Η Κρήτη έχει καταφέρει να αναδείξει την αξία του ελληνικού ελαιολάδου μέσα από τις προσπάθειες παραγωγών, μεταποιητών και κρατικών φορέων, που έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην προώθηση του προϊόντος. Ωστόσο, τα επόμενα βήματα προς ψηλότερα σκαλιά θα χρειαστούν περισσότερο κόπο και τρόπο.

Tο 1889 η Κρήτη, πριν ακόμη ενσωματωθεί επίσημα στην Ελλάδα, και ειδικότερα ο νομός Χανίων, έγινε ο τόπος ίδρυσης της πρώτης ελληνικής ελαιουργικής βιομηχανίας. Η ΑΒΕΑ, στη διάρκεια της ιστορίας της, που μετρά 133 χρόνια, ανέδειξε την κρητική ελαιουργία, η οποία είχε ήδη κάνει σημαντικά βήματα, μιας και τον 19ο αιώνα το ελαιόλαδο αποτελούσε βασικό εξαγώγιμο προϊόν του νησιού.

Συμφωνά με τον κ. Αλέξανδρο Μαρκαντωνάκη, γενικό διευθυντή της ΑΒΕΑ, η οποία εξάγει περίπου το 50% των προϊόντων της, «η Κρήτη παραμένει πολύ σημαντική δύναμη στην παγκόσμια αγορά ελαιολάδου, με κύριο πλεονέκτημα την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, η οποία εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του εδάφους και τις περιβαλλοντικές συνθήκες».

Όμως, το 2019 ήταν μια χρονιά εξαίρεση για την Κρήτη, καθώς ο δάκος δημιούργησε σημαντικά προβλήματα στην ποιότητα, αλλά και την ποσότητα του προϊόντος, με αποτέλεσμα κάποιοι μεταποιητές να αναζητήσουν ελαιόλαδο σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και κυρίως στην Πελοπόννησο, προκειμένου να καλύψουν τις παραγγελίες των πελατών τους. Όπως μας λέει ο κ. Νικόλαος Μαρματάκης, ένας εκ των ιδρυτών της Kreta Food, «πολλά από τα ελαιόλαδα που αγοράσαμε δεν πέρασαν τους ελέγχους ποιότητας που έχουμε θεσπίσει βάσει των προδιαγραφών που θέτουν οι διεθνείς πελάτες μας». Ο ίδιος συμπληρώνει ότι λάθος πρακτικές που επηρεάζουν την ποιότητα του προϊόντος λαμβάνουν χώρα και στην Κρήτη, γεγονός που επιβεβαιώνει και η κ. Ειρήνη Χουδετσανάκη-Γιακουμάκη, Περιφερειακή Σύμβουλος ΠΕ Ηρακλείου Κρήτης και πρώην Πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαϊκών Περιφερειών για τα Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης AREPO.

«Έχουμε προσπαθήσει πολύ τα περασμένα χρόνια να εκπαιδεύσουμε τους παραγωγούς ελιάς, ώστε να βελτιώσουν την ποιότητα του προϊόντος που παραδίδουν στο ελαιοτριβείο, αλλά και τους ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων, ώστε να κάνουν τη σωστή συντήρηση στις μηχανές τους», μας λέει η κ. Χουδετσανάκη-Γιακουμάκη, συμπληρώνοντας ότι οι προσπάθειες αυτές έχουν πιάσει τόπο, με αποτέλεσμα η ποιότητα και η ποσότητα της παραγωγής διαρκώς να βελτιώνεται. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της παραγωγής του 2021, η οποία έδωσε 81% έξτρα παρθένου ελαιολάδου στους 108.000 τόνους παραγωγής, σε σχέση με το 51% επί των 60.000 τόνων του 2019 (χρονιά κατά την οποία η παραγωγή δέχθηκε πλήγμα από τον δάκο), και το 71% των 80.000 τόνων του 2018, που ήταν μια τυπική χρονιά για την παραγωγή της Κρήτης.

Αισιόδοξος όσον αφορά τη βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου είναι και ο κ. Μαρκαντωνάκης, ο οποίος παρατηρεί ότι υπάρχουν σημαντικές αλλαγές σε σχέση με το παρελθόν, ως αποτέλεσμα καλύτερης εκπαίδευσης, αλλά και της προστιθέμενης αξίας που δίνει στο προϊόν η τυποποίηση.

