Με υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, 16%, εξελίχθηκε το 2020 ο τζίρος του δικτύου διακίνησης παραδοσιακών προϊόντων «Γεύσεις Κρήτης-Χαλκιαδάκης», κλείνοντας στα 3,121 εκατ. ευρώ έναντι 2,692 εκατ. ευρώ το 2019. Το καθαρό αποτέλεσμα της εταιρείας συνεχίζει, όμως, να μην είναι θετικό, καθώς επιβαρύνεται από το ακριβό κόστος μεταφοράς των προϊόντων από την Κρήτη στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου εκτείνεται το δίκτυο, αλλά και τις σημαντικές απώλειες, λόγω της λήξης του κύκλου ζωής ποσοτήτων προϊόντων, που μένουν αδιάθετα.

Ένα σημαντικό μέρος του συνόλου των περίπου 1.000 κωδικών που διατίθενται από τα καταστήματα «Γεύσεις Κρήτης», σημειώνουμε ότι αφορούν είτε φρέσκα προϊόντα είτε αγαθά περιορισμένης διάρκειας κύκλου ζωής. Στελέχη της εταιρείας σχολιάζουν, ωστόσο, ότι στο βαθμό που και η χρονιά εξελιχθεί θετικά, το καθαρό αποτέλεσμά της φέτος πιθανότητα θα είναι μηδενικό. Στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τα πρώτα κέρδη της αλυσίδας από το 2022. Τονίζουν, εξάλλου, ότι η απόφαση της οικογένειας Χαλκιαδάκη να δημιουργήσει το δίκτυο καταστημάτων «Γεύσεις Κρήτης» βασίστηκε στην αγάπη της για τα κρητικά προϊόντα και τη διάθεση που υπάρχει να τα γνωρίσει ο κόσμος. Ως εκ τούτου εξ αρχής δεν αναμενόταν ότι η εταιρεία, που συμπληρώνει έξι χρόνια δράσης, θα εμφάνιζε άμεσα κέρδη. Προσθέτουν δε ότι οι πολλές και σημαντικές δυσκολίες που παρουσίασε το όλο εγχείρημα κατά την εκτέλεσή του, όπως για παράδειγμα το ότι διοικείται εξ αποστάσεως από την Κρήτη, δεν επέτρεψε στην εταιρεία να αναπτύξει με γρήγορους ρυθμούς το δίκτυο καταστημάτων, ενώ η έλλειψη μέχρι σήμερα κεντρικών αποθηκών επίσης δυσχεραίνει την προσπάθεια. Ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι το εγχείρημα θα υποστηριχθεί, «καθώς τα δύσκολα έχουν περάσει πια».

Οι δυσκολίες του e-shop
Η Χαλκιαδάκης λειτουργεί συνολικά τέσσερα καταστήματα με το σήμα «Γεύσεις Κρήτης», τα τρία στην Αθήνα και το τέταρτο στη Θεσσαλονίκη, έκτασης 80-100τμ το καθένα, ενώ απασχολεί συνολικά 35 εργαζόμενους. Παράγοντες της εταιρείας τονίζουν ότι, λόγω της κρίσης στη δημόσια υγεία, η αλυσίδα «έχασε» τη φυσική επαφή με τα στελέχη της στην Κρήτη, με αποτέλεσμα ακόμη κι οι προσλήψεις να γίνονται μέσω διαδικτύου.
Αναφερόμενοι στο e-shop, υπογραμμίζουν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας το δίκτυο «Γεύσεις Κρήτης» επένδυσε λιγότερο στην ταχύτητα των παραδόσεων και περισσότερο στην ποιοτική σύνθεση του προσφερόμενου καλαθιού, γνωρίζοντας βέβαια ότι ο καταναλωτής έχει εκπαιδευτεί μάλλον στην ταχύτητα παρά στην ποιότητα κι ότι χρειάζεται μεγάλη και επίπονη προσπάθεια, ώστε το καταναλωτικό κοινό να αρχίσει να επηρεάζεται από μηνύματα, των οποίων η έμφαση δίνεται στις γεύσεις, τα συστατικά, την ιστορία και την ποιότητα των αγαθών που καταναλώνει. Μάλιστα, όπως επισημαίνουν, η παραγωγή των περισσότερων προϊόντων της «Γεύσεις Κρήτης» γίνεται στην Κρήτη, ενώ η διακίνησή τους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, οπότε ο καταναλωτής δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος της προσπάθειας που καταβάλλεται, ώστε η παραγγελία του να φθάσει το ταχύτερο δυνατό στο σπίτι του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, «όταν η αλυσίδα άρχισε να παραδίδει εντός 24ώρου από την αποστολή της παραγγελίας, εμείς το θεωρήσαμε επιτυχία, αλλά ο καταναλωτής το προσέλαβε ως αργοπορία».