Η τάση περιφερειοποίησης της οικονομικής ολοκλήρωσης σε επίπεδο ηπείρων θα προκαλέσει διαταραχές στην τροφοδοσία και αυξήσεις τιμών. Τα περί «προσωρινού φαινομένου» για
τον πληθωρισμό είναι εντελώς αυθαίρετα. Η Ελλάδα επέδειξε αστόχαστα υπερβάλλοντα ζήλο στην προώθηση της πρόωρης απολιγνιτοποίησής της, ενόσω η κοινωνία της μαστίζεται από
την ενεργειακή φτώχεια και ο εγχώριος ανταγωνισμός στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας δεν λειτουργεί, υποστηρίζει ο οικονομολόγος κ. Λεωνίδας Βατικιώτης, επιστημονικός συνεργάτης του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ.

Σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, «η εξέλιξη του πρωτοφανούς για τα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας την τελευταία εικοσαετία ανατιμητικού κύματος έχει βασικότερες αιτίες του, πρώτον, τη διάρρηξη των εφοδιαστικών αλυσίδων εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, δεύτερον, τις υπέρογκες αυξήσεις των ναύλων (οι εφοπλιστές το 2021 επιχείρησαν να καλύψουν τις απώλειες από την επίσης πρωτοφανή καθίζηση των μεταφορών φορτίων κάθε είδους το 2020), τρίτον, την εκτόξευση των τιμών των ενεργειακών αγαθών και, τέταρτον, την κερδοσκοπία των μεγάλων επιχειρήσεων όλου του φάσματος της οικονομίας. Είναι ξεκάθαρο, ωστόσο, ότι ένας πληθωρισμός 2%-4% δεν συνιστά πρόβλημα. Μάλιστα, μελέτες ερευνητών του ΔΝΤ έχουν δείξει ότι ένας πληθωρισμός ακόμα και της τάξης του 8% υπό προϋποθέσεις συμβάλει στην ανάπτυξη μιας οικονομίας. Συνεπώς το κίνητρο της οικονομικής ορθοδοξίας τις τελευταίες δεκαετίες, σε ό,τι αφορά τη δέσμευση στη νομισματική σταθερότητα, σχετίζεται με την υπόθεση της ανάπτυξης όχι των οικονομιών, αλλά των κερδών των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Όχι τυχαία πρώτη φορά φέτος, όπως επισημάνθηκε από τους Financial Times, διαπιστώθηκε μια πολύ μεγάλη πτώση στις αποδόσεις των ομολόγων της τάξης του 4,8% συνεπεία του πληθωρισμού, οπότε η χρονιά χαρακτηρίστηκε η χειρότερη από το 1999. Για χάρη των χρηματοπιστωτικών αγορών επιβλήθηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια το «πάγωμα» των τιμών και άνθισε η κινδυνολογία της θεωρίας περί εκτροχιασμού των οικονομιών ακόμα και υπό ελεγχόμενο πληθωρισμό».

σελφ σέρβις: Μεταξύ των ποικίλων οικονομικών αναλύσεων σχετικά με τον πληθωρισμό και τις επιπτώσεις της πανδημίας στην παγκόσμια οικονομία, προβάλει αυτή της ενίσχυσης των τάσεων «απο-παγκοσμιοποίησης». Τι σκέφτεστε σχετικά;

Λ. Β.: Όντως είμαστε μάρτυρες μιας τάσης «απο-παγκοσμιοποίησης», πράγμα το οποίο δεν σημαίνει, βέβαια, πως η Ασία θα πάψει να είναι το «παγκόσμιο εργοστάσιο» ή ότι επιστρέφουμε στην εποχή της καθετοποιημένης παραγωγής των εθνικών οικονομιών. Η τάση αυτή, που αναδύθηκε επί Τραμπ με τους εμπορικούς πολέμους και επιταχύνθηκε με την πανδημία, καθώς άρχισε να κατανοείται ότι τουλάχιστον ορισμένες βιομηχανίες δεν μπορεί παρά να είναι τοπικής κλίμακας (σκεφτείτε τα παραδείγματα της παραγωγής χειρουργικής μάσκας και της φαρμακοβιομηχανίας), ωθεί πλέον σε ένα μοντέλο περιφερειοποίησης της οικονομικής ολοκλήρωσης πχ σε επίπεδο ηπείρων –της ευρωπαϊκής, της ασιατικής, της αμερικανικής. Κάτι τέτοιο, τουλάχιστον για ένα διάστημα, θα προκαλέσει διαταραχές στην τροφοδοσία των οικονομιών και οπωσδήποτε αυξήσεις τιμών.

