Μετά από δεκαετίες χαμηλού πληθωρισμού οι αυξανόμενες τιμές καταναλωτή δημιουργούν νέες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις σε ολόκληρη την ΕΕ. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός το 2022 άγγιξε το 10,1% στην ΕΕ σε υψηλό σαράντα ετών (για να μειωθεί ο ρυθμός του, κλείνοντας το έτος), καθώς οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν σε διψήφιο ποσοστό σε σχέση με το 2021. Βασική αιτία, η αύξηση των τιμών της ενέργειας –περίπου κατά 40% υψηλότερα του προηγούμενου έτους– και οι αυξανόμενες τιμές των τροφίμων.

Πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής1 κατέγραψε την αύξηση της υλικής και κοινωνικής φτωχοποίησης περίπου κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και της ενεργειακής φτώχειας και της απόλυτης νομισματικής φτώχειας περίπου κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες. Ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου θα προσπαθούσαν η καθεμιά χωριστά, αλλά και μέσω των συλλογικοτήτων τους, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Δυο είναι οι κύριες προτάσεις, η επιλεγμένη μείωση του ΦΠΑ και η διανομή επιδομάτων.

ΔΝΤ και ΟΟΣΑ δεν θέλουν μείωση του ΦΠΑ
Με ανακοίνωση του στις 15 Ιουνίου πέρυσι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε τις κυβερνήσεις να αποφύγουν τις προσωρινές μειώσεις των συντελεστών του ΦΠΑ σε καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια ή τρόφιμα, γιατί έτσι απαρνώνται σημαντικά έσοδα, δεδομένης της ανελαστικότητας των δαπανών σε αυτά τα προϊόντα. Πρότεινε αντ’ αυτού οι κυβερνήσεις να αξιοποιούν τους πρόσθετους φόρους, προκειμένου να παράσχουν στοχευμένη κοινωνική στήριξη στους λιγότερο εύπορους ή να προχωρήσουν σε περικοπές των εισαγωγικών δασμών ειδών πρώτης ανάγκης ως ηπιότερα «στρεβλωτικών». Επιπλέον το ΔΝΤ υπερασπίζεται το ρόλο των φόρων κατανάλωσης καυσίμων στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής!
Ένα μήνα αργότερα, στις 4 Ιουλίου, αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των μειώσεων του ΦΠΑ στον τομέα της ενέργειας και των τροφίμων εξέφρασε και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι πράγματι οι περικοπές στον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης προσφέρουν σχεδόν άμεση ανακούφιση, ενώ κοινοποιούνται εύκολα, άρα είναι δημοφιλείς στους πολιτικούς όπως οι έλεγχοι των τιμών, αλλά τα μειούμενα φορολογικά έσοδα προκαλούν δημοσιονομικό κόστος και η μετακύλιση των φορολογικών περικοπών στις τιμές καταναλωτή μπορεί να είναι χαμηλότερη σε περιόδους περιορισμένης προσφοράς, όπως συμβαίνει. Ο ΟΟΣΑ εκφράζει, τέλος, τις ανησυχίες του για τη φορολογική δικαιοσύνη, σε περίπτωση που οι φορολογικές περικοπές οδηγούν σε μεγαλύτερη κερδοφορία τους παραγωγούς ορυκτών καυσίμων.

