Ευοίωνες προοπτικές για την ανάδειξη της ποιότητας των ελληνικών τροφίμων και ποτών γεννά η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που θέτει τις βάσεις για την πιστοποιημένη χρήση της σήμανσης “νησιωτικό” και “ορεινό” σε συσκευασίες προϊόντων που πληρούν τις σχετικές προδιαγραφές. Οι διαδικασίες, βάσει των οποίων ένα προϊόν μπορεί να χαρακτηρίζεται έτσι, θα στηριχθούν στη συσσωρευμένη εμπειρία από την πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων στην ΕΕ. Τη σχετική πρωτοβουλία προώθησε ο 'Eλληνας ευρωβουλευτής (ΝΔ), κ. Γιάννης Γκλαβάκης, ο οποίος, με στόχο τη διεύρυνση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων, προτείνει επίσης τη δημιουργία ενός ή περισσότερων κεντρικών δημοπρατηρίων στην Ελλάδα, μέσω των οποίων θα γίνεται η διακίνηση των οπωροκηπευτικών.

Οι διαδικασίες, βάσει των οποίων ένα προϊόν μπορεί να χαρακτηρίζεται έτσι θα στηριχθούν στη συσσωρευμένη εμπειρία από την πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων στην ΕΕ. Τη σχετική πρωτοβουλία προώθησε ο ‘Eλληνας ευρωβουλευτής (ΝΔ), κ. Γιάννης Γκλαβάκης, και οι προτάσεις του αυτές υιοθετήθηκαν, κατόπιν σχετικής ψηφοφορίας, στο πλαίσιο της έκθεσης για τα πρότυπα, τις προϋποθέσεις διάθεσης στην αγορά και τα συστήματα ποιότητας των αγροτικών προϊόντων, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Γεωργίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι νέες σημάνσεις αποτελούν μία βασική παράμετρο προς την υλοποίηση της πολιτικής για την ανάδειξη της υψηλής ποιότητας των κοινοτικών τροφίμων σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίτων χωρών.

Ειδικότερα, εγκρίθηκαν: 

  • Η υιοθέτηση κανόνων σχετικά με τη χρήση των όρων «ορεινό» και «νησιωτικό» προϊόν -η χρήση τους πρέπει να συνοδεύεται και από την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης του προϊόντος.
  • Η βελτίωση των υφιστάμενων σημάτων ποιότητας και η αποτροπή της δημιουργίας νέων συμπληρωματικών, που θα τίθενται παράλληλα με τα υπάρχοντα εθνικά και περιφερειακά.
  • Η διεθνής προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων, στο πλαίσιο των διεθνών εμπορικών διαπραγματεύσεων, ώστε να αποφευχθεί από τις τρίτες χώρες ο συστηματικός σφετερισμός ορισμένων ονομασιών, όπως έχει συμβεί με το τυρί φέτα.

Διαδικασία ανάλογη των βιολογικών

Οι όροι «ορεινό» και «νησιώτικο» μπορεί να βρουν εκτεταμένη εφαρμογή στα ελληνικά τρόφιμα και ποτά. Η χρήση τους δεν σημαίνει ότι τα προϊόντα που θα φέρουν τις σχετικές σημάνσεις θα είναι κατ’ ανάγκη βιολογικά.

Ειδικά, όσον αφορά στο σύστημα ελέγχου για την ορθή χρήση αυτών των όρων, εκτιμάται ότι θα ακολουθηθεί διαδικασία ανάλογη εκείνης που εφαρμόζεται για τα βιολογικά και, ενδεχομένως, με την αξιοποίηση της εμπειρίας των υφιστάμενων φορέων πιστοποίησής τους. Στο πλαίσιο αυτό, η σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα προωθηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία μεσοπρόθεσμα θα γνωμοδοτήσει και θα εντάξει στους κοινοτικούς κανονισμούς τις νέες οδηγίες.

Σημειώνεται ότι η κοινοτική νομοθεσία για τα βιολογικά προϊόντα εφαρμόζεται περισσότερο από 15 χρόνια στην ΕΕ με αρκετή επιτυχία, εάν ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα. Ωστόσο, θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, δεδομένου ότι στην Ευρώπη των 25 μόλις το 1,4 % του συνόλου των γεωργικών εκμεταλλεύσεων είναι βιολογικές, καλύπτοντας μόλις το 3,6 % της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης, πράγμα που σημαίνει ότι τα περιθώρια για περαιτέρω ανάπτυξη είναι πράγματι σημαντικά.

Πάντως, αν κάτι κλονίζει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων καταναλωτών, αυτό είναι οι εισαγωγές δήθεν βιολογικών προϊόντων από τρίτες χώρες. Γενικά, το κόστος παραγωγής των βιολογικών προϊόντων στις τρίτες χώρες είναι συνήθως χαμηλότερο απ’ ό,τι στην Ευρώπη -πολύ περισσότερο όταν παρακάμπτονται οι κανόνες βιολογικής παραγωγής, οπότε τα εισαγόμενα «βιολογικά» είδη δεν ξεγελούν μόνο τους καταναλωτές, αλλά ανταγωνίζονται αθέμιτα τους Ευρωπαίους γεωργούς, οι οποίοι πληρούν τους σχετικούς όρους και τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Ενίσχυση της διαφοροποίησης των προϊόντων

Τόσο για την εξουδετέρωση των παραγόντων που δημιουργούν προβλήματα στην εμπορία των βιολογικών προϊόντων όσο και για τη διατήρηση της αξιοπιστίας του συστήματος πιστοποίησής τους, ο κ. Γκλαβάκης πρότεινε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εναρμόνιση της νομοθεσίας σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, σχετικά με τα ανώτατα όρια ανίχνευσης απαγορευμένων φυτοπροστατευτικών ουσιών στα προϊόντα βιολογικής γεωργίας και την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης των εισαγόμενων από τρίτες χώρες νωπών και μεταποιημένων βιολογικών προϊόντων, ανεξαρτήτως αν χρησιμοποιείται στις συσκευασίες αυτών ο κοινοτικός λογότυπος για τα βιολογικά προϊόντα.

