Ως ένα εξαιρετικό δωδεκάμηνο για τις πωλήσεις της οργανωμένης χονδρικής προδιαγράφεται το 2022, καθώς οι επιτελείς των δικτύων cash & carry αναμένουν φέτος ότι ο συνολικός τζίρος της αγοράς τους θα διαμορφωθεί στα όρια των 1,2 δισ. ευρώ. Ήδη στην οργανωμένη χονδρική από τις αρχές του έτους καταγράφεται ρυθμός ανάπτυξης πωλήσεων περίπου 20%!

Οεν λόγω ρυθμός ανόδου του τζίρου αξιολογείται ως φυσιολογικός και αναμενόμενος, δεδομένων των επιπτώσεων πέρυσι στις πωλήσεις χονδρικής των περιοριστικών μέτρων στη λειτουργία της αγοράς ho.re.ca για την ανάσχεση της πανδημίας. Σημειωτέον ότι το πλήγμα που δέχθηκε προ διετίας η οργανωμένη χονδρική εξαιτίας του σοκ της κρίσης στη δημόσια υγεία και της υπολειτουργίας της τουριστικής αγοράς «χωνεύτηκε» σχετικά εύκολα. Η ανάπτυξη των πωλήσεων του πελατολογίου της μικρής λιανικής, που ακολούθησε μάλλον τη γενική τάση του τζίρου των σούπερ μάρκετ, διέσωσε την κατάσταση, οπότε τα cash & carry σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν να εξισορροπήσουν τις απώλειες από την υπολειτουργία της αγοράς ho.re.ca.

Κρίσιμη παράμερος για την πορεία του τζίρου φέτος θα αποτελέσει ο τουρισμός. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αρκετών στελεχών της αγοράς ότι η τουριστική κίνηση του 2022 ενδεχομένως θα ξεπεράσει εκείνη του 2019, τελευταίας χρονιάς κανονικότητας προ της πανδημίας και, ταυτόχρονα, έτους-ρεκόρ αφίξεων ξένων τουριστών στη χώρα, τότε τα δίκτυα cash & carry ίσως κλείσουν το 2022 με ένα δικό τους ρεκόρ στις πωλήσεις. Μετά από μια διετία απανωτών lockdowns και πρωτόγνωρων συνθηκών λειτουργίας του εμπορίου, η οργανωμένη χονδρική ποθεί τη δική της ρεβάνς.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το 20% της ανάπτυξης των πωλήσεων του καναλιού το πρώτο τετράμηνο του έτους θα υποστεί, σε συγκρίσιμη βάση, σημαντική «διόρθωση» προς τα κάτω όσο περνούν οι μήνες, καθότι οι πωλήσεις χονδρικής πέρυσι το καλοκαίρι «ανέβασαν ταχύτητα», αφού η τουριστική κίνηση το καλοκαίρι δεν τα πήγε καθόλου άσχημα, δεδομένων των συνθηκών. Γενικότερα οι προσδοκίες των στελεχών της οργανωμένης χονδρικής είναι ότι φέτος «ο τζίρος του καναλιού θα ξεπεράσει αισθητά το όριο του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ», στο οποίο είχε «κολλήσει» τα τελευταία χρόνια.

Κάθε δίκτυο με τη δυναμική του
Φυσικά ανά δίκτυο οι επιδόσεις αναμένεται ότι θα διαμορφωθούν ανάλογα με το στρατηγικό προσανατολισμό κάθε εταιρείας. Στο πλαίσιο αυτό, η ENA Cash & Carry της ΑΒ Βασιλόπουλος, έχοντας στραμμένο το ενδιαφέρον της κυρίως στον τομέα της μπακαλικής, την περίοδο της εφαρμογής του σκληρού lockdown πέρυσι δεν είχε μεγάλες απώλειες εσόδων. Οπότε φέτος οι επιδόσεις της μάλλον δεν θα είναι ιδιαίτερα ανεβασμένες, καθώς η βάση σύγκρισής τους θα είναι πιο ψηλά από άλλων ανταγωνιστών της. Αντίθετα, η The Mart του ομίλου της ΕΥΣ, έχοντας στρατηγικό ενδιαφέρον για την κάλυψη κυρίως της αγοράς των ho.re.ca. –δηλαδή, αντίστοιχη στρατηγική με της Marko, την οποία εξαγόρασε –, εμφάνισε πέρυσι χαμηλές επιδόσεις. Άρα φέτος προσμένει μια σημαντική τόνωση των εσόδων της. Το δίκτυο των Cash & Carry της Metro, εταιρείας leader του κλάδου, έχει «μοιρασμένο» το μίγμα των προϊόντων της για την ικανοποίηση της ζήτησης και των επαγγελματιών του ho.re.ca. και των μεταπωλητών μικρών λιανεμπόρων (μίνι μάρκετ). Συνεπώς φέτος αναμένει ζωηρό μεν, αλλά όχι υπερβολικά δυνατό ρυθμό ανάπτυξης, έχοντας κρατήσει και πέρυσι τον τζίρο της σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Συμμετοχή στις πωλήσεις χονδρικής έχουν και οι αλυσίδες Μασούτης και Πέντε, όχι όμως με δομές αντίστοιχης οργάνωσης όπως οι τρεις προαναφερόμενες εταιρείες, καθώς κι άλλα δίκτυα λιανικής, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τις ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός και Market In, που επιχειρούν στην χονδρική πώληση, κυρίως μάλλον με βάση τις ευκαιρίες και τις εμπορικές σχέσεις στις τοπικές αγορές που δρουν τα καταστήματα λιανικής των δικτύων τους και συμπληρωματικά προς αυτά, δηλαδή χωρίς κεντρικά διαφοροποιημένη στρατηγική ανάπτυξης.
Τη δική του μάχη θα δώσει φέτος και το παραδοσιακό χονδρεμπόριο. Αυτό βασίζει τις πωλήσεις του κυρίως στη μικρή λιανική και τις μονάδες μαζικής εστίασης, προβάλλοντας ως πλεονέκτημά του το προσωποποιημένο σέρβις, τις γρήγορες καθημερινές παραδόσεις ακόμα και σε δύσβατες περιοχές, απρόσιτες για τα cash & carry, και ως εξαίρεση πλέον την πίστωση, αφού από την έναρξη της περιπέτειας της δημοσιονομικής προσαρμογής η πίστωση έχει αποδειχτεί ασύμφορο έως ακριβοπληρωμένο ρίσκο…

