Έντονες πληθωριστικές πιέσεις κατέγραψε το εννεάμηνο φέτος η Nielsen στους δείκτες των σούπερ μάρκετ. Τα ιδιωτικά σήματα οδηγούν τον κύκλο των ανατιμήσεων. Τα branded προϊόντα ακολουθούν με ηπιότερες ταχύτητες. Τα πρώτα χτύπησαν την υψηλότερη τιμή του «εσωτερικού» (δηλ. του κλαδικού) πληθωρισμού κατά το δεύτερο τρίμηνο, περίπου 7% με βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2010, ενώ αντίστοιχα τα επώνυμα προϊόντα πλησίασαν το 4% στο πρώτο τρίμηνο του έτους.

Ενώ ο μέσος πληθωρισμός της ελληνικής οικονομίας παραμένει αρνητικός για περισσότερους από 43 μήνες (!) και τα περισσότερα νοικοκυριά ζουν την απόγνωση του έβδομου έτους μνημονιακής ύφεσης, προμηθευτές και λιανέμποροι εμφανίζονται «εξοντωμένοι» από την ένταση των προσφορών. Όμως, άλλο είναι η ένταση των προσφορών τους κι άλλο οι τιμές επί των οποίων αυτές υλοποιούνται… Από τα στοιχεία που ακολουθούν φαίνεται ότι το ονομαστικό πλεονέκτημα των προσφορών για τον καταναλωτή φέτος απομειώθηκε λόγω των αυξητικών τάσεων στις πραγματικές τιμές λιανικής.

Πάντως, η αυξητική μεταβολή των τιμών φαίνεται πως περιορίζει μερικώς την πτωτική τάση του τζίρου, η οποία μάλιστα φαίνεται ότι το 2016 θα καταγράψει νέο ιστορικό ρεκόρ.

Παράγοντες της αγοράς δηλώνουν ότι οι τιμές στα σούπερ μάρκετ ανεβαίνουν κυρίως διότι καταγράφονται ανατιμήσεις στις εισαγόμενες πρώτες ύλες, οι οποίες πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην περνούν στις τιμές ραφιού. Προσθέτουν δε ότι ο κύκλος των μειώσεων της τιμής του πετρελαίου μάλλον έχει κλείσει. Οι διεθνείς τιμές του τραβούν σιγά-σιγά την ανηφόρα, ασκώντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερες πιέσεις για ανατιμήσεις στη λιανική. Φυσικά κανείς δεν παραλείπει να αναφερθεί και στις αυξήσεις του ΦΠΑ που αποφάσισε η κυβέρνηση για μια σειρά αγαθών, στο πλαίσιο των μνημονιακών της υποχρεώσεων, αυξήσεις οι οποίες επιβαρύνουν τις τελικές τιμές των αγαθών.

Πάντως, η πορεία που θα καταγράψει στο μέλλον ο εσωτερικός πληθωρισμός των σούπερ μάρκετ θα εξαρτηθεί και από την ένταση που θα έχει ο «πόλεμος τιμών», ο οποίος αναμένεται οξύς μεταξύ των αλυσίδων, μετά και τη διάσωση των δομών της Μαρινόπουλος από τη Σκλαβενίτης. Κάποιες πρώτες ενδείξεις του τι μέλλει να συμβεί ήδη άρχισαν να είναι αισθητές στην οργανωμένη λιανική (βλέπε σχετικό ρεπορτάζ στη σελ. ΧΧ).

Ο εσωτερικός πληθωρισμός
Το πώς εξελίσσεται ο εσωτερικός πληθωρισμός στο οργανωμένο λιανεμπόριο, περιγράφουν τα τελευταία στοιχεία της Nielsen. Σύμφωνα με αυτά, κατά την διάρκεια του 2016 ο Δείκτης Μεταβολής της Μέσης Τιμής των ταχυκίνητων προϊόντων που υπολογίζει η Nielsen, συνεχίζει να αυξάνεται: Κατά 5,4% στο πρώτο τρίμηνο του έτους, κατά 4,5% στο δεύτερο τρίμηνο και κατά 2,5% στο τρίτο τρίμηνο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα περσινά τρίμηνα. Συνεπώς ο Δείκτης της Μέσης Τιμής του εσωτερικού πληθωρισμού στο εννεάμηνο φέτος διαμορφώθηκε στο 4,3% σε σύγκριση με την περσινή περίοδο. Σε αποπληθωρισμένες τιμές οι πωλήσεις κατέγραψαν μια μέση πτώση της τάξης του 8% στο εννεάμηνο φέτος (ονομαστική ανάπτυξη). Ειδικότερα, στο πρώτο τρίμηνο οι πωλήσεις κινήθηκαν πτωτικά κατά 6,8%, στο δεύτερο κατά 10,7% και στο τρίτο κατά 5,6%.

Αξίζει να σημειωθεί το 2015 ο Δείκτης Μεταβολής της Μέσης Τιμής των προϊόντων στις ταχυκίνητες κατηγορίες ήταν θετικός μόλις κατά 0,1%, ενώ το 2014 είχε κινηθεί πτωτικά κατά 0,7% και το 2013 οριακά ανοδικά κατά 0,1%.

Τα τρία «καλάθια» της Nielsen
Αξιολογώντας το κόστος του μέσου «καλαθιού» αγορών των νοικοκυριών, διαπιστώνεται ότι πέρα από την αύξηση του εσωτερικού πληθωρισμού καταγράφεται και μια δεύτερη δύναμη που αλλάζει το μέσο κόστος. Δεν είναι άλλη από την αύξηση της συμμετοχής των επωνύμων αγαθών στις καθημερινές αγορές των καταναλωτών. Η μεταβολή αυτή, λοιπόν, περιορίζει την αυξητική τάση του μέσου κόστους αγορών καθότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, είναι φέτος υψηλότερη στην περίπτωση των ιδιωτικών σημάτων (5,9%) έναντι των επωνύμων αγαθών (2,9%).

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η ανοδική τάση του εσωτερικού πληθωρισμού στα σούπερ μάρκετ για τα μεν private label αγαθά άρχισε από το δεύτερο τρίμηνο του 2015 για τα δε επώνυμα από το τρίτο τρίμηνο της περυσινής χρονιάς. Μάλιστα, αναλύοντας την εξέλιξη των τιμών ανά τρίμηνο, βλέπουμε ότι για τα ιδιωτικά σήματα στο δεύτερο τρίμηνο φέτος ο εσωτερικός πληθωρισμός κατέγραψε την υψηλότερη τιμή (κοντά στο 7%), ενώ στα επώνυμα ο αντίστοιχος δείκτης κατέγραψε την υψηλότερη τιμή του (περίπου 4%) στο πρώτο τρίμηνο του έτους.

Μελετώντας βαθύτερα το ζήτημα των τιμών, η Nielsen δημιούργησε τρία διαφορετικά «καλάθια», προκειμένου να συγκρίνει την εξέλιξη του εσωτερικού πληθωρισμού για τα προϊόντα των 20 μεγαλύτερων επώνυμων προμηθευτών της αγοράς (Unilever, P&G, Nestlé, Vivartia, Coca Cola, FrieslandCampina, Mondeléz, Όλυμπος, Παπαδοπούλου, ΜΕΓΑ, Colgate Palomolive, Pepsico, ΦΑΓΕ, Henkel, Σαράντης, Αθηναϊκή Ζυθοποιία, Elbisco, Minerva, RB, ΙΟΝ). Το «καλάθι» στο οποίο καταγράφεται ο χαμηλότερος εσωτερικός πληθωρισμός είναι αυτό που περιέχει μόνο τα προϊόντα των 20 ισχυρότερων προμηθευτών και τα οποία καλύπτουν τις 120 από τις περίπου 140 βασικές κατηγορίες αγαθών που εμπορεύονται τα σούπερ μάρκετ. Στο εννεάμηνο φέτος, λοιπόν, η εν λόγω «οικογένεια» προϊόντων εμφανίζει μέσο δείκτη πληθωρισμού 2,9%, όταν ο αντίστοιχος δείκτης στο «καλάθι» με το σύνολο των ταχυκίνητων προϊόντων είναι 3,9% και στο «καλάθι» των «rests» –δηλαδή, των προϊόντων εκείνων των προμηθευτών, που είναι εκτός της χορείας των 20 ισχυρών– είναι 6,2%.


