Η νέα οικονοµική κρίση εξ αφορµής της πανδηµίας ακόµα δεν έδειξε πλήρως τον αντίκτυπό της. Σε όλες τις οικονοµίες παντού στον κόσµο βιώνεται ένα εξαιρετικά δύσκολο καλοκαίρι, ενώ αναµένεται ακόµα δυσκολότερος ο χειµώνας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα µέτρα κρατικής στήριξης, όπως παντού διαπιστώνεται, δεν επαρκούν να καλύψουν την πλειονότητα των επιχειρήσεων, που αγωνιούν για την επιβίωση τους σε συνθήκες εξαιρετικά µειωµένης ζήτησης, ενώ η προγραµµατισµένη λήξη τους αναµένεται πως θ’ αυξήσει κατακόρυφα το πλήθος των νοικοκυριών που αδυνατούν ν’ ανταποκριθούν στις ανάγκες της επιβίωσης.

Tαυτόχρονα, οι προσαρμογές στην παραγωγική διαδικασία από άποψη εργασιακών σχέσεων και εισαγωγής των νέων τεχνολογιών δε φαίνεται να παρέχουν επαρκή στήριξη για την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών, αφού από τη μια πλευρά επιδεινώνουν την αξιακή θέση της εργασίας και από την άλλη διευρύνουν τις ανισότητες μεταξύ των επιχειρήσεων που μπορούν κι αυτών που αδυνατούν να εισάγουν τις νέες τεχνολογίες.

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η οικονομία της Ελλάδας.

Οι εκτιμήσεις των κυριάρχων φορέων οικονομικής σκέψης και έρευνας σχετικά με τις προοπτικές, λαμβάνοντας υπόψιν την αποκαρδιωτική κατάσταση το πρώτο εξάμηνο του έτους, είναι συχνά ευμετάβλητες και αντιφατικές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ (Ιούλιος 2020), στον κλάδο της βιομηχανίας το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση υποχώρησε ήπια (από -48 τον Ιούνιο σε -40 τον Ιούλιο), οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα αποκλιμακώθηκαν οριακά και οι προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν αισθητά (το σχετικό ισοζύγιο παραμένει θετικό και ενισχύεται στις 14 μονάδες από τις 6).

Στον κλάδο των κατασκευών οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν σημαντικά, όπως και οι αρνητικές προβλέψεις για την απασχόληση (στις -31 από -38 μονάδες), ενώ στις υπηρεσίες οι έντονα αρνητικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων βελτιώθηκαν σημαντικά, το ίδιο κι οι αντίστοιχες για την τρέχουσα ζήτηση, αλλά και οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξή της. Για το λιανικό εμπόριο οι αρνητικές εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις επιδεινώθηκαν (ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις -34 από τις -32 μονάδες), όπως και οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξή τους (από 15 στις -10), ενώ για τα αποθέματα διογκώθηκαν σημαντικά (από 14 στις 31 μονάδες).

Οι ΜΜΕ εξοντώνονται
Η δεινή κατάσταση των επιχειρήσεων του λιανικού εμπορίου αποτυπώθηκε και στην έρευνα του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ αναφορικά με το πρώτο δεκαπενθήμερο των θερινών εκπτώσεων. Βάσει των αποτελεσμάτων της, σε γενικές γραμμές η κίνηση στην αγορά κινήθηκε πτωτικά το εν λόγω εκπτωτικό δεκαπενθήμερο ειδικά στις μικρότερες επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 κατά το 68% οι επιχειρήσεις κατέγραψαν πτώση πωλήσεων (72% στα είδη ένδυσης-υπόδησης), κατά το 77% έκαναν ειδικές προσφορές τόνωσης της ζήτησης μετά το lockdown, κατά το 72% επηρεάστηκαν τα μέγιστα από την πανδημία, κατά το 58% οι πωλήσεις τους στο πρώτο δεκαπενθήμερο των εκπτώσεων εξελίχθηκαν χειρότερα από το αναμενόμενο –ασφαλώς οι μικρότερες επλήγησαν περισσότερο, καθώς οι 8 στις 10 επιχειρήσεις ετήσιου κύκλου εργασιών κάτω των 45.000 ευρώ εμφάνισαν συγκριτική πτώση πωλήσεων–, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων λιανικής αντιτίθεται στη λειτουργία της αγοράς τις Κυριακές, που αποφάσισε αυγουστιάτικα η Περιφέρεια Αττικής.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής, η φετινή χρονιά θα είναι ίσως η χειρότερη της δεκαετίας για τον εμπορικό κόσμο, αφού ο τζίρος των εκπτώσεων αναμενόταν κάτω του εμβληματικού ορίου επιδόσεων υπό συνθήκες κρίσης, όπως προσδιορίστηκε το 2012, δηλαδή κάτω των 5,8 δισ. ευρώ.

Προς επίρρωση των προαναφερόμενων η έκτακτη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ιούνιος 2020) για τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων έδειξε ότι το 81,7% αυτών δήλωσαν μείωση τζίρου τον Μάιο σε σχέση με το αντίστοιχο μήνα του 2019, με μέσο όρο μείωσης 46%! Επίσης, στο 21,1% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων διαπιστώθηκε ισχυρή πιθανότητα η προσφυγή στις απολύσεις προσωπικού, οπότε οι ερευνητές προειδοποίησαν για τον κίνδυνο ως το τέλος του έτους να χαθούν περίπου 190.000 θέσεις εργασίας, ενώ στο 33,9% των εν λόγω επιχειρήσεων διαπιστώθηκε ότι αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο διακοπής της δραστηριότητάς τους.

