Το 2007, έτσι κι αλλιώς, εξελίσσεται σε μία από τις χειρότερες χρονιές της τελευταίας δεκαετίας για το λιανικό εμπόριο, όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕ. Η μακρά προεκλογική περίοδος, η υπερχρέωση των νοικοκυριών, ο πληθωρισμός δύο ταχυτήτων, που ροκανίζει τα χαμηλά εισοδήματα, κράτησαν χαμηλά την κίνηση στα λιανεμπορικά καταστήματα τους πρώτους επτά μήνες του έτους. Οι μετεκλογικές εξελίξεις δείχνουν ότι η εικόνα όχι μόνο δεν θα αλλάξει μέχρι τέλος του έτους, αλλά πιθανότατα θα γίνει ακόμη χειρότερη.

Το β’ τρίμηνο του 2007, επίσης, για πρώτη φορά από το 2001, καταγράφεται μείωση της απασχόλησης στο λιανικό εμπόριο, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2006, ενώ ακόμη και τα στοιχεία της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού, η οποία βάλλεται πανταχόθεν (ακόμη και από το ΙΟΒΕ) ως αναξιόπιστη, δείχνουν ότι το εμπόριο υπολείπεται σημαντικά του μέσου ρυθμού αύξησης της απασχόλησης του συνόλου της ελληνικής οικονομίας. Αναλυτικά, η εικόνα που μας παραδίδει η ΕΣΥΕ για το λιανικό εμπόριο τους πρώτους μήνες του 2007, περιγράφεται ως εξής:

Σε τέλμα ο τζίρος

Μετά τη σημαντική άνοδο των πωλήσεων το 2006, από τις αρχές του 2007 καταγράφεται ένα έντονο φρενάρισμα, το οποίο ειδικά για τα καταστήματα διατροφής οδηγεί μέχρι το ουσιαστικό πάγωμα κάθε αύξησης του τζίρου σε σταθερές τιμές. Ειδικότερα:

  • Ο όγκος των πωλήσεων των καταστημάτων λιανικής πώλησης το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου αυξήθηκε κατά μέσο όρο 3%, ποσοστό που δεν φθάνει ούτε στο μισό της περσινής ταχύτητας ανόδου, η οποία για το ίδιο διάστημα ήταν 7,2%.
  • Στα καταστήματα ειδών διατροφής οι πωλήσεις αυξήθηκαν μόλις 0,4%, έναντι 10,1% πέρσι.
  • Στους υπόλοιπους κλάδους λιανικού εμπορίου καταγράφηκε αύξηση 5,4%, έναντι 5,6% πέρσι.

H κρίση φαίνεται να πλήττει όλες τις κατηγορίες καταστημάτων, ανεξαρτήτως μεγέθους, με κάποιες εξαιρέσεις, κυρίως στα είδη ένδυσης και υπόδησης και στις οικιακές συσκευές. Τα μεγάλα καταστήματα διατροφής, δηλαδή τα σούπερ μάρκετ, το μόνο που κατάφεραν το επτάμηνο ήταν να αυξήσουν τον όγκο των πωλήσεών τους μόλις κατά 1,2%. Το αντίστοιχο διάστημα του 2006 η αύξηση των πωλήσεων έτρεχε με τουλάχιστον δεκαπλάσια ταχύτητα (12,6%).

Ιδια είναι η εικόνα και στα πολυκαταστήματα, όπου οι πωλήσεις φέτος αυξήθηκαν μόλις κατά 3% έναντι 18,7% πέρσι.
Τα μικρά καταστήματα τροφίμων, ποτών και τσιγάρων είδαν τις πωλήσεις τους να μειώνονται σε σταθερές τιμές, όπως και πέρσι, χάνοντας έτσι και νέα μερίδια στην αγορά. Βελτιωμένη είναι η εικόνα των καταστημάτων ένδυσης και υπόδησης. Το 7μηνο του 2006 είχαν υποστεί μείωση των πωλήσεών τους κατά 2,8%, ενώ φέτος κατάφεραν να τις αυξήσουν κατά 3,9%.

Σε επίπεδα πάνω από το 10% εξακολουθεί να κινείται η αύξηση του όγκου των πωλήσεων στα καταστήματα επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών και οικιακού εξοπλισμού. Ομως, κι αυτός ο κλάδος καταγράφει επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης σε σχέση με πέρσι, που φθάνει τις δύο ποσοστιαίες μονάδες.