Η χιονοστιβάδα των ανατιμήσεων

σ. σ.: Εντέλει ποια είναι η τάση του πληθωρισμού παγκοσμίως και με τι συνέπειες για την εγχώρια ζήτηση;

Λ. Β.: Τα περί «προσωρινού φαινομένου» είναι εντελώς αυθαίρετα. Κοντεύει ήδη χρόνος που η κυβέρνηση το επαναλαμβάνει αυτό καθησυχαστικά, αλλά χωρίς καμία βάση. Υπάρχει βέβαια η εξής διάσταση της «προσωρινότητας» του πληθωρισμού: Αν η τιμή ενός προϊόντος, που διπλασιάστηκε σ’ ένα τρίμηνο, παραμείνει σταθερή στα επόμενα τρίμηνα, στο τέλος του έτους ο πληθωρισμός θα είναι σχεδόν μηδενικός. Ωστόσο, ο μισθωτός που το ψωνίζει ή η επιχείρηση που θ’ αγοράσει ένα τέτοιο προϊόν, πχ ως παραγωγικό εξοπλισμό, θα καταβάλλουν διπλάσιο κόστος εσαεί… Ασυζητητί η επίδραση των ανατιμήσεων στην τελική ζήτηση είναι κατά πολύ δραματικότερη της αποτύπωσής τους στον ΔΤΚ ως μέση αύξηση των τιμών. Για παράδειγμα, τον Νοέμβριο η αύξηση του πληθωρισμού ήταν 4,8%. «Δεν χάθηκε ο κόσμος», είπαν κάποιοι. Ναι, αλλά ο επιμερισμός του γενικού πληθωρισμού στα επιμέρους προϊόντα είναι δυσανάλογος. Λχ στη στέγαση, όπου ενσωματώνεται η οικιακή θέρμανση, η αύξηση ήταν 18% και στις μεταφορές, που ενσωματώνεται η αύξηση των καυσίμων, ήταν 9%. Όταν οι ανατιμήσεις αφορούν όχι απλώς κάποια ειδικά προϊόντα τελικής κατανάλωσης, αλλά προϊόντα που είναι και παραγωγικά αγαθά, η επίδρασή τους στο σύνολο της οικονομίας παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας ανατιμήσεων, οπότε η ζήτηση «παγώνει».

Αστόχαστα πρόωρη η απολιγνιτοποίηση

σ. σ.: Το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας εξελίσσεται σε τραγωδία για την ελληνική οικονομία. Γιατί, όμως, η τιμή της είναι τόσο υψηλή στη χώρα μας;

Λ. Β.: Βάσει των στοιχείων του ΑΔΜΗΕ για την «αγορά της επόμενης ημέρας», τον Ιανουάριο πέρυσι η μέση τιμή της μεγαβατώρας ήταν 55 ευρώ, τον Φεβρουάριο ήταν 50 ευρώ, τον Μάρτιο 58 ευρώ, για να φτάσει τον Νοέμβριο τα 237 ευρώ και τον Δεκέμβριο να ξεπεράσει τα 300. Μιλούμε για εξαπλασιασμό της τιμής σε λιγότερο από ένα χρόνο! Οι αιτίες είναι πολλές. Κατ’ αρχάς ο ενεργειακός σχεδιασμός συνολικά της ΕΕ και πολύ περισσότερο της Ελλάδας έγινε αυθαίρετα. Εφόσον αγνοήθηκαν τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, αποδεικνύεται εντελώς λάθος.

Παίρνοντας, όμως, τα πράγματα απ’ την αρχή, είναι κοινός τόπος ότι η απολιγνιτοποίηση και η στροφή στις ΑΠΕ είναι κάτι σαν το… θάνατο και τους φόρους: Δεν γλυτώνει κανείς, αργά ή γρήγορα τα υφιστάμεθα όλοι. Όμως, οι ρυθμοί υλοποίησης της σχετικής μετάβασης επαφίενται στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών, οι οποίες υποτίθεται ότι τη σχεδιάζουν βάσει των πραγματικών δεδομένων των οικονομιών τους. Και ποια είναι αυτά τα δεδομένα για την Ελλάδα; Είναι η ύπαρξη αφενός κοιτασμάτων λιγνίτη αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ και αφετέρου λιγνιτικών μονάδων, που με τη λειτουργία τους μπορούν να κρατήσουν χαμηλή την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμα. Όμως τον Σεπτέμβριο του 2019 ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών ένα πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης, που επιταχύνει βίαια τη μετάβαση στις ΑΠΕ, αυξάνοντας υπέρογκα την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον αντί του εγχώριου λιγνίτη για την παραγωγή της καταφεύγουμε στο πανάκριβο σήμερα εισαγόμενο φυσικό αέριο.

