'Ενα νέο σύστημα για την αποζημίωση των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, που θίγονται από τις παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, παρουσίασε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η σχετική Λευκή Βίβλος που εξέδωσε η Επιτροπή εστιάζει ουσιαστικά στους τρόπους αντιμετώπισης των παραβιάσεων των κανόνων, σχετικά με τις περιοριστικές εμπορικές πρακτικές και την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, και περιλαμβάνει μια σειρά συστάσεων, ώστε τα θύματα των παραβιάσεων της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό να έχουν πρόσβαση σε πραγματικά αποτελεσματικούς μηχανισμούς, προκειμένου να αξιώνουν την αποκατάστασή τους.

‘Οπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπάρχουν σοβαρά εμπόδια στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, τα οποία κάθε άλλο παρά ενθαρρύνουν τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις να προσφεύγουν στο δικαστήριο και να αξιώνουν αποζημιώσεις για την παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας.

Η Λευκή Βίβλος περιέχει προτάσεις, ώστε η άσκηση των αγωγών αποζημίωσης εκ μέρους των θιγομένων να καταστεί αποτελεσματικότερη και να διασφαλιστεί η τήρηση των ευρωπαϊκών νομικών συστημάτων και παραδόσεων.

Το σύστημα που προτείνει η Επιτροπή βασίζεται στην επιδίκαση μιας ενιαίας αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί το θύμα. Οι λοιπές βασικές συστάσεις της Λευκής Βίβλου καλύπτουν τις συλλογικές αγωγές, τη γνωστοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων και τα αποτελέσματα των τελεσίδικων αποφάσεων των Αρχών Ανταγωνισμού σε μεταγενέστερες αγωγές αποζημίωσης.

Οι συστάσεις σταθμίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ενάγοντος και του εναγομένου και περιλαμβάνουν εχέγγυα κατά των διαδικαστικών καταχρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι εμπλεκόμενοι στην εσωτερική αγορά έχουν κληθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συστάσεις της Λευκής Βίβλου έως τις 15 Ιουλίου φέτος, οπότε η Επιτροπή θα τις εξετάσει και, όπου κριθεί αναγκαίο, θα προβεί στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων.

Η Λευκή Βίβλος παρουσιάζει μια σειρά συστάσεων, οι οποίες παρέχουν μια ισόρροπη λύση, όσον αφορά στα ισχύοντα και συχνά μη αποτελεσματικά συστήματα αποζημίωσης, αλλά αποφεύγουν την παροχή υπερβολικών κινήτρων που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάχρηση των σχετικών διαδικασιών, πράγμα που συμβαίνει σε ορισμένες μη ευρωπαϊκές χώρες.

Οι βασικές συστάσεις της Λευκής Βίβλου

  • Ενιαία αποζημίωση: Η Επιτροπή προτείνει την επιδίκαση μιας ενιαίας αποζημίωσης αντί των πολλών. Αυτό σημαίνει πλήρη αποζημίωση, δηλαδή αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας, λόγω, πχ, της αντι-ανταγωνιστικής αύξησης των τιμών ή της διαφυγής κερδών εξαιτίας της μείωσης των πωλήσεων. Η αποζημίωση για το πραγματικό ύψος της ζημίας συνεπάγεται και δικαίωμα σε τόκους.
  • Συλλογικές αγωγές: Ιδιαίτερα οι καταναλωτές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που εγείρουν αξιώσεις αποζημιώσεων μικρού αντιτίμου, πρέπει να έχουν ευκολότερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όπως και να μπορούν να συνυποβάλλουν αγωγές τους μέσω αντιπροσώπων. Ωστόσο, πρέπει να θεσπιστούν τα εχέγγυα, ώστε οι αγωγές αυτές να μην οδηγούν σε αβάσιμες αξιώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, όσον αφορά στον τομέα της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, συνιστά να επιτρέπονται μόνο οι αγωγές μέσω αντιπροσώπων (πχ μέσω των αναγνωρισμένων Ενώσεων Καταναλωτών) και οι αγωγές στις οποίες τα θύματα επιλέγουν να έχουν φυσική συμμετοχή αντί των συλλογικών αγωγών που υποβάλλονται από δικηγορικές εταιρείες για απροσδιόριστο αριθμό εναγόντων.
  • Γνωστοποίηση αποδεικτικών στοιχείων: Προκειμένου οι δικαστές να σχηματίζουν πλήρη εικόνα των εκάστοτε υποθέσεων, ορίζεται ότι δεν πρέπει να είναι επιτρεπτό στους διαδίκους να αποκρύπτουν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Η αποκάλυψη των αποδεικτικών στοιχείων υπό τον έλεγχο του δικαστή θα συμβάλει στη διεξαγωγή δίκαιων δικών, στις οποίες οι διάδικοι θα έχουν ισότιμη πρόσβαση στις αποδείξεις. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν συνιστά κάποιες ιδιαίτερα αυστηρές απαιτήσεις, όπως το αυτόματο δικαίωμα γνωστοποίησης, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαδικαστικές καταχρήσεις, όπου οι εναγόμενοι καταλήγουν σε συμβιβασμούς απλώς και μόνο προς αποφυγή των υψηλών δαπανών που δημιουργεί η υπερβολικά ευρεία γνωστοποίηση των αποδείξεων.
  • Οι τελεσίδικες αποφάσεις ως αποδεικτικό μέσο: Προκειμένου να αποφεύγονται οι καθυστερήσεις και το κόστος που συνδέεται με την εκ νέου κίνηση δικονομικών διαδικασιών, η Επιτροπή συνιστά -όπως ήδη ισχύει για τις αποφάσεις της Επιτροπής- οι οριστικές αποφάσεις, σχετικά με παραβάσεις, που εκδίδουν οι αρμόδιες Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών-μελών να θεωρούνται επαρκείς αποδείξεις της εκάστοτε παράβασης σε μεταγενέστερες αγωγές αποζημίωσης.

Αν και πρόσφατα υπήρξαν κάποια δείγματα βελτίωσης σε ορισμένα κράτη-μέλη, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες ασκήθηκαν ελάχιστες αγωγές αποζημίωσης στην Ευρώπη. Στην Πράσινη Βίβλο του 2005 η Επιτροπή διαπίστωνε ότι οι συνήθεις κανόνες και διαδικασίες περί αστικής ευθύνης, που ισχύουν στα περισσότερα κράτη-μέλη, φαίνεται ότι είναι ακατάλληλοι για τις υποθέσεις αγωγών αποζημίωσης λόγω της παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Οι υποθέσεις αυτές εκτιμάται ότι απαιτούν σύνθετη ανάλυση των πραγματικών και οικονομικών δεδομένων.