Το μερίδιο πωλήσεων των σούπερ μάρκετ αντιστοιχεί στο 55% του συνόλου των πωλήσεων του κλάδου της λιανικής αγοράς τροφίμων-ποτών στην Ελλάδα. Αν ληφθεί υπόψιν ότι σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο του 80%, είναι προφανής η αναπτυξιακή προοπτική του οργανωμένου λιανεμπορίου στη χώρα μας.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό την εποχή που διανύουμε να υπάρχει όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με τα μεγέθη των διάφορων κλάδων της λιανικής και ιδιαίτερα του λιανεμπορίου τροφίμων-ποτών. Σχετικά με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι πηγές παρέχουν αρκετά ικανοποιητικά δεδομένα για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες δημοσιοποιούν τα οικονομικά τους στοιχεία (κυρίως οι αλυσίδες των σούπερ μάρκετ), και αρκετά λιγότερα για τη μεγάλη πλειονότητα των λοιπών καταστημάτων του λιανεμπορίου τροφίμων γενικά. Αυτό πιθανώς προκαλεί διάφορες συγχύσεις και εσφαλμένες εκτιμήσεις για τα πραγματικά μεγέθη του κλάδου.Με βάση τις αναλύσεις που πραγματοποιεί το ΙΕΛΚΑ, χρησιμοποιώντας στοιχεία από μία πληθώρα πηγών.

Ο κύκλος εργασιών των αλυσίδων σούπερ μάρκετ υπολογίζεται μεταξύ 10,5 και 11,5 δισ. ευρώ. Το εύρος αυτό προκύπτει από τη στάθμιση δύο παραγόντων: Από το πώς η κάθε έρευνα προσδιορίζει ένα κατάστημα ως «σούπερ μάρκετ» ή ως «παντοπωλείο» και, δεύτερον, από το αν συνυπολογίζει κάποιες λιανεμπορικές επιχειρήσεις του εξωτερικού, με παρουσία στην Ελλάδα, για τις οποίες δεν δημοσιεύονται στοιχεία και οικονομικές καταστάσεις μεμονωμένα για τη δράση τους στην εγχώρια αγορά. Π.χ. στο Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ δεν συνυπολογίζονται αυτές οι επιχειρήσεις, ενώ οι μελέτες της Nielsen παρέχουν σχετικά αποτελέσματα, εκτιμώντας τα σχετικά μεγέθη τους.

Σε ό,τι αφορά την κατανομή των πωλήσεων στην κατηγορία των σούπερ μάρκετ, τα μεγαλύτερα μερίδια μοιράζονται μεταξύ των μεγάλων και των μικρών σούπερ μάρκετ: μεγάλα 36%, μικρά 34%. Ακολουθούν τα καταστήματα επιφάνειας κάτω των 200τμ, οι superettes, με μερίδιο συμμετοχής 19%, και έπονται τα υπέρ μάρκετ, με 11%. Σε ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα, μεταξύ 12 και 12,5 δισ. ευρώ, προσδιορίζεται συνολικά το μέγεθος του ετήσιου τζίρου των μη ειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων και ποτών, όπου συγκαταλέγονται τα παντοπωλεία και τα μίνι-μάρκετ, τα οποία έχουν συγκριτικά πολύ μικρότερο κύκλο εργασιών ανά κατάστημα.

Το λιανεμπόριο τροφίμων ως σύνολο
Το σύνολο των λιανικών πωλήσεων τροφίμων και ειδών παντοπωλείου (groceries) στην Ελλάδα παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Για το 2013 οι συνολικές πωλήσεις εκτιμώνται από το ΙΕΛΚΑ μεταξύ 19,5 και 20,5 δισ. ευρώ. Η Ελληνική Στατιστική Αρχή εμφανίζει έναν κύκλο εργασιών ύψους περίπου 23 δισ. ευρώ το 2007 (τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία). Σε αυτόν, όμως, τον κύκλο εργασιών δεν συνυπολογίζεται το λιανεμπόριο τροφίμων που πραγματοποιείται εκτός καταστημάτων. Κατά συνέπεια ο συνολικός κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου τροφίμων, που πραγματοποιήθηκε μέσω των καταστημάτων, εκτιμάται ότι το 2007 υπερέβη τα 26 δισ. ευρώ, με δεδομένο ότι ο ΔΤΚ (με βάση το 2005=100) έχει αυξηθεί από το 98,80 το 2008 στο 104,73 το 2012. Η εκτίμηση είναι πως η αξία της κατανάλωσης έφτασε το 2010 στο ανώτερο σημείο της, στα 30-31 δισ. ευρώ, άρα, αφαιρώντας τον ΦΠΑ, ο κύκλος εργασιών του κλάδου ήταν περίπου 26,5 δισ. ευρώ. Έκτοτε οι πωλήσεις του εξελίχθηκαν πτωτικά (σχήμα 1).