Η πληγή της ενεργειακής φτώχιας

σ. σ.: Πώς θα ανταποκριθεί η χώρα στην υποχρέωσή της για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, αν δεν κλείσει τις λιγνιτικές της μονάδες;

Λ. Β.: Μια ρεαλιστική προσέγγιση συνολικά της μετάβασης στις ΑΠΕ δεν μπορεί να αγνοεί την έκταση της ενεργειακής φτώχιας. Όλοι θέλουμε έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα επιβλαβή αέρια, χωρίς ακραία καιρικά φαινόμενα κ.ά., αλλά δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουμε το θλιβερό πανευρωπαϊκό ρεκόρ της χώρας στην ενεργειακή φτώχεια, την οποία φανερώνουν δύο δείκτες: Ο πρώτος, που σχετίζεται με τους απλήρωτους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος, δείχνει ότι το 2020 στην Ελλάδα το 28% των χρηστών είχε απλήρωτους λογαριασμούς έναντι, ενδεικτικά, ενός αντίστοιχου 3% στη βορεινή και κρύα Γερμανία. Ο δεύτερος δείκτης, που αναφέρεται στην ικανότητα των νοικοκυριών να διατηρούν τα σπίτια τους στοιχειωδώς ζεστά, φανερώνει ότι την ίδια χρονιά στην Ελλάδα το 17% των νοικοκυριών κυριολεκτικά ξεπάγιασαν! Βάσει αυτών, λοιπόν, η κυβέρνηση όφειλε να διεκδικήσει την εξαίρεση της χώρας από τα «δικαιώματα ρύπων», δηλαδή από το πρόστιμο που επιβάλλει το χρηματιστήριο ρύπων στις χώρες της ΕΕ που εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα, ώστε να παράγουμε μεσοπρόθεσμα φτηνότερη ηλεκτρική ενέργεια με λιγνίτη. Το έκαναν πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Γιατί όχι και η Ελλάδα;

Εκείνο που οφείλει επειγόντως να κάνει η χώρα, είναι να επιδιώξει την αναθεώρηση του καθεστώτος τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Διότι στην Ελλάδα, έχοντας τις λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές μας μονάδες και τις ΑΠΕ, είναι εντελώς παράλογο να πληρώνουμε την ηλεκτρική ενέργεια στην τιμή της οριακής ημερήσιας παραγωγής της κι όχι στη μέση τιμή της, η οποία προκύπτει από την αναλογική συμμετοχή –ποσοτική και μέση τιμολογιακή– των διαφορετικής τεχνολογίας πηγών ενέργειας. Η οριακή τιμή, στην οποία πληρώνουμε οι Ευρωπαίοι την ενέργεια (βάσει του συστήματος pay-as-clear-market αντί του πιο λογικού pay-as-bid) είναι η πιο ακριβή του συστήματος. Αντίθετα, η μέση τιμή της θα εξασφάλιζε ένα κόστος ανά κιλοβατώρα ενδεχομένως στο μισό του σημερινού.

Πέραν του αβάστακτου κοινωνικού κόστους κινδυνεύει άμεσα και η βιομηχανική παραγωγή. Στην ΕΕ σήμερα σημαντικές βιομηχανίες που δραστηριοποιούνται σε ενεργοβόρους κλάδους, όπως η μεταλλουργία, προτιμούν τη διακοπή της παραγωγής τους έναντι της εκτόξευσης του παραγωγικού τους κόστους, λόγω του πενταπλασιασμού της τιμής του φυσικού αερίου. Εξάλλου, το φυσικό αέριο που έχει επιλεγεί ως καύσιμο γέφυρα, μόνο ουδέτερο για το περιβάλλον δεν είναι. Το μεθάνιο συγκαταλέγεται στα επιβλαβή αέρια, μαζί με το διοξείδιο του άνθρακα.

Σημειωτέον ότι η Ελλάδα, που επέδειξε αστόχαστα υπερβάλλοντα ζήλο στην προώθηση της πρόωρης απολιγνιτοποίησής της, συμμετέχει σε παγκόσμια κλίμακα μόλις κατά το 0,2% ετησίως στη ρύπανση με διοξείδιο του άνθρακα, ενόσω η καθυστέρηση της απολιγνιτοποίησης, που επέλεξε η Γερμανία, δεν ακυρώνει το στόχο της ανθρακικής ουδετερότητας ως το 2050. Συνάδει απολύτως με τους στόχους της ΕΕ.

Η εκ νέου αύξηση των θανάτων από τα μαγκάλια, μετά την έξαρση του φαινομένου το 2011-2012, επαναφέρει το αίτημα της αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχιας. Το ότι πολλά νοικοκυριά εξωθούνται από τη φτώχια στις πιο πρωτόγονες μεθόδους θέρμανσης, καίγοντας υλικά με σημαντική επιβάρυνση στην ατμόσφαιρα, δείχνει και την υποκρισία του ενδιαφέροντος για τη μείωση των εκπομπών επικίνδυνων ρύπων… Η συμμετοχή της χώρας στην παγκόσμια προσπάθεια για μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος είναι αναγκαίο να συνδεθεί με τη μείωση της αποδάσωσής της, λόγω πυρκαγιών, και την αύξηση της αναδάσωσής της.