Είναι προφανές ότι η μέθοδος παραγωγής και τα σήματα ποιότητας αποτελούν ίσως την καλύτερη “ασπίδα”, η οποία, πέρα από την υγειονομική πτυχή του ζητήματος, μπορεί να διαφοροποιήσει τα ευρωπαϊκά προϊόντα και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά τους, καθώς δέχονται ισχυρές πιέσεις από τα προϊόντα τρίτων χωρών.

Ενθαρρυντικό στοιχείο, όσον αφορά στην ανταγωνιστικότητα των κοινοτικών αγροδιατροφικών προϊόντων, είναι ότι πρόσφατα, με την τροποποίηση του υφιστάμενου καθεστώτος προώθησης αγροτικών προϊόντων στην ΕΕ, δόθηκε η δυνατότητα σε ενδιαφερόμενα κράτη-μέλη να καταρτίσουν προγράμματα για την προώθηση σχετικών ειδών τους σε τρίτες χώρες. Τα προγράμματα, η διάρκεια των οποίων μπορεί να φτάσει τα τρία έτη, συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ έως και 50%. Το σημαντικό είναι ότι στα επιλέξιμα για προώθηση προϊόντα εντάσσονται το ελαιόλαδο και οι επιτραπέζιες ελιές.

Δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων

Επιπρόσθετα, με στόχο πάντα τη διεύρυνση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων, ο ‘Ελληνας ευρωβουλευτής προτείνει τη δημιουργία ενός ή περισσότερων κεντρικών δημοπρατηρίων στην Ελλάδα, μέσα από τα οποία θα γίνεται η διακίνηση των οπωροκηπευτικών.

«Στη χώρα μας, δυστυχώς, το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ της τιμής που απολαμβάνει ο γεωργός και της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής είναι 1 προς 5. Αυτό σημαίνει ότι η τιμή ενός αγροτικού προϊόντος πενταπλασιάζεται από το χωράφι ως το ράφι του τελικού πωλητή. Αντίθετα, στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης το άνοιγμα αυτής της ψαλίδας είναι 1 προς 2 ή 3, λόγω του υγιούς και εξαιρετικά ανταγωνιστικού εμπορίου στις χώρες αυτές. Σε αυτό συμβάλλουν και τα δημοπρατήρια διακίνησης προϊόντων, τα οποία εξασφαλίζουν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού», επισημαίνει ο κ. Γκλαβάκης.

Στην Ελλάδα μπορεί να δημιουργηθούν τουλάχιστον δύο κεντρικά δημοπρατήρια, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με την πρακτική, στο δημοπρατήριο αρχικά οι γεωργοί κάνουν δήλωση πρόθεσης σχετικά με τις καλλιέργειές τους. Ακολουθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος των καλλιεργειών τους από γεωτεχνικούς, ενώ γίνονται χημικές αναλύσεις, προκειμένου τα προϊόντα τους να είναι απολύτως ασφαλή. ‘Οταν έρθει η περίοδος της συγκομιδής, οι γεωργοί συλλέγουν και συσκευάζουν τα οπωροκηπευτικά και τα προσκομίζουν στο δημοπρατήριο, όπου, αφού γίνει έλεγχος της ποιότητας και της ποσότητάς τους, προωθούνται για διατήρηση στα ψυγεία του. Η σχετική διαδικασία διαρκεί από τις 10:00 μέχρι τις 19:00, ενώ από τις 19:00 έως τις 20:00 γίνονται οι καταγραφές στο διαδίκτυο, και από τις 20:00 έως τις 05:00, οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί να δει στο διαδίκτυο ό,τι υπάρχει προς δημοπράτηση για το πρωί της επόμενης μέρας, οπότε μέχρι τις 08:00 γίνεται η πώληση των οπωροκηπευτικών.

‘Οταν κάποια ποσότητα κατοχυρωθεί σε κάποιον έμπορο, δίνεται ηλεκτρονικά η εντολή φόρτωσης στο μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιεί, και, συγχρόνως, μεταφέρεται το αντίστοιχο χρηματικό ποσό από τον λογαριασμό του εμπόρου στον λογαριασμό του δημοπρατηρίου.

Τα οφέλη

Βάσει αυτής της λειτουργίας, ο γεωργός πληρώνεται το αργότερο σε 10 μέρες από την παράδοση των προϊόντων του. Το σημαντικότερο είναι ότι το δημοπρατήριο για τα λειτουργικά του έξοδα, αλλά και για να έχει κάποιο κεφάλαιο για μελλοντικές επενδύσεις, κρατάει μόνο 2,5% επί της τιμής πώλησης όταν η προμήθεια που μένει στον έμπορο μιας ελληνικής λαχαναγοράς είναι 10%-12%. Ενδεικτικό είναι ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν 21 εταιρείες που κάνουν τη διακίνηση των οπωροκηπευτικών, στη Γερμανία λειτουργούν 205, ενώ στην Ελλάδα οι εταιρείες εμπορίας φρούτων και λαχανικών είναι 26.000. Σημειώνουμε ότι στην ΕΕ δημοπρατήρια λειτουργούν σε πολλές χώρες (Βέλγιο, Γερμανία, Ολλανδία κλπ), τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι φορείς συνεταιριστικού χαρακτήρα.