Σε διάσταση βρίσκονται συχνά οι 'Eλληνες εξαγωγείς τροφίμων-ποτών με τους ομοεθνείς μας εισαγωγείς που δραστηριοποιούνται σε ξένες αγορές, παρά την εύλογη υπόθεση ότι η συνεργασία μεταξύ τους οφείλει να είναι αγαστή. Πρόκειται για ένα από τα συμπεράσματα ειδικής σχετικής εκδήλωσης, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Detrop, όπου επισημάνθηκε ότι τα ελληνικά τρόφιμα & ποτά δεν μπορεί πλέον να απευθύνονται μόνο στους ομογενείς μας στην αλλοδαπή, αλλά σε όλους τους ξένους καταναλωτές. 'Αλλωστε, η γαστρονομία βάσει της μεσογειακής διατροφής δημιουργεί στο εξωτερικό ευμενείς προϋποθέσεις για τη ζήτηση ελληνικών τροφίμων & ποτών. Από αυτή την άποψη, τα ελληνικά εστιατόρια που δραστηριοποιούνται κυρίως στη γερμανόφωνη Ευρώπη παίζουν σημαντικό ρόλο, ο οποίος πρέπει να ενισχυθεί.

‘Οπως τόνισε ο κ. Βασίλης Θωμαΐδης, πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Detrop, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις πρέπει να έχουν ίδια γνώση των αγορών και να μην επαφίενται στον εκάστοτε αντιπρόσωπο. Πάντως, υποστήριξε πως οι συνεργασίες μεταξύ εξαγωγέων και εισαγωγέων, όταν διαμορφώνονται σε ειλικρινές και αμοιβαία επωφελές πλαίσιο σχέσεων, μπορεί να συμβάλουν σημαντικά στην αύξηση της εξωστρέφειας της χώρας.

Από την πλευρά του, ο κ. Δ. Σογαντζής, που διατηρεί την εταιρεία τροφίμων-ποτών Alexandros στην Αυστρία, υποστήριξε ότι είναι άδικες οι κατηγορίες κατά των εισαγωγέων, οι οποίοι βάλλονται για άγνοια, εμπάθεια, κακές υπηρεσίες και έλλειψη αλληλεγγύης προς τους εξαγωγείς. ‘Οπως επισήμανε, τα ελληνικά τρόφιμα & ποτά δεν μπορεί πλέον να απευθύνονται μόνο στους ομογενείς μας στην αλλοδαπή, αλλά πρέπει να κερδίσουν την εμπιστοσύνη όλων των ξένων καταναλωτών, ενώ παρατήρησε ότι οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς στην Ελλάδα επιδεικνύουν αδιαφορία, όσον αφορά στην επιμόρφωση και υποστήριξη των Ελλήνων εισαγωγέων που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό.

Η γαστρονομία δημιουργεί ζήτηση

Στις σύγχρονες τάσεις στη διατροφή, που επηρεάζουν και τις αγοραστικές προτιμήσεις των Ευρωπαίων καταναλωτών, αναφέρθηκε μιλώντας στην ίδια εκδήλωση ο Δρ. Γεώργιος Τσάνταλης από τη διοίκηση της ομώνυμης οινοποιίας, ο οποίος υπογράμμισε ότι η γαστρονομία βάσει της μεσογειακής διατροφής δημιουργεί στο εξωτερικό ευμενείς προϋποθέσεις για τη ζήτηση ελληνικών τροφίμων και ποτών. ‘Οταν ένα προϊόν διεισδύσει στις κουζίνες των μεγάλων εστιατορίων, είπε χαρακτηριστικά, ανοίγει ο δρόμος για την τοποθέτησή του στις τοπικές λιανεμπορικές αλυσίδες.

Η ελληνική κουζίνα είναι η δεύτερη στις προτιμήσεις των Γερμανών καταναλωτών μετά την ιταλική. ‘Οπως υποστήριξε ο κ. Τσάνταλης, σήμερα είναι επιβεβλημένη η περαιτέρω εκπαίδευση των Ελλήνων εστιατόρων του εξωτερικού, με στόχο την αύξηση της ζήτησης ελληνικών τροφίμων και ποτών, άρα και της διεύρυνσης των εξαγωγών μας.

Στα 8.000 ελληνικά εστιατόρια της Γερμανίας αναφέρθηκε ο κ. Χ. Κουναλάκης, σύμβουλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α του γενικού προξενείου της Ελλάδας στο Μόναχο. ‘Οπως είπε, στη Γερμανία ένας στους δύο ομογενείς -συνολικά περίπου στους 350.000- απασχολείται άμεσα ή έμμεσα στον κλάδο της εστίασης, όπου το ελληνικό ελαιόλαδο και η φέτα έχουν την τιμητική τους, με τις εξαγωγές τους να παρουσιάζουν αύξηση 92,4% και 37,5%, αντίστοιχα, μόνο στο πρώτο μισό του 2008. Η μεγαλύτερη αγορά της Ευρώπης απορρόφησε στο περσινό πρώτο εξάμηνο τετραπλάσιες ποσότητες ελληνικού μελιού σε σχέση με το 2007, σημαντικές ποσότητες τσιπούρας (αύξηση 21,3%) και λαβρακιού (33%) ελληνικής προέλευσης, αλλά και ούζο (7,8%). ‘Ετσι, στη Γερμανία το μερίδιο των ελληνικών τροφίμων και ποτών αυξάνεται διαρκώς (συνολική αύξηση 7,2% στο πρώτο εξάμηνο του 2008, με τζίρο 265 εκατ. ευρώ), με “πρεσβευτές” τα ελληνικά εστιατόρια. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια βλέπουν τους τζίρους τους να μειώνονται, εξαιτίας και της υποβάθμισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

‘Οπως υποστήριξε ο κ. Κουναλάκης, σήμερα μόλις το 7%-8% των ελληνικών εστιατορίων που λειτουργούν στη Γερμανία (δηλαδή, περίπου 600 από τα 8.000) είναι υψηλού επιπέδου και ανταποκρίνονται στις υψηλές απαιτήσεις των Γερμανών για καλή γαστρονομία και εξυπηρέτηση. Τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται από “μέτρια” ως “κακά” ως προς την ποιότητα των εδεσμάτων τους και μέτρια από άποψη εξυπηρέτησης.

Αθέμιτος ανταγωνισμός ξενιτεμένων ομοεθνών

Επίσης, πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι μεταξύ των Ελλήνων χονδρεμπόρων, που δραστηριοποιούνται στις ίδιες περιοχές της Γερμανίας, υπάρχει συχνά αθέμιτος ανταγωνισμός αντί της συνεργασίας, σε αντίθεση με ό,τι κάνουν οι Ιταλοί, Ισπανοί και Τούρκοι συνάδερφοί τους.

Οι ‘Ελληνες χονδρέμποροι τροφοδοτούν περίπου κατά το 60% τα 8.000 ελληνικά εστιατόρια, αλλά και πολλά ελληνικά μικρομάγαζα. Πάντως, η συμβολή τους στην προώθηση των ελληνικών τροφίμων και ποτών στη Γερμανία γενικά κρίνεται θετική.