Εκθέσεις και in store προωθήσεις
Ο Παγκρήτιος διαγωνισμός ελαιολάδου προσελκύει κάποιους από τους καλύτερους κριτές σε παγκόσμιο επίπεδο και η αναγνώριση που δίνει στα προϊόντα χρησιμοποιείται ως εργαλείο προώθησης στις διεθνείς και εγχώριες αγορές. «Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από τα προϊόντα που βραβεύονται σε αυτόν το διαγωνισμό διακρίνονται και σε διεθνείς διαγωνισμούς ελαιολάδου», σημειώνει η κ. Χουδετσανάκη-Γιακουμάκη. Τα εγχώρια και διεθνή βραβεία είναι ένα βασικό εργαλείο για την προώθηση του κρητικού ελαιόλαδου, καθώς αναδεικνύουν το προϊόν και τα οφέλη που θα αποκομίσουν οι λιανέμποροι από την τοποθέτησή του στα ράφια τους, αλλά και όσοι αναλάβουν την διανομή του στις τοπικές αγορές.

Παράλληλα, οι εταιρείες μεταποίησης αναζητούν νέους τρόπους προσθήκης αξίας στο προϊόν. Η συσκευασία παίζει καθοριστικό ρόλο, άλλες φορές στον τομέα της αισθητικής και άλλες της εργονομίας. Όπως δηλώνει σχετικά ο κ. Νικόλαος Μαρματάκης, εκ μέρους της Kreta Food, η οποία εξάγει το 90% του ελαιολάδου που τυποποιεί, «ο ασκός ελαιολάδου μαζί με ειδικά σχεδιασμένο βρυσάκι είναι μια νέα μορφή συσκευασίας, η οποία μειώνει την πιθανότητα οξείδωσης του προϊόντος και αναμένεται να κερδίσει σημαντικό μερίδιο τα ερχόμενα χρόνια».

Εξίσου σημαντικός παράγοντας αύξησης της αξίας του ελαιολάδου είναι η βελτίωση των διατροφικών χαρακτηριστικών του. Οι πολυφαινόλες είναι ένα δυνατό χαρτί στα χέρια του μάρκετινγκ, καθώς έχουν συνδεθεί με την υγιεινή διατροφή, Η Κρήτη ευνοείται ιδιαίτερα στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς βρίσκεται νοτιότερα σε σχέση με άλλες περιοχές της Ελλάδας που παράγουν ελαιόλαδο και έτσι η συγκομιδή του μπορεί να γίνει νωρίτερα, όταν ο καρπός έχει τη δυνατότητα να δώσει λάδι με υψηλές πολυφαινόλες.

Nutriscore και ελαιόλαδο
Στην προσπάθεια ανάδειξης της διατροφικής αξίας του ελαιολάδου εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα ένα σημαντικό εμπόδιο. Στο πλαίσιο υλοποίησης της στρατηγικής «Από το αγρόκτημα στο πιάτο», που παρουσίασε τον Μάιο του 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως μία από τις βασικές δράσεις προώθησης των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, προτάθηκε η σήμανση της διατροφικής αξίας των τροφίμων σύμφωνα με το σύστημα Nutriscore. Μεταξύ των ισχυρών αντιδράσεων από υπουργεία, κλαδικούς φορείς και επιχειρήσεις, συγκαταλέγονται και όσες επικεντρώνονται στο ζήτημα του ελαιολάδου, καθώς αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα των αδυναμιών του εν λόγω συστήματος. Το ελαιόλαδο, προϊόν με εξαιρετικά οφέλη για τον οργανισμό, βρίσκεται σε κατώτερη θέση, καθώς το σύστημα στηρίζεται κυρίως στη θερμιδική επιβάρυνση του οργανισμού, από προϊόντα όπως για παράδειγμα τα αναψυκτικά.