Ενδιαφέρον έχουν και τα αποτελέσματα της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ αναφορικά με την εξέλιξη του τζίρου το δεύτερο τρίμηνο του έτους των επιχειρήσεων εκείνων, που τέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας λόγω της πανδημίας. Σύμφωνα με αυτήν, ο κύκλος εργασιών του συνόλου των επιχειρήσεων και των οικονομικών δραστηριοτήτων το δεύτερο τρίμηνο του 2020 ανήλθε σε 58.987.931 χιλ. ευρώ, μειωμένος κατά 25,1% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο 2019 (78.800.256 χιλ. ευρώ) -σημειωτέον ότι η μείωση στις τουριστικές επιχειρήσεις έφτασε το 78,8%. Για τις 205.984 επιχειρήσεις που τέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο του 2020 ανήλθε σε 3.232.618 χιλ. ευρώ, μειωμένος κατά 55,9% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019 (7.329.184 χιλ. ευρώ).

Στο μη παρέκει τα νοικοκυριά
Έντονο προβληματισμό για το μέλλον τους εκφράζουν τα ελληνικά νοικοκυριά. Οι προβλέψεις τους για την οικονομική κατάσταση της χώρας, βάσει του Δείκτη Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης, επιδεινώθηκε σημαντικά (τον Ιούλιο διαμορφώθηκε στις -34,7 από τις -27,7 μονάδες), όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση (ο δείκτης διαμορφώθηκε στις -27,3 από τις -22,5 μονάδες).

Ειδικότερα κατά το 44% τα νοικοκυριά εκτίμησαν επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης το προηγούμενο δωδεκάμηνο, κατά το 45% διέβλεψαν μικρή ή αισθητή επιδείνωση της κατάστασής τους το επόμενο δωδεκάμηνο και κατά το 61% πρόβλεψαν σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Επιπλέον, η δυνατότητα των νοικοκυριών για αποταμίευση εξασθενεί οριακά. Κατά το 83% δε θεωρούν καθόλου πιθανή την αποταμίευση το προσεχές δωδεκάμηνο, κατά το 80% πιστεύουν πως η ανεργία θα αυξηθεί και κατά το 75% εκτιμούν πως οι τιμές των προϊόντων είτε θα αυξηθούν είτε θα παραμείνουν σταθερές. Εξαιρετικά ανησυχητικό είναι το σταθερά υψηλό ποσοστό (66%) των νοικοκυριών, που δηλώνουν πως μόλις τα βγάζουν πέρα. Τέλος, κατά το 10% τα νοικοκυριά δηλώνουν πως αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους, προκειμένου να καλύπτουν άμεσες ανάγκες τους.

Επί ξυρού ακμής
Η επιδείνωση της κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, σε συνδυασμό με τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις τους για το μέλλον, υπονομεύουν τις όποιες προσπάθειες αναζωογόνησης του καταναλωτικού και επενδυτικού κλίματος (ας σημειωθεί ότι κατά το βασικό σενάριο αναμένεται πτώση των επενδυτικών δαπανών 25%-40%) και μαζί τους την προσπάθεια ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Το νέο κύμα της πανδημίας που χτυπά τη χώρα από τον Αύγουστο επιτάσσει την παράταση ή τη διεύρυνση των κρατικών παρεμβάσεων για τη σωτηρία της αγοράς.

Οι οικονομικοί μας ταγοί κινούνται σε δύο μέτωπα, ένα της άμεσης στήριξης επιχειρήσεων και νοικοκυριών και ένα της (μέσω σχεδίου) στρατηγικής ανάπτυξης της οικονομίας. Το πρώτο αφορά τη συνέχιση των μέτρων στήριξης της οικονομίας, με φοροελαφρύνσεις, κρατικά δάνεια, διευκολύνσεις πληρωμής οφειλών, ενίσχυση της ρευστότητας και διευκολύνσεις προς εργοδότες, μέσω αναστολών συμβάσεων εργασίας και περαιτέρω ευελιξίας της εργασίας.

Το δεύτερο μέτωπο σχετίζεται με το «Εθνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας» για την περίοδο 2021-2023 (θα υποβληθεί από την κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή), το οποίο προβλέπει πολιτικές ανάπτυξης για τομείς όπως οι μεταφορές, η διαχείριση των στερεών αποβλήτων, η διαχείριση της ηλεκτρικής ενέργειας, η προώθηση των επενδύσεων στην πράσινη οικονομία κ.ά., ενώ ενσωματώνει και προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη (αλλαγές στο καθεστώς της μισθωτής εργασίας, προώθηση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης και των ΣΔΙΤ, εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, ενίσχυση της μεταποίησης και των ιδιωτικών επενδύσεων, αλλαγές σε εκπαίδευση, υγεία κ.α.).

Εν όψει ενός δύσκολου έως εφιαλτικού χειμώνα τα όποια μέτρα πολιτικής θα κριθούν στη βάση της αποτελεσματικότητάς τους για το σύνολο της οικονομίας. Επί ξυρού ακμής, λοιπόν, ξανά…