Υποχώρηση της απασχόλησης στη λιανική

Το β’ τρίμηνο του 2007 η ΕΣΥΕ κατέγραψε, για πρώτη φορά από το 2001, μείωση του δείκτη απασχόλησης στο λιανικό εμπόριο. Η μείωση φθάνει στο 0,5%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2006. Το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2006 είχε καταγραφεί αύξηση 2,5%. Στα καταστήματα ειδών διατροφής η μείωση ήταν 0,7% και στους υπόλοιπους κλάδους διαμορφώθηκε στο 0,2%.

Από την άλλη, υπάρχει και η Ερευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ, η οποία αποφαίνεται ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2007 η απασχόληση στο σύνολο του εμπορίου (λιανικό και χονδρικό) αυξήθηκε κατά 11.300 άτομα ή 1,4%. Το ποσοστό αυτό υπολείπεται ελαφρώς από το 1,5% του μέσου όρου για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας (67.100 άτομα).

Τα στοιχεία της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού εμφανίζουν μεν μια καλύτερη εικόνα για το λιανικό εμπόριο, αλλά αμφότερες οι έρευνες της ΕΣΥΕ επιβεβαιώνουν ουσιαστικά ότι οι ελπίδες της κυβέρνησης για σημαντική άνοδο της απασχόλησης στο λιανικό εμπόριο με την εφαρμογή του νέου ωραρίου τελικά διαψεύστηκαν. Οχι μόνο η απασχόληση δεν αυξήθηκε, αλλά ο κλάδος απώλεσε τον τίτλο τής «ατμομηχανής» κατά της ανεργίας, που διατηρούσε τα προηγούμενα χρόνια.

Αλλά ακόμη και αυτή η μικρή αύξηση αμφισβητείται έντονα από τα συνδικάτα και τις επαγγελματικές οργανώσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που θεωρούν ότι τον τελευταίο ενάμισι χρόνο έχουν χαθεί θέσεις πλήρους απασχόλησης στο εμπόριο και έχουν αντικατασταθεί από θέσεις μερικής απασχόλησης, αλλά και χαμηλόμισθης επιδοτούμενης απασχόλησης μέσω των κοινοτικών προγραμμάτων (stage κλπ).

Υψηλή η πιστωτική επέκταση

Ο δανεισμός κινεί την οικονομία τα τελευταία χρόνια, αλλά ήδη οι επιπτώσεις τού υπερδανεισμού άρχισαν να γίνονται αισθητές και στην αγορά, καθώς πάνω από 200.000 νοικοκυριά αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να πληρώσουν τις δόσεις των δανείων τους. Τον περασμένο Ιούλιο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, τα υπόλοιπα των δανείων νοικοκυριών και επιχειρήσεων έφθασε τα 199,8 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 96% του ΑΕΠ.

Ο ρυθμός αύξησης του συνόλου των δανείων επιβραδύνθηκε οριακά στο 20,6% από 20,9% τον Ιούνιο. Πάντως, οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι και τους επόμενους μήνες οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης θα παραμείνουν υψηλοί, ενώ ο δανεισμός των νοικοκυριών θα συνεχίσει να αυξάνεται με ρυθμό άνω του 20% έως το τέλος του 2007.

Τα υπόλοιπα των δανείων των νοικοκυριών ανήλθαν τον περασμένο Ιούλιο στα 96,5 δισ. ευρώ. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησής τους επιβραδύνθηκε ανεπαίσθητα στο 23,9% έναντι 24% τον Ιούνιο. Από το σύνολο των 96,5 δισ. ευρώ, τα 64,4 αφορούσαν σε στεγαστικά δάνεια (συμπεριλαμβανομένων και 6,2 δισ. ευρώ που έχουν τιτλοποιηθεί).

