“Το ότι η επιχειρηματικότητα των μεταναστών αντιπροσωπεύει το 10% του συνόλου στην Ελλάδα συνιστά ενθαρρυντική πραγματικότητα», επεσήμανε πρόσφατα από τη Θεσσαλονίκη ο καθηγητής κ. Μιχάλης-Θαλής Πουλαντζάς, εκπρόσωπος του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΕ ), μιλώντας σε εκδήλωση για την επιχειρηματικότητα των μεταναστών, που οργάνωσε η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.

Πλέον δραστήριοι στο επιχειρείν είναι οι Αλβανοί μετανάστες, καθώς οι επιχειρήσεις τους αντιστοιχούν στο 30% των επιχειρήσεων στη χώρα μας ,οι οποίες βρίσκονται σε χέρια μεταναστών, ενώ σε αυτούς ανήκει και η αντίστοιχη πρωτιά στην αγορά κατοικίας στην Ελλάδα. Σημαντική θέση κατέχουν και οι Κινέζοι, ωστόσο στην περίπτωσή τους είναι δύσκολο να γίνουν μετρήσεις, εφόσον δραστηριοποιούνται κυρίως ως μεσάζοντες, ενισχύοντας μάλιστα το πλανόδιο εμπόριο. Μεγάλο ποσοστό μεταναστών απασχολείται στον αγροτικό τομέα: Ινδοί, Πακιστανοί και μετανάστες από το Μπαγκλαντές αποτελούν την πλειονότητα στο συγκεκριμένο πεδίο.

‘Οσον αφορά στους παλιννοστούντες από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, τα στοιχεία δείχνουν ότι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό απασχολούνται στις λαϊκές αγορές, καθώς εξασφαλίζουν ευκολότερα τις σχετικές άδειες.

Νομιμοποίηση και έλεγχος

Το επίσημο κράτος, σύμφωνα με τον κ. Πουλαντζά, προσπαθεί να ενισχύει τις διαδικασίες νομιμοποίησης των αλλοδαπών που μένουν και εργάζονται στην Ελλάδα (πχ μέσω της χορήγησης μικρών και χαμηλότοκων δανείων), ώστε να τους βοηθήσει και να καταστήσει αποτελεσματικότερο τον έλεγχό τους. “Οι Αλβανοί είναι αυτοί που κινούνται εντονότερα για τη νομιμοποίηση τής εδώ παρουσίας τους”, είπε ο εκπρόσωπος του ΙΜΕΠΕ. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι διαπιστώνεται φοβία εκ μέρους των μεταναστών, η οποία δρα αποτρεπτικά στις συναλλαγές τους με τη γραφειοκρατία. Αυτό, εξάλλου, είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους παραμένει αδύνατος ο προσδιορισμός των ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες χάνονται εις βάρος τους και εις βάρος του εθνικού συστήματος ασφάλισης. ‘Αλλος, εξίσου αρνητικός, παράγοντας είναι η δυσκαμψία του συστήματος, αφού, όπως τονίστηκε, ειδικά ο ΟΓΑ καθυστερεί έως και τρία χρόνια για να εγγράψει έναν ασφαλισμένο.