Μελετώντας την εξέλιξη του εσωτερικού πληθωρισμού από το πρώτο τρίμηνο του 2015, διαπιστώνεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του διαστήματος ως το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2016 η σχέση των τριών προαναφερόμενων δεικτών δεν αλλάζει. Ειδικότερα, ο πληθωρισμός στα προϊόντα των ισχυρών επωνύμων βρίσκεται σταθερά στο χαμηλότερο επίπεδο, ο δείκτης πληθωρισμού του συνόλου των ταχυκίνητων αγαθών κινείται στη «μεσαία σκάλα» και ο δείκτης των «rests» στην υψηλότερη, με αποκορύφωση το πρώτο τρίμηνο του 2016 οπότε μετρήθηκε από τη Nielsen στο 7,4%.

Πιέσεις στον τζίρο
Παρά τις ανατιμητικές τάσεις ο συνολικός τζίρος του κλάδου εξακολουθεί να εξελίσσεται πτωτικά και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση απ’ ότι το προηγούμενο διάστημα. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Nielsen, η αγορά του κλάδου (καταστήματα άνω των 100τμ), συνυπολογιζομένων των πωλήσεων της Lidl, συρρικνώθηκε το πρώτο εννεάμηνο του 2016 (στοιχεία μετρήσεων έως τις 10 Σεπτεμβρίου) κατά 5,1% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Ειδικότερα τα έσοδα περιορίστηκαν στα 6,199 δισ. ευρώ από 6,533 δισ. ευρώ το 2015. Τη μεγαλύτερη πτώση πωλήσεων εμφάνισε το δεύτερο τρίμηνο της τρέχουσας χρήσης και ήταν της τάξης του 7,1%.

Αν αφαιρεθεί από τον υπολογισμό η στάθμιση πωλήσεων της Lidl, η συρρίκνωση είναι μεγαλύτερη και φτάνει το 7,4%, με το ύψος του τζίρου να διαμορφώνεται στα 5,238 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο φέτος, έναντι 5,655 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2015. Οι ομάδες προϊόντων που «οδηγούν» σε αυτή τη μείωση (χωρίς μα υπολογίζονται οι πωλήσεις της Lidl) είναι κυρίως τα χαρτικά που εμφανίζουν πτώση πωλήσεων 10,5%, τα αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ροφήματα με απώλειες 10,5%, τα τρόφιμα με διαρροή εσόδων 8,3%, τα προϊόντα σπιτιού με -5,4% και τα προϊόντα υγείας και ομορφιάς με -4,3%. Επίσης διαπιστώνεται ότι η κατηγορία των ταχυκίνητων κωδικών εμφανίζει ως σύνολο περιορισμένες απώλειες που φθάνουν το 8%, συμβάλλοντας στις πωλήσεις του κλάδου με 3,406 δισ. ευρώ ή κατά το 65%, τα φρέσκα και κατεψυγμένα προϊόντα έχουν απώλειες 5,4%, με τον τζίρο τους να μειώνεται στα 1,561 δισ. ευρώ και το μερίδιο συμμετοχής τους στο γενικό τζίρο να φτάνει το 29,8%, και τα είδη bazaar να παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό απωλειών (11%), συμμετέχουν στα έσοδα του κλάδου με μόλις 271 εκατ. ευρώ ή με μερίδιο επί του γενικού τζίρου 5,2%.

Στελέχη του κλάδου, σχολιάζοντας τα προαναφερόμενα, δηλώνουν στο σελφ σέρβις ότι από τα μέσα του Σεπτεμβρίου και ύστερα η αγορά παρουσιάζει μεγαλύτερη καθίζηση απ’ ότι προηγουμένως φέτος, ενώ αναμένουν ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί τους επόμενους μήνες, ίσως και με μεγαλύτερη ένταση. Αποδίδουν δε την αρνητική αυτή πρόβλεψη στις νέες περικοπές στις συντάξεις που αποφάσισε η κυβέρνηση, στο πλαίσιο των δεσμεύσεών της για το τρίτο μνημόνιο, και στο νέο κύκλο φορολογικών επιβαρύνσεων που θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2017. Πρόκειται για τάση που καταγράφεται γενικότερα στη ζήτηση, όπως σημειώνουν, συμπεριλαμβάνοντας και την αγορά της εστίασης. Πάντως, θεωρούν ότι η αρνητική τάση στα έσοδα, όπως προκύπτει από τις μετρήσεις της Nielsen και άλλων εταιρειών ανάλυσης ερευνητικών δεδομένων, διαπιστώνεται γενικώς μεν στα στοιχεία των αλυσίδων, όμως η πραγματική πτώση του τζίρου είναι ελαφρώς μικρότερη. Αποδίδουν τη σχετική απόκλιση σε προβλήματα που εκτιμούν ότι υπάρχουν με τις μετρήσεις σε καταστήματα της Μαρινόπουλος.

Προωθήσεις
Στο εξεταζόμενο διάστημα (εννεάμηνο 2016) παρατηρείται ότι η προωθητική ένταση σε όγκους για τα ταχυκίνητα αγαθά είναι σχεδόν σταθερή, 42,6% φέτος σε σύγκριση με 42,4% που ήταν πέρσι. To πρώτο τρίμηνο του έτους οι προωθήσεις κάλυψαν το 42,1% των πωλήσεων, το δεύτερο τρίμηνο το 43% και το τρίτο τρίμηνο το 42,7%. Όμως, στους επώνυμους κωδικούς παρατηρήθηκε μεγαλύτερη ένταση στις προωθήσεις, που κάλυψαν φέτος το 50,4% των διακινούμενων όγκων στο εννεάμηνο (49,9% το πρώτο τρίμηνο, 50,9% το δεύτερο τρίμηνο, 50,3% το τρίτο τρίμηνο), έναντι 50,2% το 2015. Σημειώνουμε απλώς ότι το 2014 η ένταση των προωθητικών ενεργειών καταγράφονταν ελαφρώς μειωμένη, περίπου κατά 2 με 2,5 μονάδες. Όλα αυτά παρά τις δηλώσεις στελεχών του λιανεμπορίου και της βιομηχανίας ότι «οι πολλές πρόσφορες κουράζουν ή μπερδεύουν τον καταναλωτή» κι ότι «ο πελάτης θέλει απλά να βλέπει στο ράφι τη χαμηλότερη τιμή και, σε συνδυασμό με την ποιότητα ή τη δυναμική του σήματος, να αποφασίσει για τις αγορές τους. Τέτοιες δηλώσεις γίνονται καιρό τώρα, όμως η ένταση των προσφορών, η οποία μάλιστα κοστίζει από άποψη διαχείρισης και σε προμηθευτές και σε εμπόρους, παραμένει αμείωτη.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι κατηγορίες προϊόντων στις οποίες οι προωθητικές ενέργειες ξεπερνούν το 50% των συνολικών πωλήσεων σε όγκο είναι έξι. Βάσει των στοιχείων της Nielsen για το εννεάμηνο, πρόκειται για τις κατηγορίες των απορρυπαντικών με 73,9% φέτος έναντι 77,2% πέρυσι, των προϊόντων υγιεινής και ομορφιάς με 63,6% έναντι 62,7% την αντίστοιχη περίοδο του 2015, των προϊόντων χαρτιού με 59,3% έναντι 73,6% ένα χρόνο πριν, των αλκοολούχων ποτών με 52,3% έναντι 56,7%, των καθαριστικών με 51,9% έναντι 52,8% και των μη αλκοολούχων ποτών με 51,4% έναντι 51,9% το 2014). Τη χαμηλότερη συμμετοχή στους διακινούμενους όγκους έχουν οι προωθητικές των ειδών ζαχαροπλαστικής με μόλις 27% από 27,3% το 2014, τα τυποποιημένα προϊόντα με 27,7% από 27,1% την προηγούμενη χρήση και τα γαλακτοκομικά και τα προϊόντα ψύξης με 36% φέτος από 33,2% ένα χρόνο πριν.