Η ραγδαία αύξηση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα οδήγησε πολλούς να διακηρύξουν την απόλυτη κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης και το τέλος εθνικών οικονομιών και πολέμων. Με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που την ακολούθησαν, την υγειονομική κρίση και την πολεμική κρίση τώρα,
η διεθνής συνεργασία του κεφαλαίου αμφισβητείται, καθώς παρατηρείται εκτεταμένη απορρύθμιση των διεθνών κεφαλαιακών κινήσεων και ενίσχυση των περιφερειακών ολοκληρώσεων.

Στις διαδικασίες της παραγωγής των εμπορευμάτων, της διάθεσής τους και της διανομής του εισοδήματος αντιστοιχούν, σε κάθε στάδιο ανάπτυξης του συστήματος των ελεύθερων αγορών, ιδιαίτερες μορφές οικονομικών κρίσεων και πολιτικής διαμεσολάβησης για την υπέρβασή τους, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του συστήματος διεθνώς. Τα σύγχρονα επεισόδια της κεφαλαιακής κινητικότητας, λοιπόν, σκιαγραφούν ήδη μια νέα μορφή διεθνοποίησης.

Με βάση την ανάλυση του Fareed Zakaria, οικοδεσπότη της εμβληματικής εκπομπής του CNN για τις διεθνείς υποθέσεις, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο του «Δέκα μαθήματα για την εποχή μετά την πανδημία» (best seller στα εκατό εμπορικότερα της Amazon το 2020), αναδεικνύονται τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης διεθνοποίησης. Αυτά αφορούν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών, την εκτίναξη των εμπορικών ροών και των άμεσων ξένων επενδύσεων, την επανάσταση στις επικοινωνίες και την ψηφιακή οικονομία, την επέκταση των μεταφορών, την οργάνωση της παραγωγής από τις επιχειρήσεις σε παγκόσμια κλίμακα, την ενίσχυση του ρόλου του πιστωτικού χρήματος (και των νέων μορφών χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων), καθώς και τις μεταβολές ισχύος μεταξύ των κρατών. Ωστόσο, κατά τον συγγραφέα, η ισχνή ανάπτυξη μετά την κρίση του 2008 και ιδίως στην εποχή της πανδημίας έθεσε σε κίνηση τάσεις προστατευτισμού των εθνικών οικονομιών, λόγω της υπολειτουργίας των εφοδιαστικών αλυσίδων και στο πλαίσιο των πιεστικών αναγκών τους για απεξάρτηση από χώρες-προμηθευτές σημαντικών αγαθών για την αντιμετώπιση της πανδημίας (π.χ. μάσκες και υγειονομικό υλικό). Οι εύλογες αυτές κινήσεις, οι οποίες επ’ ουδενί λόγο αμφισβήτησαν την οικονομική αρχή θεμελίωσης της παγκοσμιοποίησης (δηλαδή την αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος, που προτάσσει ανά χώρα την εξειδίκευση σε συγκεκριμένους τομείς δραστηριότητας), «απλώς αντιπροσωπεύουν μια αναδιοργάνωση εντός του κόσμου του εμπορίου και των διασυνοριακών επενδύσεων», λέει ο συγγραφέας.

Η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης
Η επιχειρηματολογία του συγγραφέα θεμελιώνεται σε μια ιστορική και λογική παρακολούθηση των διαφόρων «στιγμών» της συνδεσιμότητας της παγκόσμιας οικονομίας. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την αμερικάνικη εμπειρία, κάποιες εταιρείες με το ξέσπασμα της πανδημίας θέλησαν να επιστρέψουν στις βάσεις τους ή να αλλάξουν χώρα παραγωγής, ερχόμενες πλησιέστερα στο εθνικό τους κέντρο, προκειμένου να μειώσουν το ρίσκο, το κόστος παραγωγής (ιδίως τώρα που η Κίνα μετατρέπεται σε χώρα μεσαίου εισοδήματος) και την εξάρτησή τους από το εξωτερικό. Όχι τυχαία η πόλη Χουαρέζ στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, για παράδειγμα, έγινε τώρα μια νέα ζώνη φτηνού εργατικού δυναμικού για τις εταιρείες των ΗΠΑ. Στο ίδιο πλαίσιο, πολλές χώρες, επιθυμώντας την απαγκίστρωση των επιχειρήσεών τους από τους Κινέζους προμηθευτές, πριμοδοτούν την παραγωγή άλλων χωρών χαμηλού κόστους παραγωγής, όπως το Βιετνάμ, το Μπαγκλαντές ή η Ρουμανία.

Στο μεταξύ, από την ΕΕ ως την Ιαπωνία οι κυβερνήσεις δίνουν στις επιχειρήσεις κίνητρα (φορολογικά κ.ά.), προκειμένου ν’ ανασυστήσουν την εγχώρια παραγωγή. Ωστόσο, ελάχιστες μπορούν ν’ αντέξουν την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων, που θα επέφερε μια εκτεταμένη βιομηχανική μετεγκατάσταση (π.χ. η παραγωγή του παντελονιού Levi’s κοστίζει δυόμισι φορές περισσότερα στις ΗΠΑ απ’ ότι στην Ασία) ειδικά μετά την κρίση του 2008, οπότε τα μισθωτά εισοδήματα δεν αναπροσαρμόστηκαν, αλλά και στο πλαίσιο της πανδημίας, οπότε τα κρατικά χρέη εκτοξεύτηκαν –πόσο μάλλον όταν πολλές από αυτές τις κατ’ όνομα βιομηχανικές χώρες παράγουν άνω του 70% του ΑΕΠ τους από τις υπηρεσίες (ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία κ.ά.). Επιπλέον, σημαντικό πρόβλημα για την παραγωγή αυτών των χωρών αποτελεί πλέον η απώλεια βιομηχανιών υποδομών και εξειδίκευσης για την κατασκευή υλικών για τεχνικά προϊόντα, όπως οι υπολογιστές. Η Apple λ.χ. επιχείρησε το 2012 να φτιάξει τον πρώτο κομπιούτερ εξολοκλήρου στις ΗΠΑ και απέτυχε, καθώς για τη ντόπια βιομηχανία ήταν εντελώς ασύμφορο να παράγει στις απαιτούμενες ποσότητες μία μικροσκοπική βίδα, την οποία εντέλει η εταιρεία προμηθεύτηκε από την Κίνα.

Από μια άλλη σκοπιά μια σημαντική μεταβολή στην παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με τον Fareed Zakaria, είναι η άνοδος της ψηφιακής οικονομίας, η οποία είναι εκ φύσεως παγκόσμια. Η ροή δεδομένων, η ηλεκτρονική αλληλογραφία, η πώληση εμπορευμάτων μέσω των πλατφορμών δίνουν αναπότρεπτα ψηφιακό χαρακτήρα στη σύγχρονη φάση της παγκοσμιοποίησης. Αλλά και οι «παραδοσιακές» της μορφές αυξάνονται. Εκατομμύρια άνθρωποι μετακινούνται από χώρα σε χώρα για δουλειές, σπουδές και ταξίδια. Ο «δείκτης ανοιχτού εμπορίου», που εξετάζει τις εισαγωγές και εξαγωγές ως μέρος της συνολικής παγκόσμιας οικονομίας, παρουσιάζει άνοδο από το 1945, φυσικά με κάποια μικρά ή μεγαλύτερα πισωγυρίσματα (η κρίση του 2008, η πανδημία), ενώ το μέσο ποσοστό δασμών παρουσιάζει καθοδική τάση (από 15% το 1960 στο 3% το 2016). Επίσης αυξητική είναι η τάση των άμεσων ξένων επενδύσεων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 670% μεταξύ 1990 και 2007, ενώ η διεθνής συνεργασία δεν μπορεί να ακυρωθεί, δεδομένης και της διευρυνόμενης αξίας των πρώτων υλών του μέλλοντος. Σε έρευνα της Handelsblatt επισημαίνεται ότι για να πετύχει η ενεργειακή μετάβαση, απαιτούνται τεράστιες ποσότητες ειδικών βιομηχανικών μετάλλων (λίθιο, κοβάλτιο, γραφίτης, νικέλιο, χαλκός, σπάνιες γαίες κ.ά.), η παραγωγή των οποίων εκτείνεται από τη Χιλή ως την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες και από την Αυστραλία ως την Κίνα, τη Ρωσία και την Ουκρανία.

Αλλαγή ρυθμού, όχι προσανατολισμού
Η αλληλεξάρτηση των εθνικών οικονομιών, στο πλαίσιο της κινητικότητας του κεφαλαίου, έκανε στο παρελθόν πολλούς να πιστέψουν πως οι ανταγωνισμοί θα μετριαστούν και πως ως ακραία μορφή τους ο πόλεμος θα αποφεύγεται σαν αυτοκαταστροφική επιλογή, αφού το κόστος από τη διατάραξη του παγκόσμιου εμπορίου και από τη μέριμνα για την αποδυνάμωση του αντιπάλου (αλλά ταυτόχρονα και εμπορικού εταίρου) είναι μεγαλύτερο από το όφελος της νίκης. Μολαταύτα δύο φορές σε παγκόσμια κλίμακα και αμέτρητες φορές σε περιφερειακή στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς, ανάλογα με τις αλλαγές στο ισοζύγιο ισχύος των κρατών, επιχειρήθηκε εμπολέμως η αλλαγή των συσχετισμών. Τους τελευταίους μήνες με επίκεντρο την Ουκρανία συντελείται μια αντίστοιχη διαδικασία, που υπονομεύει τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη. Η Handelsblatt προειδοποιεί σχετικώς τις αγορές για την κρίση στις αγορές των εμπορευμάτων, που δεν είναι τίποτα άλλο από έκφραση του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των πρώτων υλών. Ωστόσο, η αγορά είναι εδώ! Ήδη η Volkswagen, προκειμένου να αντικαταστήσει τις πολύτιμες για τη βιομηχανία της εισαγωγές νικελίου από τη Ρωσία, δημιούργησε κοινοπραξίες με δύο Κινέζους εταίρους για την ανάπτυξη κοιτασμάτων νικελίου στην Ινδονησία.

Η ΕΕ επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από ασιατικές προμήθειες και στοχεύει στην αύξηση της συμμετοχής της στην παγκόσμια παραγωγή από το 10% στο 20%. Και ενόσω ο ΟΗΕ προειδοποιεί για την έλευση «τυφώνος πείνας», καθώς Ρωσία και Ουκρανία είναι από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς βασικών γεωργικών προϊόντων, η εξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο την πανικοβάλει, στρέφοντάς της στο LNG και στην ταχεία δημιουργία μονάδων αποθήκευσής του προς ικανοποίηση των ΗΠΑ, που εξάγουν LNG. Στο μεταξύ, η Κίνα διευρύνει την ηγεμονία της στην παραγωγή σπάνιων γαιών και επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της στην Αφρική, ώστε χώρες όπως η Κένυα και το Τζιμπουτί να αποτελέσουν σταθμούς του «Νέου Δρόμου του Μεταξιού», που ενοποιεί για λογαριασμό της τις αγορές Κίνας, ΕΕ και Αφρικής.

Συμπερασματικά, η οικονομική κρίση, η ασθενής οικονομική ανάκαμψη, η υγειονομική κρίση και οι πολεμικές συγκρούσεις αποτελούν μορφές της παγκόσμιας οικονομικής διαπάλης και του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο ενός νέου περιεχομένου στη σύγχρονη διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Η αύξηση ή η επιβράδυνση του ρυθμού της δεν συνιστά αλλαγή προσανατολισμού. Ο Zakaria αποτυπώνει με τον δικό του τρόπο τούτο το συμπέρασμα και, ταυτόχρονα, την ανησυχία του: «Η παγκοσμιοποίηση δεν έχει πεθάνει. Αλλά μπορεί να τη σκοτώσουμε…».