Παραδείγματα μειώσεων του ευρωπαϊκού συντελεστή ΦΠΑ
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όμως, φαίνεται να μην ακολουθούν τις εν λόγω υποδείξεις. Στο πλαίσιο αυτό, στις 6 Απριλίου πέρυσι η ΕΕ εισήγαγε νέο μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ, ο οποίος επιτρέπει στα κράτη-μέλη να χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ κάτω του 5 % σε ελεγχόμενο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών. Επιπλέον, επέκτεινε τις κατηγορίες προμηθειών, που είναι επιλέξιμες για τους άλλους δύο μειωμένους συντελεστές που επιτράπηκαν κάτω από τον κανονικό όριό τους. Ωστόσο, οι συντελεστές ΦΠΑ στον τομέα της ενέργειας πρέπει να είναι τουλάχιστον 5%.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ιταλία μείωσε τον συντελεστή ΦΠΑ για το φυσικό αέριο στο 5% μέχρι τον Μάρτιο του 2023. Η Ισπανία μείωσε τον ΦΠΑ στα τρόφιμα και τον ΦΠΑ του φυσικού αερίου από 21% στο 5%. Η Λιθουανία περιέκοψε τον ΦΠΑ, ενώ η Σλοβακική Δημοκρατία τον μείωσε φέτος για τα εστιατόρια και τον αθλητισμό. Η Εσθονία τον μείωσε στο 5% για τα τρόφιμα και τα εστιατόρια και θα τον μειώσει προσωρινά στην εγχώρια ενέργεια έως τον Μάιο του 2023. Η Φινλανδία διατήρησε τον ΦΠΑ στην ηλεκτρική ενέργεια στο 10% μεταξύ του Δεκεμβρίου πέρυσι και του Απριλίου φέτος. Το Βέλγιο μονιμοποίησε τη μείωσή του στην ενέργεια στο 6%. Η Κροατία μείωσε τον ΦΠΑ στη θέρμανση έως τον Απρίλιο του 2023 και η Ιρλανδία επέκτεινε εκ νέου τη μείωσή του σε εστιατόρια, καφετέριες και τουρισμό, λόγω των ανησυχιών για τον πληθωρισμό, καθώς και τον ΦΠΑ του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας στο 9% για έξι μήνες. Το Λουξεμβούργο μείωσε τον ΦΠΑ από 17% σε 16% από φέτος. Η Λετονία εξετάζει τη μείωση του ποσοστού του ΦΠΑ των τροφίμων και της θέρμανσης στο 5% για μια τριετία. Η Πορτογαλία τον μειώνει στην εγχώρια ηλεκτρική ενέργεια από 13% σε 6% και μειώνει περαιτέρω τους δασμούς ως επιβεβαίωση της αναμονής για τη μείωση του ΦΠΑ στη βενζίνη στο 13%. Η Γερμανία ανανέωσε τη μείωση του ΦΠΑ στις υπηρεσίες φιλοξενίας φέτος και μειώνει τον ΦΠΑ στο φυσικό αέριο στο 7% έως τον Μάρτιο του 2024. Η Κύπρος όρισε μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ για τη βενζίνη, την ενέργεια και την ηλεκτρική ενέργεια, ενώ η Ιταλία εξετάζει το ενδεχόμενο της μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στα τρόφιμα και η Πολωνία παρατείνει εκ νέου τις προσωρινές περικοπές του ΦΠΑ στους τομείς της ενέργειας και των τροφίμων. Επίσης η Βουλγαρία επιβεβαίωσε την επέκταση της μείωσης του ΦΠΑ στον τομέα της ενέργειας και μηδένισε τον συντελεστή του στα βασικά τρόφιμα, ενώ η Ολλανδία τον μείωσε στην ηλεκτρική ενέργεια στο 9%.

Στον αντίποδα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων η ελληνική ακολουθεί τις οδηγίες των διεθνών οργανισμών και αρνείται να μειώσει το ΦΠΑ και τον ΕΦΚ καυσίμων, τασσόμενη υπέρ μιας επιδοματικής πολιτικής γι’ αυτούς που έχουν περισσότερη ανάγκη, δηλαδή όχι οριζόντια.

Απευθείας στον καταναλωτή/πολίτη
Η επιχειρηματολογία της εστιάζεται στο ότι στα καύσιμα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα έδωσε τα fuel pass 1 και 2, καθώς και την επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, και ότι φορολογεί επιπλέον τα διυλιστήρια κατά 650 εκατ. ευρώ και το ποσό αυτό θα διατεθεί στους ευπαθείς καταναλωτές ως ειδικό επίδομα (52 ευρώ το μήνα για μία τετραμελή οικογένεια χαμηλού εισοδήματος).

Από την άλλη πλευρά, θεωρείται ότι μια μείωση του ΦΠΑ κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες θα έφερνε ωφέλεια 36 ευρώ, άρα μικρότερη βοήθεια, η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα κατέληγε στον καταναλωτή, καθώς μπορεί να χανόταν στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ως παράδειγμα χρησιμοποιείται η πρόσφατη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση και στον καφέ για τη στήριξη των μικρών επιχειρήσεων στην εστίαση την περίοδο των μέτρων κατά της πανδημίας, που χάθηκε στην εφοδιαστική αλυσίδα. Επιπλέον εκφράζεται ο φόβος ότι το δημοσιονομικό κόστος από τη μείωση του ειδικού φόρου στα κατώτατα όρια και του ΦΠΑ κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες (3,5 δισ. ευρώ), θα οδηγούσε την Ελλάδα φέτος σε σημαντικά πρωτογενή ελλείματα.