Επίφαση λειτουργίας του ανταγωνισμού

σ. σ.: Ο ανταγωνισμός είναι σε θέση να εξισορροπήσει τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος σε ένα ανεκτό επίπεδο;

Λ. Β.: Από τη στιγμή που οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας ως καθετοποιημένοι παραγωγοί περνούν τις ανατιμήσεις απευθείας στον τελικό χρήστη –νοικοκυριά κι επιχειρήσεις–, τούς είναι αδιάφορο να κρατούν τις τιμές χονδρικής χαμηλά. Ως γνωστόν τον Αύγουστο η ΔΕΗ έφυγε από το καθεστώς της σταθερής τιμής, διαμορφώνοντας στο εξής κυμαινόμενα τις τιμές της και πρωτοστατώντας στην αδιαφορία για αυτοσυγκράτηση στις τιμές χονδρικής. Θα μπορούσε, άραγε, ν’ αλλάξει τους όρους του ανταγωνισμού προς όφελος των χρηστών; Ναι, εφόσον, ελέγχοντας περίπου τα δύο τρίτα της κατανάλωσης, θα μπορούσε μέσω του ανταγωνισμού να υποχρεώσει στους άλλους ιδιώτες παραγωγούς να κρατούν χαμηλά την τιμή της κιλοβατώρας. Γιατί δεν το κάνει; Διότι πρακτικά δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Οι μικροδιαφορές στην τιμή της κιλοβατώρας του ενός από τον άλλο πάροχο δηλώνουν μάλλον μια επίφαση της λειτουργίας του…

ΕΕ: Μυωπικός ενεργειακός σχεδιασμός

σ. σ.: …Πράγμα που το επισημαίνουν πρώτοι οι βιομηχανικοί χρήστες.

Λ. Β.: Η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Γενικότερα η απολιγνιτοποίηση και η στροφή στις ΑΠΕ εξελίσσεται σε πισώπλατο χτύπημα σε όλη την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Χωρίς υπερβολή, σήμερα οι τιμές του φυσικού αερίου επιταχύνουν την αποβιομηχάνιση της Ευρώπης… Το γεωπολιτικό υπόβαθρο της ενεργειακής κρίσης στη συγκυρία της εκδήλωσής της αποκάλυψε το μέγεθος της μυωπίας της ΕΕ στον ενεργειακό σχεδιασμό της. Όχι μόνο δεν υπήρξε πρόνοια χρηματοδότησης των ερευνών για καινοτόμες ΑΠΕ δεκαετίες πριν, αλλά επιχειρείται τώρα μια βεβιασμένη μετάβαση σε ΑΠΕ τεχνολογιών απρόσφορων να καλύψουν ποσοτικά, ποιοτικά και συνάμα κοστολογικά τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής κοινωνίας και οικονομίας.

Καθρέφτης στρεβλώσεων

σ. σ.: Τα προωθούμενα διορθωτικά μέτρα είναι δυνατόν να εξισορροπήσουν την κατάσταση;

Λ. Β.: Οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης για επιδότηση των ανατιμήσεων της ηλεκτρικής ενέργειας ήταν αναγκαίες. Όμως, η επιδότηση των 150 KWh κατά 80% και των επόμενων 150 KWh, μέχρι τις 300, κατά 60% αφήνει εκτός επιδότησης το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της τιμής. Η μέση οικογένεια καταναλώνει πολλαπλάσιες κιλοβατώρες. Μάλιστα, η οριζόντια επιδότηση ανεξαρτήτως εισοδήματος και μεγέθους κατοικίας στηρίζει κοινωνικά στρώματα που δεν έχουν ανάγκη, ενώ τα πιο φτωχά αφήνονται στο έλεος των ανατιμήσεων. Εξίσου διακριτική όφειλε να είναι και η επιδότηση των μη οικιακών τιμολογίων. Σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από δέκα εργαζόμενους έπρεπε να δοθεί μεγαλύτερη ενίσχυση.

Το πρόβλημα είναι πως ακόμη κι αυτές οι επιδοτήσεις, που προκαλούν σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση, κάποια στιγμή θα τελειώσουν. Μ’ ένα ενεργειακό κόστος εξωφρενικά υψηλό, τα νοικοκυριά θα οδηγηθούν στη φτώχεια και πολλές επιχειρήσεις σε «λουκέτο»…