rn

Πρόστιμα που ξεπερνούν σε αξία τα 2,5 εκατ. ευρώ επέβαλε ο ΕΦΕΤ τη διετία 2005-2006 σε βάρος εκατοντάδων επιχειρήσεων τροφίμων, οι οποίες, κατά τους ελέγχους του, διαπιστώθηκε ότι καταστρατηγούσαν την ισχύουσα νομοθεσία. Με την πολιτική των προστίμων και της δημοσιοποίησης των επωνυμιών των τιμωρουμένων, ο ΕΦΕΤ απευθύνει μήνυμα στην αγορά ότι θα εφαρμόσει αυστηρά τον νόμο για τη διασφάλιση της ποιότητας στα τρόφιμα. Κατά την τελευταία διετία, ο ΕΦΕΤ έχει στρέψει την προσοχή του προς τους κλάδους των τυροκομικών και των γαλακτοκομικών προϊόντων -δύο από τις πλέον ευαίσθητες αγορές τροφίμων- με δυσμενείς επιπτώσεις κυρίως σε ό,τι αφορά στη μείωση των πωλήσεών τους, συνεπεία της δυσφήμησής τους.

rn

Υψηλά πρόστιμα έχει επιβάλει ο ΕΦΕΤ και κατά επιχειρήσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου. Το υψηλότερο εξ αυτών αποφασίσθηκε εις βάρος της Καρφούρ-Μαρινόπουλος, ύψους 80 χιλ. ευρώ, και αφορούσε σε παρατυπίες που διαπιστώθηκαν σε δύο καταστήματα της εταιρείας. Ωστόσο, όπως δηλώνεται από παράγοντες της αγοράς, όταν πρόκειται για μεγάλα οργανωμένα δίκτυα πωλήσεων, που περιλαμβάνουν περισσότερα από 400 καταστήματα ανά την επικράτεια, είναι φυσικό επόμενο να υπάρξουν και κρούσματα με προβληματικά τρόφιμα. Για τις περιπτώσεις αυτές, οι οποίες δεν απειλούν συνολικά τη δημόσια υγεία, οι ίδιοι θεωρούν άδικο να διασύρεται το όνομα μιας επιχείρησης.

Μάλιστα, κατά την τελευταία διετία, ο ΕΦΕΤ έχει στρέψει την προσοχή του προς τους κλάδους των τυροκομικών και των γαλακτοκομικών προϊόντων -δύο από τις πλέον ευαίσθητες αγορές τροφίμων- σε μια προσπάθεια να βάλει τάξη στην “αταξία” που επικρατεί σε ό,τι αφορά τις ενδείξεις επί των συσκευασιών, καθώς και τη χρήση των πρώτων υλών. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις αρχές του 2005 μέχρι σήμερα τα υψηλότερα πρόστιμα έχουν επιβληθεί σε εταιρείες των δύο προαναφερόμενων κλάδων.

Πρόστιμα μεγάλα!

Εξ αυτών, το αυστηρότερο αποφασίσθηκε από τον υπουργό Ανάπτυξης, κ. Δ. Σιούφα, σε βάρος της ΦΑΓΕ. Το πρόστιμο ανήλθε στις 500 χιλ. ευρώ και η αυστηρότητά του δεν είχε να κάνει τόσο με το πρόβλημα αυτό καθεαυτό, που ήταν η εμφάνιση μούχλας σε παρτίδες γιαουρτιών Total, αλλά με το γεγονός ότι η γαλακτοβιομηχανία όχι μόνο δεν αντέδρασε άμεσα για την ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού, αλλά επιχείρησε να αποσιωπήσει το πρόβλημα. Αποτέλεσμα των λανθασμένων χειρισμών εκ μέρους της ήταν να υποστεί η εταιρεία μεγάλο πλήγμα στις πωλήσεις της και, κατά συνέπεια, στα μερίδιά της, που περιορίσθηκαν σε ποσοστά χαμηλότερα του 35%, από 52% που ήταν πριν την κρίση.

Σημειώνεται ότι η εν λόγω γαλακτοβιομηχανία στο μεσοδιάστημα υπέστη δύο ακόμη κρίσεις με προϊόντα γιαουρτιού.

Μεταξύ των μεγαλύτερων προστίμων που επέβαλε ο ΕΦΕΤ ήταν και εκείνο των 100 χιλ. ευρώ εις βάρος της Αγνό, η οποία πριν από μερικούς μήνες εντοπίσθηκε από συνεργεία του φορέα να διαθέτει στην αγορά γάλα με ημερομηνίες παραγωγής μεταγενέστερες των πραγματικών. Ο ΕΦΕΤ ήταν απόλυτος στην εφαρμογή του νόμου, ενώ από την πλευρά της η εταιρεία αντέδρασε άμεσα και ορθώς, ζητώντας συγνώμη από το καταναλωτικό κοινό. Με τη στάση της προκάλεσε μέχρι και συναισθήματα συμπάθειας (!), περιορίζοντας έτσι σημαντικά τις απώλειες στις πωλήσεις της.

Στον χώρο της γαλακτοκομίας, υψηλά πρόστιμα επιβλήθηκαν το 2005 στην Κολιός ύψους 58,7 χιλ. ευρώ, καθώς και στην Μπέλας Γαλακτοκομικά επίσης 58,7 χιλ. ευρώ, ενώ το 2006 αυστηρές ποινές εισέπραξαν οι εταιρείες Πιγκουίνος Εμπορία Τροφίμων (150 χιλ. ευρώ), Λογοθέτης Εμπορία Τροφίμων (150 χιλ. ευρώ), Κυψέλη (120 χιλ. ευρώ), καθώς και η αλλαντοβιομηχανία Νίκας (100 χιλ. ευρώ), διότι δεν είχε καταστρέψει ποσότητες αλλαντικών που δεν προορίζονταν για τυποποίηση. Η Νίκας υπέστη πτώση των πωλήσεών της, για μικρό όμως διάστημα.

Η αρνητική δημοσιότητα

Υψηλά πρόστιμα έχει επιβάλει ο ΕΦΕΤ και κατά επιχειρήσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου. Το υψηλότερο εξ αυτών αποφασίσθηκε εις βάρος της Καρφούρ-Μαρινόπουλος, ύψους 80 χιλ. ευρώ, και αφορούσε σε παρατυπίες που διαπιστώθηκαν σε δύο καταστήματα της εταιρείας. Όπως επισημαίνεται, οι δύο αυτές κυρώσεις σε βάρος της επιχείρησης δεν επηρέασαν τις πωλήσεις της, δεδομένου ότι στο καταναλωτικό κοινό υπήρξε η αίσθηση ότι οι παραβάσεις ήταν μεμονωμένες, ωστόσο, όπως δηλώνεται από παράγοντες της αγοράς, όταν μια επιχείρηση βρίσκεται συνέχεια στο στόχαστρο των ελεγκτικών αρχών και συχνά η επωνυμία της δημοσιοποιείται με αφορμή την επιβολή προστίμων, είναι δεδομένο ότι θα υπάρξουν “παρενέργειες”. Θεωρούν δε ότι, όταν πρόκειται για μεγάλα οργανωμένα δίκτυα πωλήσεων, που περιλαμβάνουν περισσότερα από 400 καταστήματα ανά την επικράτεια, είναι φυσικό επόμενο να υπάρξουν και κρούσματα με προβληματικά τρόφιμα. Για τις περιπτώσεις αυτές, οι οποίες δεν απειλούν συνολικά τη δημόσια υγεία, τα στελέχη της αγοράς θεωρούν άδικο να διασύρεται το όνομα μιας επιχείρησης.