Ελλείψεις προσωπικού
Αν ανησυχεί για κάτι φέτος η αγορά της χονδρικής, φαίνεται πως είναι το πώς θα καταφέρει να εξυπηρετήσει την αυξημένη ζήτηση. Όπως εξηγούν στο «σελφ σέρβις» στελέχη του κλάδου, πέραν του ότι ο ρυθμός ανάπτυξης φέτος είναι σαφώς υψηλότερος από προηγούμενα χρόνια, άρα η κίνηση στα καταστήματα και τα e-shops αναμένεται ιδιαίτερα ζωηρή, η αγορά δυσκολεύεται να στελεχώσει τα δίκτυά της. «Δεν είναι ο μόνος κλάδος της οικονομίας που αντιμετωπίζει ανάλογα προβλήματα», όπως ακούσαμε, όμως φέτος το ζήτημα της στελέχωσης μοιάζει σοβαρότερο από κάθε άλλη χρονιά εν όψει μιας απαιτητικής, όπως όλοι προσδοκούν κι ελπίζουν, τουριστικής σεζόν. Πάντως, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι τα αντίστοιχα προβλήματα, π.χ. στον κλάδο της φιλοξενίας, σχετίζονται κυρίως με το ότι η προσφερόμενη εργασία είναι συχνότατα υποαμειβόμενη και «μαύρη»… Ειδάλλως είναι ανεξήγητο πώς σε μια αγορά εργασίας, όπου η πραγματική ανεργία και η υποαπασχόληση τυραννά περίπου το μισό εργατικό δυναμικό της χώρας, υπάρχει άρνηση στην προσφορά εργασίας!

Αστάθμητος παράγοντας ο πόλεμος
Φέτος η οργανωμένη χονδρική συνυπολογίζει στις εκτιμήσεις της μια άλλη «καυτή» παράμετρο, αυτή της γεωπολιτικής κρίσης με επίκεντρο την Ουκρανία, που έχει ως συνέπεια την ενεργειακή κρίση, την αχαλίνωτη ακρίβεια και τις ισχυρότατες πληθωριστικές πιέσεις. Ήδη στη λιανική καταγράφεται αισθητή ανάσχεση του όγκου πωλήσεων, καθώς τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους ακόμη και για τα αγαθά που καταναλώνονται καθημερινά. Μένει να φανεί ποιες θα είναι οι επιδράσεις στην οργανωμένη χονδρική. Θα φανούν ασφαλώς στον πολύπαθο κλάδο της μαζικής εστίασης, όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν «γεμίζουν τα τραπέζια», αλλά το «πόσο πλούσιες παραγγελίες γίνονται», ενώ θεωρείται βέβαιο πως το τελευταίο τετράμηνο του έτους θα είναι μαρτυρικό, καθώς θα συσσωρεύονται οι πιέσεις της ακρίβειας και τα νοικοκυριά θα περιορίζουν τις εξόδους τους, εφόσον θα προηγούνται η καταβολή των φόρων, τα υψηλά τιμολόγια για θέρμανση κοκ.

Πάντως, παρά το αποθαρρυντικό κλίμα στην Ευρώπη, λόγω του πολέμου και της ανοιχτής πληγής του ενεργειακού, οι προγραμματισμένες τουριστικές ροές προς την Ελλάδα, όπως και προς άλλες χώρες που είναι τουριστικοί προορισμοί, μοιάζει να παραμένουν ανεπηρέαστες. Οι επιπτώσεις θα εκφραστούν, όμως, τόσο στην κατανάλωση των τουριστών (πόσα χρήματα θ’ αφήσουν εντέλει στην αγορά) όσο και στη χρονική διάρκεια των τουριστικών ταξιδίων. Φυσικά, το ίδιο ισχύει για τον εγχώριο τουρισμό, οι εκτιμήσεις για τον οποίο μόνο παρήγορες δεν είναι, αν κρίνουμε από τις σχετικές έρευνες.

Σημειώνουμε ότι οι αμιγώς εμπλεκόμενοι στην τουριστική αγορά κλάδοι ho.re.ca. απορροφούν κάθε χρόνο περίπου το 62% του χρήματος των τουριστών. Ειδικότερα περί τα 6,6 δισ. ευρώ πηγαίνουν στην ξενοδοχειακή αγορά και 4,5 δισ. ευρώ στην αγορά της μαζικής εστίασης (στις εταιρείες όλων των κατηγοριών) από ένα μέσο ετήσιο τουριστικό τζίρο 18 δισ. ευρώ. 