Ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους αυξήθηκε στη χώρα μας κατά 8 μονάδες, φτάνοντας τις 53, σύμφωνα με την παγκόσμια, σχετική διαδικτυακή έρευνα της Nielsen, που διεξήχθη μεταξύ 17 Φεβρουαρίου και 7 Μαρτίου σε 60 χώρες, με τη συμμετοχή περισσότερων των 30.000 χιλιάδων καταναλωτών από τις πέντε ηπείρους.

Κατά την έρευνα ο παγκόσμιος δείκτης επανήλθε στα προ κρίσης επίπεδά του, φτάνοντας τις 96 μονάδες. Η ένδειξη αυτή είναι η υψηλότερη από το πρώτο τρίμηνο του 2007. Βελτίωση σημείωσε και ο ευρωπαϊκός δείκτης, που αυξήθηκε κατά 2 μονάδες, φτάνοντας συνολικά τις 75. Από τις συνολικά 32 ευρωπαϊκές εθνικές αγορές που μετρώνται, αύξηση παρουσιάστηκε στις 21, με τις μεγαλύτερες μεταξύ των χωρών με τους ιστορικά χαμηλότερους δείκτες. Μεταξύ αυτών η Ελλάδα και η Γαλλία, με αύξηση 8 μονάδων η καθεμία (53 και 59 μονάδες αντίστοιχα), ενώ αύξηση σημείωσαν και οι οικονομίες της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, κατά 7 και 3 μονάδες (51 και 61 μονάδες) αντίστοιχα.

Γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι οι 9 στις 10 χώρες με τον χαμηλότερο δείκτη παγκοσμίως ανήκουν στην Ευρώπη. Παρά τη βελτίωση του δείκτη, η εργασιακή ασφάλεια παραμένει για το 52% των ερωτώμενων η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας, ενώ σε ποσοστό 30% ανησυχούν για την γενικότερη οικονομική συγκυρία. Οι 8 στους 10 εξακολουθούν να αμφιβάλουν αν η Ελλάδα θα καταφέρει να ανακάμψει από την ύφεση σύντομα, ενώ κατά το 79% πιστεύουν ότι τουλάχιστον το επόμενο 12μηνο η γενικότερη οικονομική συγκυρία θα παραμείνει ως έχει. Στην ερώτηση πού διαθέτουν τα χρήματα που τους περισσεύουν, μετά την κάλυψη των βασικών τους αναγκών, κατά το 27% οι Έλληνες εξακολουθούν να δηλώνουν ότι τα ξοδεύουν για την κάλυψη χρεών. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι παρά το γεγονός ότι οι 3 στους 10 δηλώνουν ότι δεν έχουν καθόλου διαθέσιμο εισόδημα, οι Έλληνες άρχισαν να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, καθώς όλο και περισσότεροι ισχυρίζονται ότι αποταμιεύουν περισσότερο ή διαθέτουν περισσότερα χρήματα για την προσωπική τους ευχαρίστηση (πχ διακοπές, αγορές ρούχων κλπ). Πάντως, κατά το 80% έχουν αλλάξει αγοραστικές συνήθειες, όντας πιο επιφυλακτικοί στις δαπάνες τους. Κατά το 74% δηλώνουν πως έχουν στραφεί σε φθηνότερα καταναλωτικά προϊόντα και κατά το 71% ότι έχουν περιορίσει την διασκέδαση εκτός του σπιτιού.