Μια καλύτερη εκτίμηση για το ύψος των πωλήσεων αναφέρεται στο 2012, βάσει των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων και των στοιχείων που παρέχει η ΕΛΣΤΑΤ, και δείχνει ότι αυτές κυμάνθηκαν στο ύψος των 21,5 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε αξία πωλήσεων με ΦΠΑ ίση με 25 δισ. ευρώ. Η συνολική θεώρηση των προαναφερόμενων στοιχείων προσφέρει μία ολοκληρωμένη εικόνα για το λιανεμπόριο τροφίμων, οπότε αντιμετωπίζεται η σύγχυση για τα πραγματικά μεγέθη του κλάδου. Τα στοιχεία δείχνουν (σχήμα 2) ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο (σούπερ μάρκετ) αποτελεί εντέλει το 55% του συνολικού λιανεμπορίου τροφίμων, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Φαίνεται πως παρά την μεγάλη ανάπτυξη που είχε την προηγούμενη δεκαετία το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων και τη συγκράτηση των μεγεθών του, λόγω της οικονομικής ύφεσης, έχει ακόμα σημαντικές αναπτυξιακές προοπτικές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα έχει την χαμηλότερη επιρροή μη ειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων (παντοπωλεία, σούπερ μάρκετ κλπ), σε σχέση με τα ειδικευμένα καταστήματα τροφίμων (αρτοποιεία, κρεοπωλεία, οπωροπωλεία κλπ) στην ΕΕ. Το ποσοστό επιρροής των μη ειδικευμένων καταστημάτων είναι μόλις 63%, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 84%. Αν ληφθεί υπόψιν ότι σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες στα μη ειδικευμένα καταστήματα αναλογεί περισσότερο του 80% των συνολικών πωλήσεων, τότε επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα για την αναπτυξιακή προοπτική του οργανωμένου λιανεμπορίου παρά την οικονομική ύφεση.

Ο κλάδος με την καλύτερη εξέλιξη
Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του κύκλου εργασιών, διαπιστώνεται μία συνεχής αυξητική τάση τις τελευταίες δεκαετίες έως το 2008. Έκτοτε η τάση είναι πτωτική. Συγκεκριμένα το κανάλι των σούπερ μάρκετ την περίοδο 2001-2008 εμφανίζει ανάπτυξη 60%, πράγμα που αντικατοπτρίζει τις σημαντικές επενδύσεις και εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες στον κλάδο, την είσοδο στην αγορά μας διεθνών εταιρειών, τις μεταλλασσόμενες αγοραστικές τάσεις των Ελλήνων καταναλωτών και την τάση σύγκλισης με τα μέσα ποσοστά της Ευρώπης. Η ΕΛΣΤΑΤ παρουσιάζει αντίστοιχα στοιχεία για την περίοδο 2005 έως 2012. Με βάση τα στοιχεία αυτά είναι σαφές ότι η μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων στο λιανεμπόριο τροφίμων προέρχεται από τα μεγαλύτερα καταστήματα.

Ειδικότερα, μεταξύ 2005 και 2012 εμφάνισαν μια αύξηση κατά 10,8%, αντίθετα προς τα μικρά καταστήματα τροφίμων που παρουσίασαν μια κάμψη της τάξης του 16,9% την ίδια περίοδο. Συγκριτικά με τους λοιπούς κλάδους του λιανεμπορίου, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων-ποτών είναι ο κλάδος με την καλύτερη εξέλιξη την περίοδο 2005-2012. Έπονται οι κλάδοι καυσίμων και πολυκαταστημάτων. Αντίθετα την χειρότερη εξέλιξη είχαν οι κλάδοι επίπλων και λοιπού οικιακού εξοπλισμού, βιβλίων-χαρτικών και ένδυσης υπόδησης εκτός πολυκαταστημάτων. Αξίζει να σημειώσουμε ότι από το 2010 και μετά το λιανεμπόριο τροφίμων, με ετήσιο κύκλο εργασιών 26 δισ. ευρώ, ξεπερνάει σε πωλήσεις το υπόλοιπο λιανεμπόριο, με 24 δισ. ευρώ, πράγμα που δίνει στον κλάδο θέση οδηγού στο ευρύτερο κλάδο του λιανεμπορίου. Δεδομένων των προσδοκιών για τη βελτίωση της οικονομίας, οι προοπτικές της ανάπτυξης των πωλήσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων είναι θετικές.