Σε αντίθεση με τις περισσότερες περιοχές νέων τεχνολογιών, όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλοί, ο τομέας των ηλεκτρονικών αγορών (e-marketplaces) δείχνει να ξεπερνά ακόμα και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επίπεδο επιτευγμάτων και βελτίωσης υπηρεσιών. Αξιοσημείωτο είναι πως αυτή η ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στον τομέα του λιανεμπορίου, με έμφαση στην διευκόλυνση της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Σήμερα, στην Ελλάδα λειτουργούν έξι ηλεκτρονικές αγορές (δηλαδή, ηλεκτρονικοί ενδιάμεσοι, οι οποίοι παρέχουν τη δυνατότητα “ηλεκτρονικής συνάντησης” πωλητών και αγοραστών), που παρέχουν στις συμμετέχουσες εταιρείες αυτοματοποίηση στην διεκπεραίωση των συναλλαγών τους, καθώς και την δυνατότητα αναζήτησης ευκαιριών, όπως εύρεση επιχειρηματικών εταίρων και διοργάνωση δημοπρασιών. Σε αυτές τις ηλεκτρονικές αγορές είναι εγγεγραμμένες περίπου 3.000 υπηρεσίες (από τις οποίες όμως στην πραγματικότητα περίπου 2.000 συμμετέχουν ενεργά). Ο όγκος των συναλλαγών που πραγματοποιούνται ξεπερνά σε αξία τα 2 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ ο αριθμός των συναλλαγών τα 3 εκατ. ετησίως.

Αυτή η σημαντική ανάπτυξη αποδεικνύεται από δύο έρευνες που πραγματοποίησε το εργαστήριο Ηλεκτρονικού Επιχειρείν και Εμπορίου (ELTRUN) του ΟΠΑ. Η πρώτη από τις έρευνες, που στόχευαν στην μελέτη των οφελών που παρέχουν οι ηλεκτρονικές αγορές, ήταν ποσοτική και υλοποιήθηκε με την μορφή ερωτηματολογίων με αποδέκτες τις εταιρείες, που συμμετέχουν στις ηλεκτρονικές αγορές. Τα αποτελέσματα των ερωτηματολογίων προσέφεραν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με διάφορες παραμέτρους του διεπιχειρησιακού ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα.

Σχετικά με τη συμμετοχή στις ηλεκτρονικές αγορές τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις λαμβάνουν αυτή την απόφαση ύστερα από την παρότρυνση επιχειρηματικών εταίρων (συνήθως αγοραστών) σε ποσοστό 45%, ενώ ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό 10% (που αυξάνεται συνεχώς) των επιχειρήσεων, επειδή η συμμετοχή σε ηλεκτρονικές αγορές αποτελεί συνήθη πρακτική του κλάδου τους.

Όσον αφορά την χρήση, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων (79%) χρησιμοποιεί την παρεχόμενη υπηρεσία της ηλεκτρονικής διεκπεραίωσης συναλλαγών, με διαφορά από τις υπόλοιπες υπηρεσίες (βλ. σχεδιάγραμμα 1). Παρά ταύτα είναι ενθαρρυντικό ότι μια στις πέντε επιχειρήσεις αξιοποιεί τις ηλεκτρονικές αγορές για ιδιαίτερα απαιτητικές λειτουργίες ή διαδικασίες, όπως διαχείριση ζήτησης, διαχείριση work-flows στις προμήθειες ή αγορές κλπ.

Τα οφέλη στη διεκπεραίωση

Τα πιο σημαντικά αποτελέσματα της έρευνας αφορούσαν στις επιπτώσεις της συμμετοχής των επιχειρήσεων σε ηλεκτρονικές αγορές. Η έρευνα έδειξε ότι η συμμετοχή σε ηλεκτρονικές αγορές προσφέρει σημαντικά οφέλη στις επιχειρήσεις. Τα οφέλη παρουσιάζονται ως πιο σημαντικά σε περιοχές που αφορούν στη διεκπεραίωση συναλλαγών (βλ. σχεδιάγραμμα 2).

