Πριν από χρόνια, σε ένα ταξίδι στη Γερμανία στο οποίο είμαστε προσκεκλημένοι δημοσιογράφοι από εφημερίδες και κλαδικά περιοδικά, είχαμε την ευκαιρία να δούμε από κοντά, μεταξύ άλλων, πώς λειτουργούν οι γερμανικές φάρμες.

Όπως χαρακτηριστικά μας είχε πει ένας αγρότης, «το μικρό γουρουνάκι που κρατάτε στα χέρια σας, ίσως σε μια εβδομάδα να το κρατάτε σε… σουβλάκι, στην Αθήνα»! Τη στιγμή εκείνη μας σόκαρε η κυνικότητά του -όπως και να το κάνεις, ένα μικρό γουρουνάκι είναι προικισμένο από τη φύση με κάποια χαρακτηριστικά που σε κάνουν να θες να το προστατέψεις από κάθε απειλή- το ίδιο βράδυ όμως απολαύσαμε χωρίς καμία τύψη το κρέας από κάποιο άλλο γουρουνάκι, που δεν είχε την… τύχη να έρθει σε επαφή με τα δικά μας αισθήματα συμπάθειας, όπως το πρωινό…

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο εκείνου του ταξιδιού ήταν πως κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας σε μια φάρμα με ζώα ελεύθερης βοσκής, μάθαμε πως ελάχιστες είναι πια οι εκμεταλλεύσεις αυτού του είδους στη χώρα. Οι περισσότερες φάρμες έχουν οργανωθεί στη βάση της κάλυψης μιας μεγάλης ζήτησης κρέατος και γάλακτος, με αποτέλεσμα οι μεν αγελάδες να είναι τοποθετημένες στα «κελιά» τους, για χρόνο που μεταβάλλεται ανάλογα με το αν πρέπει να δώσουν το γάλα ή το κρέας τους, τα δε γουρούνια στους αντίστοιχους χώρους, με πιο σοκαριστική την εικόνα της μητέρας-γουρούνας που είναι ξαπλωμένη σε ένα «κελί» με μόνο προορισμό να θηλάζει τα μικρά, υποψήφια θύματα.

Η στάση που κρατά κανείς απέναντι στην κατανάλωση κρέατος εξαρτάται από τη γενικότερη φιλοσοφία ζωής, αλλά και από την άποψη που έχει σχηματίσει βάσει των διαθέσιμων –και συχνά αντικρουόμενων– επιστημονικών στοιχείων για το πώς έχει εξελιχθεί στους αιώνες ο οργανισμός μας και οι ανάγκες μας, πόσο μπορούν κάποιες τροφές να εκλείψουν από το διαιτολόγιό μας, ποιες είναι οι αρνητικές ή οι θετικές επιπτώσεις μιας τέτοιας επιλογής όχι μόνο στην υγεία μας αλλά και την οικονομία, κλπ. Η γενικότερη, όμως, πορεία που ακολουθεί η παραγωγή στις ανεπτυγμένες κυρίως χώρες, αλλά και η επέκταση του συγκεκριμένου μοντέλου και στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες οικονομίες, είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα.

Και η πορεία αυτή, που χαράζεται πάνω σε επιχειρηματικά πλάνα με βασική απαίτηση τους ανοδικούς δείκτες πωλήσεων και κερδών, δεν είναι ανεξάρτητη από τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, και ειδικότερα τις κοινωνικές. Σε ένα βίντεο κλιπ του ντοκιμαντέρ Samsara Food Sequence, που γυρίστηκε μέσα σε 5 χρόνια σε 25 χώρες, βλέπουμε με συγκλονιστικό τρόπο, τη βιαιότητα και τον παραλογισμό της σύγκρουσης του ψυχισμού των ανθρώπων με το κυνήγι της παραγωγικότητας και της κατανάλωσης, με έναν ρυθμό ζωής έξω από όσα η φύση συνηθίζει, σε επαναλαμβανόμενες κινήσεις που ακυρώνουν την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων αναγκών και των πνευματικών αναζητήσεων.
 
Άνθρωποι και ζώα, θύτες και θύματα, έχουν πολλά περισσότερα κοινά και επηρεάζουν την ζωή αλλήλων, με τις επιλογές βέβαια να ανήκουν μόνο στους πρώτους. Τα ζώα, άβουλα μπροστά την υπεροπλία μας, υποκύπτουν στις δικές μας εντολές. Και ακόμη παραπέρα, πόσες φορές δεν έχουμε σκεφτεί πως, όντας «ελευθέρας βοσκής» άνθρωποι ή μέλη μιας παραγωγικής αλυσίδας, μοιάζει σχεδόν αδύνατον να ξεφύγουμε από ένα πρότυπο ζωής και επιβίωσης που γνωρίσαμε από τη γέννησή μας και μας προτείνεται ως η μοναδική επιλογή;

Παρόλα αυτά, η ομορφιά της ζωής κρύβεται στα μικρά ξαφνιάσματα ελπίδας, που γεννιούνται μέσα μας ακόμη και σε αυτές τις σκοτεινές εποχές. Είναι η ικανότητα που έχουν οι ελεύθεροι άνθρωποι να οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον, με την ιστορικά κατοχυρωμένη βεβαιότητα πως κάθε «άνοιγμα» του μυαλού προς αναζήτηση της ουσίας της ζωής μπορεί να μη δίνει ποτέ την απόλυτη λύση, σίγουρα όμως δεν αφήνει ήσυχο για πολύ το σκοτάδι…