Από το 2016, ο Living Wage Foundation, o θεσμός που από το 2001 έχει ορίζει το επίπεδο της ελέχιστης αμοιβής των εργαζομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο που εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, δημιούργησε την επιτροπή που προωθεί μια κοινή στάση έναντι του καθορισμού των ορίων στις αμοιβές, σύμφωνα με τα πιο αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με τα στάνταρ της διαβίωσης στο Λονδίνο και τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας.

Οι εργοδότες που καλύπτουν τα κριτήρια του οργανισμού είναι πλέον χιλιάδες. Η ένταξή τους στον θεσμό θεωρείται καλή επιχειρηματική πρακτική και τους δίνει το δικαίωμα να φέρουν το σήμα «Living Wage Employer».

«Με 6 εκατ. πολίτες να πληρώνονται με μισθούς κάτω από το όριο του Living Wage, που αντιπροσωπεύει το βασικό κόστος διαβίωσης, η ανάγκη περισσότεροι εργοδότες να κάνουν βήματα μπροστά είναι μεγαλύτερη παρά ποτέ», δηλώνει ο οργανισμός. Σε αυτό το πλαίσιο, η Lidl με ανακοίνωσή της τον περασμένο Νοέμβριο δήλωσε πως θα αυξήσει τις αμοιβές όλου του προσωπικού της βάσει των νέων, υψηλότερων ορίων που ανακοίνωσε το Living Wage Foundation. Σύμφωνα με την αλυσίδα, οι χαμηλότερα αμειβόμενοι εργαζόμενοι θα λάβουν 13% μεγαλύτερη αμοιβή από ό,τι ορίζει τον νέο National Living Wage rate, που ανακοινώθηκε στις 23 Νοεμβρίου από τη βρετανική κυβέρνηση (7,50 λίρες / ώρα για τους εργαζόμενους ηλικίας άνω των 25 ετών).

Η Lidl δήλωσε πως στη διάρκεια ενός έτους από τη στιγμή της ανακοίνωσης ότι θα αμείβει τους εργαζόμενους με το Living Wage rate, οι αιτήσεις για απασχόληση σε διάφορες θέσεις της επιχείρησης αυξήθηκαν κατά 20%, ενώ 650 προσλήψεις μόνιμων υπαλλήλων πραγματοποιήθηκαν για να καλύψουν την αυξημένη κίνησης κατά τη διάρκεια των εορτών. Ο οργανισμός χαιρέτησε την απόφαση της Lidl, αλλά προέτρεψε την εταιρεία να εφαρμόσει την ίδια πρακτική και στους εξωτερικούς της συνεργάτες (πχ συνεργεία καθαρισμού), ώστε να λάβει το σήμα «Living Wage Employer».