Σωρευτικά το βάρος των επιπτώσεων της πανδημίας λυγίζει τις αντοχές των ΜμΕ από άποψη απωλειών τζίρου και κερδών, ματαίωσης προσδοκιών, κρίσης ρευστότητας και αύξησης των οικονομικών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με την τρίτη Ετήσια Έκθεση του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, που δημοσιοποιήθηκε στα τέλη του 2021. Η σχετική έρευνα –αναπόφευκτα αφιερωμένη στην καταγραφή και την ανάλυση των επιπτώσεων της πανδημίας συνολικά στην ελληνική οικονομία και κοινωνία– σε μικροοικονομικό επίπεδο είναι επικεντρωμένη στις επιπτώσεις της πανδημίας
στις μικρές επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με την Έκθεση, το 2020 ο δείκτης οικονομικού κλίματος των ελληνικών ΜμΕ υποχώρησε πολύ περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ήδη το πρώτο εξάμηνο του έτους έπεσε από τις 66,4 μονάδες στις 20,1, όταν κατά μέσο όρο στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έπεσε από τις 73,4 μονάδες στις 54,6. Στο δεύτερο εξάμηνο ο δείκτης παρέμεινε στις 20,1 μονάδες, αλλά μεταβλήθηκαν τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, καθώς επηρεάστηκαν με μεγαλύτερη ένταση οι μικρότερες επιχειρήσεις. Την ίδια περίοδο ο ευρωπαϊκός δείκτης ανέβηκε στις 59,8 μονάδες. Το πρώτο εξάμηνο του 2021 η ανάκαμψη του οικονομικού κλίματος ήταν σημαντική, αφού ο σχετικός δείκτης ανέβηκε στις 46,3 μονάδες, χωρίς όμως να προσεγγίσει το προ της πανδημίας επίπεδο, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που το υπερέβη, διαμορφούμενος στις 76,1 μονάδες.

Οι επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης στη συντριπτική πλειονότητα των ΜμΕ (στο 80,6% το πρώτο εξάμηνο του 2020, στο 70,7% το δεύτερο και στο 55% το πρώτο του 2021), αποτυπώθηκαν με εμφατικό τρόπο στη βαθιά μείωση του κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας τους. Συγκεκριμένα, η μεσοσταθμική μείωση του κύκλου εργασιών σε αυτές τις επιχειρήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2020 ανήλθε στο 46,4%, στο 47,8% το δεύτερο εξάμηνο του έτους και στο 41,4% το πρώτο εξάμηνο του 2021. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, οι επιχειρήσεις που εμφάνισαν τις μεγαλύτερες απώλειες τζίρου ήταν εκείνες που υποχρεώθηκαν σε αναστολή λειτουργίας και οι μικρότερες, βάσει τζίρου (έως 50.000 ευρώ) και αριθμού εργαζομένων (επιχειρήσεις έως 5 εργαζόμενους).

Αναφορικά με την κερδοφορία των εν λόγω επιχειρήσεων, το 2020 κατά το 63,9% εμφάνισαν ζημιές ή μηδενικό αποτέλεσμα έναντι 36,1% το 2019. Συγκεκριμένα, οι ΜμΕ που κατέγραψαν ζημιά το 2020 αντιστοιχούσαν στο 47,8% του αριθμού τους έναντι 27,6% το 2019. Οι επιχειρήσεις που είχαν μηδενικό αποτέλεσμα αντιστοιχούσαν το 2020 στο 16,1% έναντι 8,5% το 2019. Από την άλλη πλευρά, υποδιπλασιάστηκαν οι επιχειρήσεις που εμφάνισαν κέρδη το 2020, ήτοι ανήλθαν μόλις στο 27,3% έναντι 55,2% το 2019.

Ένα από τα διαχρονικά προβλήματα των ΜμΕ στην Ελλάδα, που εντάθηκε σημαντικά από την έναρξη της πανδημίας, είναι το πρόβλημα της ρευστότητας. Σύμφωνα με την έρευνα, λοιπόν, οι επιχειρήσεις χωρίς ταμειακά διαθέσιμα τον Ιούλιο του 2021 ανέρχονταν στο 21,4% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων έναντι 24,7% τον Φεβρουάριο του 2021 και 14,8% τον Ιούνιο του 2020. Σε δυσχερέστερη θέση βρέθηκαν οι επιχειρήσεις που υποχρεώθηκαν σε δια νόμου αναστολή λειτουργίας, αφού το 31,7% αυτών παρουσίασε το καλοκαίρι του 2021 μηδενικά διαθέσιμα. Σημειώνουμε ότι σε εξαιρετικά δύσκολη θέση βρέθηκαν οι επιχειρήσεις μαζικής εστίασης παρά τα στοχευμένα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητάς τους από την κυβέρνηση.

