Θετικά υποδέχονται ανώτερα στελέχη του κλάδου το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι κινείται μεν προς τη θετική κατεύθυνση, αλλά δεν είναι όσο τολμηρό θα ήθελαν, ενώ σημειώνουν ορισμένους «αστερίσκους», κυρίως σε ό,τι αφορά τον τρόπο εφαρμογής κάποιων διατάξεων.

Παράγοντες του κλάδου, μιλώντας στο «σελφ σέρβις» τις παραμονές της ψήφισης του επίμαχου νομοσχεδίου από τη Βουλή, με το οποίο πρόκειται ν’ αλλάξει άρδην προς όφελος των εργοδοτών η εργατική νομοθεσία που ισχύει τα τελευταία σαράντα χρόνια, στέκονται στο ζήτημα της διευθέτησης του χρόνου εργασίας. Ειδικότερα, αναφερόμενοι στην ελαστικότητα του ωραρίου απασχόλησης, για την οποία έχουν ειπωθεί πολλά, σχολιάζουν ότι πρόκειται για μεταρρύθμιση που «βοηθά τις επιχειρήσεις να λειτουργήσουν αποδοτικότερα, δίνοντας στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να προσαρμόσουν τους χρόνους και τις ημέρες εργασίες και στις δικές τους ανάγκες». Θεωρούν ότι ορθώς το νομοσχέδιο προϋποθέτει τη συναίνεση του εργαζόμενου για την εφαρμογή της τετραήμερης εργασίας με υπερ-οκτάωρη απασχόληση, ωστόσο επισημαίνουν ότι «ο νόμος έρχεται να ρυθμίσει μια σειρά από πρακτικές, τις οποίες σε μεγάλο βαθμό εφάρμοζε άτυπα η αγορά τα τελευταία χρόνια…».

Θετικές είναι οι κρίσεις τους σχετικά και με τις ρυθμίσεις για την τηλεργασία, δεδομένου ότι η κρίση στη δημόσια υγεία όχι απλώς επέβαλε την εξ αποστάσεως απασχόληση, αλλάζοντας πλήρως το πλαίσιο για το περιβάλλον της εργασίας, αλλά λόγω της μεγάλης διάρκειάς της, την έχει ήδη καθιερώσει ως νέο μοντέλο απασχόλησης, το οποίο σε κάθε περίπτωση έπρεπε να θεσμοθετηθεί.

Ένας από τους προβληματισμούς των επιχειρηματιών του κλάδου αφορά την ψηφιακή κάρτα εργασίας. Επικροτούν μεν το σχετικό μέτρο, αλλά σχολιάζουν ότι υπάρχει ο κίνδυνος κατά την εφαρμογή της κάρτας να απαιτηθεί η εγκατάσταση υποδομών υψηλού κόστους εκ μέρους των επιχειρήσεων, προκειμένου τα συστήματα να είναι πλήρως συμβατά με τον ΕΦΚΑ και τους ελεγκτές. Παράλληλα, δεν αποκλείουν τον κίνδυνο της εμπλοκής σε γραφειοκρατικές διαδικασίες. Ομολογούν μεν ότι το μέτρο ήταν αναγκαίο να θεσπιστεί, αλλά επιμένουν στο ζήτημα του κόστους και των διαδικασιών εφαρμογής του.

Θετικά είναι τα σχόλιά τους και για την καθιέρωση της πατρικής άδειας. Όμως, το γεγονός ότι το νέο πλαίσιο «δυσκολεύει» τις απολύσεις (με την καθιέρωση του «νόμιμου λόγου απόλυσης»), περιορίζει, λένε, την ευελιξία της επιχείρησης να δοκιμάσει και πολύ περισσότερο να πειραματιστεί με την απόδοση του προσωπικού, μέσω νέων προσλήψεων. Εφόσον η διακοπή της όποιας συνεργασίας θα προϋποθέτει την κρίση ότι «δεν ήταν αποδοτική», θα διακόπτεται δυσκολότερα απ’ όσο σήμερα, καθώς θα δίνει το περιθώριο άσκησης αγωγών εκ μέρους των απολυόμενων κατά των εργοδοτών τους. Όπως χαρακτηριστικά λένε, «οι περιορισμοί στις απολύσεις σε κάθε περίπτωση προκαλούν βάρος στις επιχειρήσεις. Ό,τι παρακωλύει την ανεμπόδιστη επιλογή προσωπικού, δημιουργεί εμπόδια στην επιχειρηματικότητα…».

Θετικό το ισοζύγιο των διατάξεων
Το ψαλίδισμα των συνδικαλιστικών αδειών βρίσκει απολύτως σύμφωνα τα στελέχη της αγοράς που μίλησαν στο περιοδικό. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι ο νέος νόμος διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τη συνδικαλιστική ασυλία, σε σημείο τέτοιο, λένε, ώστε «ταυτίζονται τα δικαιώματα των συνδικαλιστών με των εγκύων γυναικών!» και δηλώνουν τη διαφωνία τους.

Οι επιχειρηματίες του κλάδου, όπως διαπιστώνουμε, προσδοκούσαν περισσότερα μέτρα και ρυθμίσεις «συμβατές με τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, ιδιαίτερα από μια κυβέρνηση, η οποία ενστερνίζεται ανάλογες πολιτικές…», όπως σημειώνουν. Μολονότι, λοιπόν, πίστευαν ότι «η κυβέρνηση θα ζύγιζε διαφορετικά τα πράγματα, ώστε με τις αποφάσεις της να καλύψει περισσότερα από τα αιτήματα και τις προτάσεις της επιχειρηματικής κοινότητας» εντέλει, πάντως, κρίνουν ότι «το ισοζύγιο των διατάξεων παραμένει θετικό»…