H Ελλάδα πρωταθλήτρια φοροεισπράξεων

Όμως η χώρα μας έχει πλεόνασμα εισπράξεων! Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2022, τα φορολογικά έσοδα προβλέπονταν στα 50,055 δισ. ευρώ έναντι 46,558 δισ. ευρώ το 2021, πράγμα που αποδόθηκε στην ανάπτυξη. Τελικά τα έσοδα ανήλθαν σε 55,316 δισ. ευρώ –εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη η παράταση της είσπραξης των τελών κυκλοφορίας, η πραγματική αύξηση των φορολογικών εσόδων είναι ακόμη μεγαλύτερη!

Είναι προφανές ότι η αύξηση αυτή οφείλεται στον επιπλέον ΦΠΑ που προέκυψε από τις αυξημένες τιμές, ο οποίος τις επιβάρυνε εντέλει περεταίρω. Από τα έσοδα του 2022 το 56,9% προέρχεται από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΦΚ), το 30,6% από τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων και τα υπόλοιπα από διάφορους άλλους φόρους. Από τα επιπλέον 3,5 δισ. ευρώ που εισπράχθηκαν το 2022, τα 2,2 δισ. ευρώ αφορούν έμμεσους φόρους και συγκεκριμένα τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και 1,3 δισ. ευρώ τον φόρο εισοδήματος.
Τα συνολικά έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα ενεργειακά προϊόντα στην Ελλάδα έφτασαν τα 4,28 δισ. ευρώ το 2019, όταν το 2008 ήταν περίπου 2,8 δισ. ευρώ. Τα έσοδα από ειδικούς φόρους στην ενέργεια το 2018 έφτασαν το 2,9% του ΑΕΠ, όταν το ίδιο έτος αποτελούσαν στην ΕΕ-27 κατά μέσο όρο το 1,9% του ΑΕΠ. Οι ερευνητές του ΙΟΒΕ εκτιμούν ότι μια μείωση 10% στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου θα είχε θεαματικά θετική επίδραση στην οικονομία, προσθέτοντας σχεδόν 1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και 21.500 νέες θέσεις εργασίας.

Ποιος κερδίζει από τη μείωση του ΦΠΑ;
Σύμφωνα με ένα άλλο «σοσιαλιστικής ευαισθησίας» επιχείρημα κατά της μείωσης του ΦΠΑ, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος καταναλώνουν λιγότερα τρόφιμα, οπότε τελικά θα ωφεληθούν οι πλούσιοι περισσότερο. Όμως η προσεκτική μελέτη των στοιχείων της έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ οδηγεί σε άλλα συμπεράσματα. Αρκεί ένας επιμερισμός με βάση τον αριθμό των μελών των νοικοκυριών για να αποδειχθεί το αντίθετο στις περισσότερες περιπτώσεις τροφίμων (βλέπε το σχετικό πίνακα).

Το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, ώστε η μείωση του ΦΠΑ να φτάσει εκεί που πρέπει, δηλαδή στο τελικό προϊόν, πέραν του ότι δεν τιμά την πολιτεία και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της, κρίνεται μάλλον αβάσιμο. Όχι μόνο γιατί οι ηλεκτρονικές συναλλαγές (κάρτες, POS, e-banking) έχουν μειώσει τις απώλειες εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, αλλά και γιατί ο στενός έλεγχος των τιμών λιανικής από τη ΔΙΜΕΑ δεν αφήνουν τέτοια περιθώρια. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στα καύσιμα, ο ΦΠΑ ελέγχεται σε όλα τα στάδια από το σύστημα εισροών εκροών. 

Ο κ. Στέφανος Κομνηνός είναι αναλυτής αγοράς και επιχειρηματικός μέντορας, ιδρυτικός εταίρος της Netrino. Ο κ. Χάρης Δούκας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΜΠ.