Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, της ΑΑΔΕ και του ΕΦΚΑ, το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2020 ανήλθε στα 234 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 106 δισ. αφορούν χρέη προς το δημόσιο, τα 92 δισ. χρέη προς τις τράπεζες και τα 36 δισ. ευρώ χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος της υπερχρέωσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων –κυρίως των μικρών και μεσαίων– προς ικανοποίηση των πιστωτών τους αποτελεί τον θεμελιώδη σκοπό του νέου πτωχευτικού νόμου ή, αλλιώς, του «Κώδικα διευθέτησης οφειλών και παροχής δεύτερης ευκαιρίας».

Ο νέος νόμος έλκει την καταγωγή του από τον Πτωχευτικό Κώδικα του 2007 και των αλλαγών που έγιναν σ’ αυτόν μέχρι πρότινος, με καινοτόμες παρεμβάσεις και εμβαθύνσεις στον φιλοπιστωτικό χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα, στον πυρήνα της λογικής του νέου νόμου βρίσκεται η εξυγίανση σημαντικών (από άποψη ποιότητας και μεγέθους) για την οικονομική ζωή της χώρας προβληματικών επιχειρήσεων και η ταυτόχρονη εκκαθάριση της αγοράς από «εταιρείες-ζόμπι», οι οποίες αποτελούν τροχοπέδη στο νέο παραγωγικό μοντέλο που σχεδιάζει η οικονομική εξουσία. Η νέα αυτή νομοθετικά κατοχυρωμένη διευκόλυνση της συγκεντροποίησης κεφαλαίων συμπληρώνεται από την πίεση στους μικρούς επιχειρηματίες, προκειμένου να διευθετήσουν τις οφειλές που δημιούργησαν από την οικονομική κρίση του 2009-2018 και που δημιουργούν, στο πλαίσιο της νέας κρίσης που ακολουθεί την πανδημία, απαλλαγμένοι και ελεύθεροι από οποιαδήποτε χρέη και ιδιοκτησία, ώστε να αποτελέσουν το κατάλληλο εργατικό δυναμικό ή, έστω, τις αναγκαίες δεξαμενές ανεργίας για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.

Επιπλέον, ο νόμος επιχειρεί να αναπτύξει ένα πλέγμα πολιτικών αναφορικά με την ακίνητη περιουσία των νοικοκυριών, από τη μια πλευρά ασκώντας έντονη πίεση για διακανονισμό των οφειλών τους και από την άλλη, δρομολογώντας τις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς των κατοικιών, ώστε να διευκολυνθεί η συγκέντρωση ακίνητης περιουσίας στα χέρια μεγάλων επενδυτικών ομίλων (funds).

Η διαδικασία «απαλλαγής» απ’ τα χρέη
Αναλυτικότερα, ο νέος νόμος εισάγει για πρώτη φορά έναν προληπτικό μηχανισμό προειδοποίησης του πολίτη, έτσι ώστε τα φυσικά και νομικά πρόσωπα έγκαιρα να προλάβουν τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και ρευστοποίησης (πλειστηριασμού). Προσέτι ο οφειλέτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έχει δύο επιλογές.

Η πρώτη αφορά τη δυνατότητά του να ρυθμίσει τα χρέη του εξωδικαστικά –μέσω μιας σχετικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας θα μπορεί να αναδιαρθρώσει τις οφειλές του έως 240 δόσεις, ακόμα και να προχωρήσει σε κάποιο είδος «κουρέματος» των δανείων του. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης διατηρεί τον έλεγχο της ιδιοκτησίας του, όμως παρέχεται η δυνατότητα ή επιβάλλεται από αρμόδιο δικαστήριο ή τους πιστωτές η επίβλεψη της διαδικασίας εξυγίανσης από ειδικό εντολοδόχο, ο οποίος αυστηροποιεί τους όρους εξυγίανσης της επιχείρησης, βάσει των κατευθύνσεων των πιστωτών. Επίσης, για οφειλές μικρότερες των 15 εκατ. ευρώ το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία θεωρείται ότι συναινούν αυτόματα στο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των πιστωτών, ενώ δύναται να υπάρξει συμφωνία εξυγίανσης μιας επιχείρησης χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, στην περίπτωση που ο εμπειρογνώμονας καταθέσει πρόταση πώλησης του συνόλου ή μέρους (κλάδου) της επιχείρησης.

Η δεύτερη επιλογή του οφειλέτη σχετίζεται με τη μη βιωσιμότητα του χρέους του και την αδυναμία ρύθμισής του, κατάσταση στην οποία θεωρείται ότι περιπίπτει όταν το τελευταίο εξάμηνο το νοικοκυριό του δεν έχει πληρώσει το 60% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών του (για εμπόρους, μικρούς επιχειρηματίες και αγρότες το ποσοστό είναι 40%) προς Δημόσιο, φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή τράπεζες, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση η «απαλλαγή» του οφειλέτη από το χρέος του θα συνοδεύεται από την κήρυξη πτώχευσης, τη ρευστοποίηση της περιουσίας του και την επαναφορά του στην οικονομική ζωή σε ένα ή τρία χρόνια. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει περιουσία να ρευστοποιηθεί, τότε ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλλει για τρία χρόνια το υπόλοιπο του εισοδήματός του, δηλαδή ότι περισσεύει μετά την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσής του.

Επιπλέον, τα ευάλωτα νοικοκυριά και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που εντάσσονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης των οφειλών για δάνεια πρώτης κατοικίας, θα επιδοτούνται για πέντε έτη, ενώ στις περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης ο ιδιοκτήτης θα χάνει την ιδιοκτησία του, αλλά θα έχει το «δικαίωμα» της διαμονής στο ακίνητο έναντι ενοικίου και τη δυνατότητα επαναγοράς του σε 12 έτη, φυσικά σε τιμές αγοράς (εμπορικές). Βεβαίως, το εν λόγω «δικαίωμα» επαφίεται στην προαίρεση του ιδιωτικού Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, δηλαδή κάποιου fund, που θα δίνει το αντίτιμο της πώλησης του ακινήτου στις τράπεζες, θα έχει την κυριότητα της κατοικίας, θα λαμβάνει την κρατική εγγύηση και θα εισπράττει τις δόσεις, που θα επιδοτούνται με κρατικό στεγαστικό επίδομα.

Επίσης, με τον νέο πτωχευτικό νόμο ικανοποιείται ένα παλιό αίτημα του μάνατζμεντ των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, οι διοικούντες μια πτωχευμένη επιχείρηση απαλλάσσονται από τις οφειλές της εντός τριών ετών από την αίτηση πτώχευσης και δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης. Ακολούθως οι εργαζόμενοι σε αυτήν απολύονται αυτόματα, χωρίς την προβλεπόμενη αποζημίωση, και ικανοποιούνται μελλοντικά ως πτωχευτικοί πιστωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις κατατάξεως των πιστωτών. Τέλος, με διατάξεις που δεν υπήρχαν στον αντίστοιχο νόμο του 2007, εξασφαλίζονται οι πιστωτές έναντι των εγγυητών, αφού ακόμα και όταν απαλλαχθεί ο οφειλέτης από τα χρέη του, ο εγγυητής εξακολουθεί να οφείλει το ποσό για το οποίο εγγυήθηκε.

Ταχεία συγκέντρωση-συγκεντροποίηση εν όψει
Με βάση τα προαναφερόμενα, ο νέος πτωχευτικός νόμος που θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου του 2021, επιφυλάσσει προνομιακό ρόλο στους πιστωτές και ιδιαίτερα στους τραπεζίτες, οι οποίοι μαζί με τις μεγάλες υγιείς επιχειρήσεις θα επιχειρήσουν να «ξαναμοιράσουν» (αναδιατάξουν) την αγορά, εργαλειοποιώντας τις προβληματικές επιχειρήσεις και τα πολύπαθα χρεωμένα νοικοκυριά. Οι κλάδοι του λιανεμπορίου, των κατασκευών, της ένδυσης, του τουρισμού, των εκδόσεων, των τηλεπικοινωνιών κ.ά. είναι μόνο μερικοί από αυτούς, στους οποίους δραστηριοποιούνται εταιρείες που έχουν στο παρελθόν προσφύγει στις διαδικασίες εξυγίανσης των πτωχευτικών νόμων και θα το επαναλάβουν σίγουρα στο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, οι μέχρι τώρα σχετικές διαδικασίες διευκόλυναν τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των κεφαλαίων, αφού οι αιτήσεις πτώχευσης αποτέλεσαν πεδίο για νέες επιχειρηματικές συμφωνίες (π.χ. ΟΤΕ, Μαρινόπουλος, Παζαρόπουλος, Ελευθερουδάκης, τράπεζες κ.ά.).

Ειδικά για τον κλάδο των τροφίμων-ποτών είναι φανερό ότι, ιδιαίτερα μετά την υγειονομική κρίση, ο πτωχευτικός νόμος θα αποβεί δραστικό εργαλείο για την περεταίρω συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των επιχειρήσεων. Τα περιθώρια είναι μεγάλα, αφού στη μεν αγορά λιανικής, όπως επισημαίνουν οι επιχειρηματικοί εκπρόσωποι του κλάδου, το ποσοστό συγκέντρωσης στην Ελλάδα είναι 55% έναντι 70%-90% σε άλλες χώρες της Ευρώπης, στη δε μεταποίηση, ενώ το 1% των επιχειρήσεων ελέγχει το 63% του τζίρου, περίπου το 27% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζονται «ζόμπι» από σχετική έρευνα της PwC (Ιούνιος 2018) .

Όλοι ίσοι έναντι του νόμου
Είναι αλήθεια πως ο συγκεκριμένος νόμος προκάλεσε μεγάλη συζήτηση και έντονες αντιδράσεις μέσα και έξω από το κοινοβούλιο. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κοινωνικοί και παραγωγικοί φορείς της χώρας, όπως και η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, εξέφρασαν από έντονες επιφυλάξεις έως απόλυτη διαφωνία με τον νέο νόμο. Γι’ αυτούς οι διατάξεις του δεν συνιστούν «διαδικασία δεύτερης ευκαιρίας» ή «σωτηρίας» για χρεωμένες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά «το δεύτερο γύρο» (μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση) μεταφοράς πλούτου, μέσω βίαιων μεταβιβάσεων. Παρ’ όλα αυτά ο νόμος ψηφίστηκε. Η εφαρμογή του άμεσα ή όχι, λόγω επιδείνωσης των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης, θα είναι αντικείμενο συζήτησης και προβληματισμού το επόμενο διάστημα. Οι θιασώτες του επιμένουν, πάντως, πως αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο νέο νόμο, είναι η εμμονή του σε κανόνες καθολικής ισχύος, η προσήλωσή του στην αξία του καθολικού, θυμίζοντας τον αφορισμό «φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο σε πλούσιους και φτωχούς να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί» (του Γάλλου συγγραφέα Ανατόλ Φρανς, 1844-1924, Νόμπελ 1921).