Πιο συγκεκριμένα, σημαντικές επιπτώσεις μετρήθηκαν στη μείωση των χρόνων διεκπεραίωσης και επεξεργασίας των παραγγελιών, τη μείωση των λαθών, τη βελτίωση της αξιοπιστίας και της απλότητας του συστήματος. Αυτές οι επιπτώσεις συνάδουν και με την υιοθέτηση της ηλεκτρονικής διεκπεραίωσης συναλλαγών ως κύριας υπηρεσίας. Βέβαια, παράλληλα με αυτά τα οφέλη παρατηρήθηκαν σε μικρότερο βαθμό και άλλες επιπτώσεις στρατηγικής σημασίας, όπως βελτίωση των πληροφοριακών πόρων της εταιρείας, μείωση των αποθεμάτων, καλύτερο επίπεδο εξυπηρέτησης.

Προσμετρώντας την επιχειρηματική

Όπως φαίνεται και από αυτά τα συνοπτικά αποτελέσματα, τα οφέλη πηγάζουν κυρίως από την αυτοματοποίηση των συναλλαγών. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα η δεύτερη έρευνα ανέλυσε έμπρακτα την επιχειρηματική αξία αυτών των οφελών, μελετώντας την πιο απλή υπηρεσία που παρέχουν οι ηλεκτρονικές αγορές: την ηλεκτρονική ανταλλαγή τιμολογίων. Η ηλεκτρονική ανταλλαγή τιμολογίων μαζί με την ηλεκτρονική αποστολή παραγγελιών συνθέτουν την πιο “δημοφιλή” υπηρεσία που παρέχεται σήμερα, δηλαδή την ηλεκτρονική διεκπεραίωση συναλλαγών (όπως υπέδειξαν άλλωστε οι ίδιες οι επιχειρήσεις στην πρώτη έρευνα). Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μέσω της διεξαγωγής συνεντεύξεων σε βάθος με επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την υπηρεσία της ηλεκτρονικής τιμολόγησης συγκεκριμένης ηλεκτρονικής αγοράς. Αρχικά, κατεγράφη η διαδικασία και στη συνέχεια μετρήθηκαν ποσοτικά τα βήματα της διαδικασίας, που αποτελούν πηγές κόστους (όπως ανθρώπινοι πόροι, εγκαταστάσεις, αναλώσιμα, κλπ).

Με βάση τις μετρήσεις, προκειμένου να υπολογιστεί η βελτίωση που επιτυγχάνεται, μετρήθηκε το κόστος ανά τιμολόγιο για τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν τα τιμολόγια (λιανέμποροι) σε διάφορα σενάρια (βλ. πίνακα 1). Στο πιο απλό σενάριο υπολογίστηκε το κόστος του τιμολογίου χωρίς την ύπαρξη ηλεκτρονικού ενδιάμεσου. Επίσης, υπολογίστηκε το σημερινό κόστος τιμολογίου (σενάριο, όπου περίπου 50% των τιμολογίων ανταλλάσσονται ηλεκτρονικά), το σενάριο της αύξησης του ποσοστού των τιμολογίων που ανταλλάσσονται ηλεκτρονικά (πχ 75% των τιμολογίων), το σενάριο κατάργησης του έντυπου τιμολογίου και διάφορες παραλλαγές των παραπάνω σεναρίων. Όσον αφορά στο σενάριο κατάργησης του έντυπου τιμολογίου, αυτό παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον, αφού από την άνοιξη του 2006 είναι νομικά εφικτή η μη αποστολή του έντυπου τιμολογίου, αν και ακόμα μια τέτοια πρακτική δεν έχει μπει σε εφαρμογή.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ενώ το αρχικό κόστος επεξεργασίας ανά τιμολόγιο υπολογίζεται για τον λιανέμπορο σε 3,5 ευρώ περίπου, η ηλεκτρονική ανταλλαγή του 50% των τιμολογίων (σημερινό σενάριο σε αρκετές λιανεμπορικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα) οδηγεί σε μείωση της τάξης των 60 λεπτών ανά τιμολόγιο (μείωση 16%). Δεδομένου του υψηλού ανταγωνισμού και των χαμηλών περιθωρίων κέρδους στον κλάδο, η μείωση αυτή είναι πολύ σημαντική, καθώς υπάρχουν επιχειρήσεις στο λιανεμπόριο που δέχονται ετησίως περισσότερα από 2 εκατομμύρια τιμολόγια.