Κρίση υπερχρέωσης
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ, μία ακόμα κατηγορία που παρουσίασε αριθμητική επιδείνωση στη διάρκεια της πανδημίας ήταν αυτή των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την κατάσταση του ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα είναι η σχετική έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου, σύμφωνα με την οποία, ενώ το 2000 περί τα 910.000 άτομα χρωστούσαν σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες περίπου 9 δισ. ευρώ (11% του ΑΕΠ), μετά την δεκαετή οικονομική κρίση ο αριθμός των οφειλετών εκτοξεύτηκε στα 4,2 εκατομμύρια και το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους σχεδόν δωδεκαπλασιάστηκε, φτάνοντας περίπου τα 105 δισ. ευρώ (60% του ΑΕΠ)! Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το τέταρτο τρίμηνο του 2019, δηλ. προ πανδημίας, 4.068.908 οφειλέτες είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές 105,6 δισ. ευρώ προς την εφορία και 2.007.307 οφειλέτες χρωστούσαν αντίστοιχα περί τα 24,3 δισ. ευρώ στα ασφαλιστικά ταμεία.

Το δεύτερο τρίμηνο του 2021 οι οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία ύψους 109 δισ. ευρώ ήταν 3.489.073 άτομα κι ακόμα 1.953.357 άτομα ήταν οι οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές 24,7 δισ. ευρώ στα ασφαλιστικά ταμεία. Συνεπώς παρά τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό των οφειλετών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία συγκριτικά με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό η κατάσταση δεν επιδεινώθηκε στη διάρκεια της πανδημίας. Ωστόσο, στο πεδίο των υπερχρεωμένων ΜμΕ (κυρίως στους τομείς των υπηρεσιών, της μεταποίησης και της εστίασης) μεταξύ Φεβρουαρίου του 2020 και Ιουλίου του 2021 το ποσοστό των επιχειρήσεων με ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκε. Συγκεκριμένα, ενώ στην αρχή της πανδημίας το 38,7% των εν λόγω επιχειρήσεων είχε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, τον Ιούλιο του 2021 το ποσοστό τους ανήλθε στο 43,3%.

Η πορεία των χρεωμένων επιχειρήσεων και η εξέλιξη του χρέους τους θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον τους επόμενους μήνες, αφού τα όποια μέτρα στήριξης αποσύρονται και οι ενισχύσεις της προηγούμενης περιόδου θα πρέπει να αποπληρωθούν (επιστρεπτέες προκαταβολές, κ.λπ.). Προοπτικές κάμψης των δεικτών ανασφάλειας και βιωσιμότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, που κινήθηκαν σε υψηλά επίπεδα σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας, δεν φαίνονται. Συνεπώς θα διατηρηθούν ψηλά. Σύμφωνα με τους επιστήμονες της ΓΣΕΒΕΕ, οι επικεφαλής των ΜμΕ που εξέφραζαν φόβους για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητάς τους ανήλθαν στο 32,7% τον Ιούλιο του 2020, στο 38,2% τον Φεβρουάριο του 2021 και στο 36,7% τον Ιούλιο του 2021. Το 4,1% αυτών τον Ιούλιο του 2021 παρουσίασαν σοβαρό πρόβλημα διακοπής της λειτουργίας τους και αφορούσαν κυρίως πολύ μικρές ατομικές επιχειρήσεις, με προβλήματα ρευστότητας και υπερχρέωσης, που το προηγούμενο διάστημα είχαν αναστείλει τη λειτουργία τους με κρατική εντολή.

Μεγαλώνει το χάσμα μικρών-μεγάλων
Μια από τις πιο ανησυχητικές επιπτώσεις της πανδημίας σχετίζεται με τις ανατιμήσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών των ΜμΕ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εξαμηνία έρευνα οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, κατά το 23,6% οι εν λόγω επιχειρήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2021 αύξησαν τις τιμές τους έναντι 16,7% που τις μείωσαν και 58,3% που τις διατήρησαν σταθερές. Το 35,1% των επιχειρήσεων που προχώρησαν σε ανατιμήσεις ήταν εμπορικές, το 29,5% δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση και το 8,5% στις υπηρεσίες. Σημειώνουμε ότι το 31,4% των επιχειρήσεων αυτών δεν ανήκαν ούτε σε εκείνες που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή, ούτε σε εκείνες που βάσει ΚΑΔ χαρακτηρίστηκαν πληττόμενες.
Αναφορικά με τις αλλαγές στην απασχόληση, η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα πως η πανδημική κρίση δεν προκάλεσε σημαντική μεταβολή στην αγορά εργασίας, η οποία ούτως ή άλλως τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα και ευελιξία. Παρ’ όλα αυτά ορισμένες δομικές τάσεις φαίνεται πως παγιώθηκαν, όπως η τηλεργασία, η οποία εκτιμάται πως θα διατηρηθεί σε σημαντικό αριθμό ΜμΕ και μετά την πανδημία.

Σχετικά με τη διαδικασία του ψηφιακού μετασχηματισμού των ΜμΕ, επίσης εκτιμάται ότι η πανδημική κρίση δεν επέφερε σημαντικές αλλαγές, αλλά, όπως επισημαίνεται, η αναγκαιότητα της προσαρμογής τους στο νέο περιβάλλον των ηλεκτρονικών πωλήσεων και του ψηφιακού μάρκετινγκ παραμένει. Ωστόσο, τα προβλήματα που πρόσθεσε η κρίση στις ΜμΕ, καθώς και η επιτάχυνση που επέβαλε στις διαδικασίες ψηφιοποίησης, προφανώς θα μεγαλώσουν το χάσμα μεταξύ των ψηφιακά προηγμένων και των λιγότερο ανεπτυγμένων επιχειρήσεων.