγοντας του κλάδου επισημαίνει ότι οι προωθητικές ενέργειες φέτος έχουν αυξηθεί κι αυτό διότι το 2020, λόγω της αναστάτωσης που έφερε στην αγορά το πρώτο lock down, η προτεραιότητα των αλυσίδων σούπερ μάρκετ δόθηκε στη διαθεσιμότητα των προϊόντων. Έτσι οι προωθητικές ενέργειες πέρασαν σε δεύτερο πλάνο, αν και συνέχισαν, βέβαια, να συμμετέχουν ενεργά στην τελική διαμόρφωση των τιμών.

Το σχετικό σχόλιο επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της IRI, σύμφωνα με τα οποία στο πρώτο πεντάμηνο φέτος η ένταση των προσφορών στα FMCG ήταν αυξημένη κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα –στα τρόφιμα καταγράφηκε η μεγαλύτερη άνοδος (3,9 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ στα ΗΒΑ η μεγαλύτερη συμμετοχή των προωθητικών ενεργειών στο σύνολο των πωλήσεών τους, αλλά και μια μικρή ελάττωση της έντασής τους συγκριτικά με το 2020.

Σε ό,τι αφορά την επίδραση των προσφορών στην τελική διαμόρφωση των τιμών φέτος, είναι αυξημένη κατά 1,9% στο σύνολο των FMCG. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις διαπιστώθηκαν στα τρόφιμα (2,8%) και στα HBA (2,5%).