Σε μια χώρα, δυστυχώς, ηττημένη, με μια κυβέρνηση που δήλωσε πως αναγκάστηκε, λόγω συσχετισμού δυνάμεων, να υπογράψει μια συμφωνία που δεν κινείται ούτε στην κατεύθυνση του προγράμματός της, ούτε στο πλαίσιο της εκφρασμένης, μέσω δημοψηφίσματος, θέλησης της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού για απεμπλοκή από υφεσιακές και αντιαναπτυξιακές πολιτικές, υπάρχει ανάγκη επαναπροσδιορισμού της εθνικής στρατηγικής, αν όχι μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον για τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Οι στόχοι που θα τεθούν σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να μπορούν να κινητοποιήσουν τις υγιείς δυνάμεις του τόπου, αλλά και να κερδίσουν σταδιακά την υποστήριξη άλλων χωρών, που επιθυμούν να μη ξαναδεί η παγκόσμια πολιτική σκηνή φαινόμενα που μας κάνουν να ντρεπόμαστε. Και για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση, υγιείς δυνάμεις πρέπει να σταματήσουν να θεωρούνται εκείνες που, καλυπτόμενες πίσω από μια αόριστη και ανέξοδη ηθικολογία, προωθούν την ιδέα μιας οικονομικής πορείας χωρίς κανόνες κοινωνικής δικαιοσύνης. Υγιείς είναι οι δυνάμεις της κοινωνίας που έχουν τη διάθεση και τη γνώση να προτείνουν μια νέα προσέγγιση της ανάπτυξης, που θα δίνει τουλάχιστον μια ανάσα στην καταρρακωμένη ελπίδα των πολιτών για ουσιαστική δημοκρατία.

Όμως, οι εξελίξεις του καλοκαιριού που πέρασε κάθε άλλο παρά βοήθησαν προς αυτή την κατεύθυνση. Και σε ό,τι αφορά πιο συγκεκριμένα τον χώρο της επιχειρηματικότητας, που θα μπορούσε σε αυτή τη συγκυρία να δώσει έστω μια ένδειξη για μια νέα, διαφορετική στόχευση, εξακολουθούμε να ακούμε από πολλούς ευχολόγια για επενδύσεις, χιλιοειπωμένες δηλώσεις για το πόσο ισχυρότερος πρέπει να είναι ο ρόλος του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα, για το πώς θα ωφεληθούν από τις επενδύσεις οι εκατοντάδες χιλιάδες ανέργων, κοκ.

Ένα φως αχνοφέγγει όταν στο προσκήνιο έρχεται η συζήτηση για μια νέα προσέγγιση, σχετικά με το τι εννοούμε όταν μιλάμε για επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με ένα πιο ευρύ πλαίσιο, που απομονώνει συμφέροντα τα οποία δρουν ευκαιριακά και τοξικά, και υποστηρίζει τη θεσμοθέτηση, με κάποιο τρόπο, του κοινωνικού ελέγχου, για να αποκλείονται φαινόμενα διαφθοράς και εκμετάλλευσης. Εϊναι ισχυρός, όμως, ο προβληματισμός σχετικά με το εάν μπορεί να επιτυχθεί αυτός ο στόχος σε ένα περιβάλλον όπου τα πάντα ελέγχονται από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές ή παγκόσμιες δυνάμεις της πολιτικής και της οικονομίας, που δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται καθόλου -το αντίθετο μάλιστα- για μια ισομερή κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας με ελαχιστοποίηση των αμοιβών –και των απαιτήσεων-, ώστε να αποκτήσουμε τη θρυλούμενη αναταγωνιστικότητα έναντι των χωρών με φθηνό εργατικό δυναμικό απομυθοποιήθηκε από τις ίδιες τις οικονομικές εξελίξεις. Παρόλα αυτά, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, υπάρχει μια εμμονή στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής, ακόμη και με παραβίαση αρχών της δημοκρατίας.

Στη χώρα οι πολίτες σχολιάζουν με απογοήτευση την παντοδυναμία των οικονομικά ισχυρών κρατών, που καθορίζουν εν πολλοίς τις εξελίξεις. Είναι ενδιαφέρον -και επικίνδυνο- το γεγονός ότι στην εποχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αμφισβητείται έντονα η δυνατότητα των εκλεγμένων κυβερνήσεων να μπορούν να συνθέσουν με τις αποφάσεις τους τη βούληση των πολιτών. Όμως, εάν δεν επανεξετάσουμε το πώς πρέπει να λειτουργήσει μια χώρα ή μια επιχείρηση σήμερα, στην εποχή των κρίσεων της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, απλώς θα μεταθέσουμε στις επόμενες γενιές την ευθύνη αποτροπής ενός δυσοίωνου μέλλοντος, που έχτισαν οι λογικές του παρελθόντος.