Οι οφειλές στον τομέα της καταναλωτικής πίστης ανήλθαν σε 29,6 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένων δανείων ύψους 972 εκατ. ευρώ, που έχουν τιτλοποιηθεί). Σε ετήσια βάση τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 22,5%, έναντι 22,2% τον Ιούνιο. Τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών ανέρχονται σε 8,8 δισ. ευρώ, αυξημένα μόλις κατά 4,4% σε σχέση με πέρσι. Η μικρή αύξηση οφείλεται όχι μόνο στην υπερχρέωση των καρτών, αλλά και στα υψηλά επιτόκια, που στρέφουν τους καταναλωτές προς άλλες μορφές δανεισμού.

Στα λοιπά καταναλωτικά δάνεια οι οφειλές ανήλθαν σε 20,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 28,9% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Τα υπόλοιπα των δανείων των επιχειρήσεων ανήλθαν σε 103,3 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 17,7% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και 16,5 δισ. ευρώ, που αφορούν σε δανεισμό των επιχειρήσεων με την έκδοση εταιρικών ομολόγων. Οι οφειλές των εμπορικών επιχειρήσεων ανέρχονται σε 22,1 δισ. ευρώ (ετήσια αύξηση 12,4%) και των βιομηχανιών σε 16,8 δισ. ευρώ (αύξηση 2,7%).

Σημειώνουμε ότι αλματώδη αύξηση γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η άντληση κεφαλαίων από τις επιχειρήσεις με την έκδοση εταιρικών ομολόγων. Στα τέλη του 2003 τα εταιρικά ομόλογα ανέρχονταν μόλις σε 2,6 δισ. ευρώ. Αυξήθηκαν στα 5,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2004 και στα 9,7 δισ. ευρώ έναν χρόνο μετά. Στο τέλος του 2006 εκτινάχθηκαν στα 14 δισ. ευρώ. Τον Ιούνιο του 2007 είχαν φθάσει τα 15,7 δισ. ευρώ και έναν μήνα μετά τα 16,5 δισ. ευρώ.

Σημαντική επιβράδυνση των εξαγωγών

Στη δημιουργία άσχημου κλίματος στην αγορά συνετέλεσε και το ράλι των διεθνών τιμών των καυσίμων, αλλά και η κρίση στη διεθνή αγορά σιτηρών. Οι επιπτώσεις στην αγορά των καυσίμων περιορίστηκαν περισσότερο στον ψυχολογικό τομέα, αφού η άνοδος των τιμών απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την πρωτοφανή άνοδο της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου. Τις επιπτώσεις από τις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των σιτηρών τις πληρώνουν ήδη οι καταναλωτές, καθώς το ψωμί μέσα σε λίγους μήνες ακρίβυνε έως και 30%, ενώ σημαντικές ανατιμήσεις σημειώνονται σε σχεδόν όλα τα προϊόντα που παράγονται από τα δημητριακά (παιδικές τροφές, ζυμαρικά, γλυκά, αρτοσκευάσματα κλπ).

Ομως, το ράλι του ευρώ έναντι του δολαρίου έχει άλλες -αφανείς προς το παρόν στον πολύ κόσμο- επιπτώσεις σε δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, που μπορεί στο άμεσο μέλλον να αποδειχθούν ιδιαίτερα σοβαρές. Ο λόγος για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, που βλέπουν τις εξαγωγές -ιδιαίτερα προς τις τρίτες χώρες- κυριολεκτικά να βυθίζονται. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕ, οι ελληνικές εξαγωγές το πρώτο εξάμηνο του 2007 αυξήθηκαν 4,9%, ενώ η αύξηση το αντίστοιχο διάστημα του 2006 ήταν 22,2% (τον Ιούλιο επιβραδύνθηκε περαιτέρω ο ρυθμός ανόδου, με αποτέλεσμα η αύξηση το 7μηνο να περιοριστεί στο 4,1%). Οι εξαγωγές προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής μειώθηκαν κατά 32,3%, προς τη Βόρεια Αμερική παρέμειναν στάσιμες, ενώ προς την Τουρκία μειώθηκαν κατά 26,6%.

Η κακή πορεία των εξαγωγών εκτός από την υπονόμευση της -χαμηλής έτσι κι αλλιώς- ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, έχει ως αποτέλεσμα και την περαιτέρω αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Πράγματι, το 7μηνο οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 12%, δηλαδή με ρυθμό υπερδιπλάσιο των εξαγωγών. Ετσι, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε σχεδόν κατά 2 δισ. ευρώ, με όλες τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτό στις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης της κυβέρνησης.