Απορρυπαντικά – σαπούνια
Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών έπληξε και τη συνολική κατανάλωση απορρυπαντικών – σαπουνιών, διαπιστώνεται στην έρευνα του ICAP, που δόθηκε στη δημοσιότητα στο τέλος Ιουλίου. Συγκεκριμένα, το συνολικό μέγεθος της αγοράς απορρυπαντικών-σαπουνιών μειώθηκε, με μέσο ετήσιο ρυθμό 4% περίπου την τελευταία πενταετία, ενώ αναμένεται πτώση στη συνολική αξία όλων των κατηγοριών απορρυπαντικών-σαπουνιών την προσεχή διετία, λόγω αύξησης των συνεχόμενων προσφορών. Ως θετικό στοιχείο αναφέρεται στη μελέτη η επιστροφή μέρους της παραγωγής απορρυπαντικών στη χώρα, και η μικρή ανάκαμψη (2,8%) της εγχώριας παραγωγής. Όπως σημειώνεται στην έρευνα, ο κλάδος των απορρυπαντικών – σαπουνιών αποτελείται αφενός από ορισμένες μεγάλου μεγέθους εταιρείες που διαθέτουν ποικιλία προϊόντων και, αφετέρου, από αρκετές μικρότερες επιχειρήσεις, που ασχολούνται συνήθως με συγκεκριμένη κατηγορία (κυρίως σαπούνια). Μεταξύ των μεγάλου μεγέθους εταιρειών, που καλύπτουν το σημαντικότερο μέρος της συνολικής αγοράς, αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός, που οδηγεί στον εμπλουτισμό της προσφοράς με νέα προϊόντα. Παράλληλα, όμως, έχει αυξηθεί η διείσδυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.

Κατεψυγμένα αλιεύματα
Πτώση και στην εγχώρια κατανάλωση κατεψυγμένων επεξεργασμένων αλιευμάτων (σε ποσότητα), καταγράφει η σχετική κλαδική έρευνα του ICAP για την περίοδο 2011-2013, με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής -8%. Σημειώνεται πως τα μαλάκια κατέλαβαν περίπου 50% της συνολικής εγχώριας αγοράς (σε αξία) το 2013, ενώ την ίδια χρονιά, το κανάλι των χονδρεμπόρων εκτιμάται ότι κάλυψε το 65% της αγοράς (σε αξία) και ακολούθησε το κανάλι των σούπερ μάρκετ. Η έρευνα τονίζει πως ο τομέας της επεξεργασίας και συσκευασίας / τυποποίησης κατεψυγμένων αλιευμάτων στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αρκετών, μεσαίου κυρίως μεγέθους, επιχειρήσεων, και πως οι οργανωμένες μονάδες συστηματικής βιομηχανικής παραγωγής «επώνυμων» προϊόντων είναι λίγες σε αριθμό, συγκεντρώνοντας, ωστόσο, μεγάλο κομμάτι της εγχώριας παραγωγής. Η κατανάλωση αλιευτικών προϊόντων, οι διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών και η τιμολογιακή πολιτική είναι ορισμένοι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση για τα εξεταζόμενα προϊόντα. Σε ό,τι αφορά δε στο διεθνές περιβάλλον, η έρευνα διαπιστώνει ανοδική τάση της ζήτησης αλιευτικών προϊόντων, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, κυρίως λόγω της μεταστροφής μέρους του καταναλωτικού κοινού προς μια πιο ισορροπημένη διατροφή, βασιζόμενη σε περισσότερα υγιεινά προϊόντα.