Όσον αφορά σε μια ενδεχόμενη αύξηση του ποσοστού τιμολογίων που ανταλλάσσονται ηλεκτρονικά από το 50% στο 75%, αυτή θα οδηγήσει σε μείωση της τάξης του ενός ευρώ περίπου στα 2,4 ευρώ (μείωση που αντιστοιχεί σε ποσοστό 30%). Εντυπωσιακά είναι τα αποτελέσματα της ενδεχόμενης πλήρους εφαρμογής της ηλεκτρονικής τιμολόγησης (με την κατάργηση του έντυπου τιμολογίου, που πλέον είναι εφικτό με πρόσφατη πρωτοποριακή απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών). Σε αυτό το σενάριο αναμένεται να πέσει το κόστος ανά τιμολόγιο κάτω από το ένα ευρώ (περίπου στα 99 λεπτά), οδηγώντας σε μία μείωση, που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 72%, και συνολικά σε μια εξοικονόμηση, που μπορεί να φθάσει τα 3 ευρώ ανά τιμολόγιο.

Ποιοτικά αποτελέσματα

Αξίζει να σημειωθεί, πως πέρα από αυτά τα ποσοτικά αποτελέσματα, η συγκεκριμένη έρευνα παρείχε και επιπλέον ποιοτικά αποτελέσματα. Το πρώτο από αυτά είναι πως η ύπαρξη του ενδιάμεσου της ηλεκτρονικής αγοράς κάνει οικονομικά εφικτή την ηλεκτρονική ανταλλαγή τιμολογίων και για μικρές επιχειρήσεις, σε αντίθεση με το παλαιότερο EDI (Electronic Data Interchange), του οποίου η εφαρμογή ήταν εφικτή μόνο από μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Με τη χρήση των σημερινών υπηρεσιών ηλεκτρονικής διεκπεραίωσης εγγράφων η πληροφορία που ανταλλάσσεται βελτιώνεται, αφού πλέον αυτή είναι ταχύτερη, πιο ακριβής και πιο ασφαλής. Η βελτίωση αυτή της πληροφορίας, οδηγεί στην ουσιαστική βελτίωση της σχέσης ανάμεσα σε προμηθευτή και λιανέμπορο, λόγω της μείωσης των καθημερινών προβλημάτων και λαθών, καθώς και λόγω της δυνατότητας για πιο γρήγορη πληρωμή του προμηθευτή. Επιπλέον, η ύπαρξη όγκου δεδομένων σε ηλεκτρονική μορφή επιτρέπει την στατιστική ανάλυση των δεδομένων για την αξιολόγηση τόσο των συνεργατών (πχ προμηθευτών) όσο και του προσωπικού που ασχολείται με αυτά τα καθήκοντα. Αυτό το προσωπικό με την υιοθέτηση αυτών των συστημάτων από τις επιχειρήσεις χρησιμοποιείται πλέον για πιο σημαντικά καθήκοντα αντί για απλό data entry, συνεισφέροντας ουσιαστικά στην επιχείρηση. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως η αναμενόμενη κατάργηση του έντυπου τιμολογίου, όταν εφαρμοστεί, αναμένεται να έχει επιπλέον οικολογικές συνέπειες, προς την βελτίωση του περιβάλλοντος, το οποίο είναι ένα θέμα που απασχολεί σημαντικά την Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα αλλά και τον κλάδο του λιανεμπορίου.

Συνοψίζοντας, οι ελληνικές ηλεκτρονικές αγορές αποδεικνύουν ότι διαθέτουν τις ικανότητες (τεχνογνωσία και τεχνολογία) να υλοποιήσουν καινοτόμες υπηρεσίες εφάμιλλες και ανταγωνιστικές με αυτές του εξωτερικού (που μπορούν να αξιοποιηθούν κι από μικρές επιχειρήσεις με ελάχιστες επενδύσεις), αναγνωρίζοντας καινοτόμους τρόπους δημιουργίας αξίας, εκμεταλλευόμενες ευκαιρίες και νέες τεχνολογίες. Το ελληνικό λιανεμπόριο επίσης αποδεικνύει ότι μπορεί να αξιοποιήσει προηγμένες τεχνολογίες στην διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας και μάλιστα ως βέλτιστες πρακτικές ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο καθηγητής Γεώργιος Ι. Δουκίδης είναι πρόεδρος του τμήματος Διοικητικής Επιστήμης & Τεχνολογίας και διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Ηλεκτρονικού Επιχειρείν (ELTURN) του ΟΠΑ. Ο κ. Λευτέρης Κιοσές είναι υποψήφιος διδάκτωρ του ίδιου τμήματος.