Σύμφωνα με την κ. Χουδετσανάκη-Γιακουμάκη, η συγκεκριμένη κλίμακα αδικεί το ελαιόλαδο και αυτό φυσικά δεν αφορά μόνο το παραγόμενο στην Περιφέρεια Κρήτης, αλλά όλα τα ελαιόλαδα. «Ως πρώην πρόεδρος της AREPO (Association of European Regions for Products of Origin), συμμετείχα τον περασμένο Οκτώβριο στη διοργάνωση ενός συνεδρίου, στο οποίο παρευρέθηκαν σημαντικοί εκπρόσωποι της ΕΕ, που σχετίζονται με το σχεδιασμό και την υλοποίηση της πολιτικής «Από το αγρόκτημα στο πιάτο», λέει η κ. Χουδετσανάκη-Γιακουμάκη. «Οι συμμετέχοντες άκουσαν με προσοχή τις τεκμηριωμένες απόψεις των παραγωγών χωρών και πλέον αναμένεται να δούμε αν αυτή η διαδικασία θα παίξει κάποιο ρόλο στην αλλαγή αξιολόγησης για το ελαιόλαδο», σημειώνει.

Ωστόσο, όποια κι αν είναι η τελική απόφαση, η καμπάνια για το κρητικό ελαιόλαδο θα πρέπει να συνεχιστεί δυναμικά. Οι προηγούμενες χρονιές, εξαιτίας της πανδημίας, περιόρισαν σημαντικά την προώθησή του στις ξένες αγορές, καθώς μεγάλες εκθέσεις ακυρώθηκαν ή έγιναν ψηφιακά. Το κρητικό ελαιόλαδο είχε παρουσία μεταξύ άλλων στις ψηφιακές εκθέσεις ANUGA, Expotrof, Food Market Show και Food Expo. Για τη φετινή χρονιά έχουν σχεδιαστεί περισσότερες συμμετοχές σε εκθέσεις και εκδηλώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με πρώτη αυτή στην ερχόμενη Expotrof.

Η προώθηση παίζει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των πωλήσεων του προϊόντος. Όμως, για τη βελτίωση της ποσότητας και της ποιότητας παραγωγής είναι ζωτικής σημασίας η εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Περιφέρεια Κρήτης έχει εγκρίνει ένα τριετές πλάνο, ύψους 1,3 εκατ. ευρώ, το οποίο έχει στόχο τη ενίσχυση της ποιοτικής εικόνας όλων των προϊόντων γεωγραφικής ένδειξης. Παράλληλα, με αυξημένη χρηματοδότηση, ύψους 2 εκατ. ευρώ και σε συνεργασία με οργανισμούς, όπως το ΙΤΕ και το ΕΛΓΟ-Δήμητρα, θέτει τις βάσεις για νέα ερευνητικά προγράμματα που θα εστιάσουν στον έλεγχο των ασθενειών, και κυρίως του δάκου.

Η Ισπανία καθορίζει τις τιμές παγκοσμίως
Έχοντας σχεδόν το 50% της παγκόσμιας παραγωγής και σχεδόν το 70% της παραγωγής της ΕΕ, η Ισπανία δικαίως έχει τον ρόλο του ρυθμιστή της αγοράς. Όπως μας λέει ο κ. Μαρκαντωνάκης, «η σοδειά ελληνικού ελαιολάδου το 2022 αναμένεται να διατεθεί σε υψηλότερες τιμές, επειδή η παραγωγή στην Ισπανία ήταν μειωμένη». Σύμφωνα με τη μελέτη «Market situation in the olive oil and table olives sectors», η οποία δημοσιεύθηκε από την ΕΕ στις 27 Ιανουαρίου του 2022, η παραγωγή της Ισπανίας ήταν μειωμένη κατά 5,5% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και κατά 4,5% σε σχέση με τον μέσο όρο των πέντε προηγούμενων ετών. Αυτή η προσωρινή μείωση δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τον μέσο όρο της παραγωγής ελαιολάδου στην Ισπανία, η οποία από τους 842.000 τόνους το 2014, έχει φτάσει κατά μέσο όρο τους 1,4 εκατ. τόνους ετησίως, βάσει της παραγωγής των πέντε προηγούμενων ετών.

«Οι Ισπανοί έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά στην παραγωγή ελαιολάδου, με αποτέλεσμα να έχουν βελτιώσει την ποσότητα, αλλά και την οξύτητα, που είναι ο βασικότερος δείκτης ποιότητας στις διεθνείς αγορές», δηλώνει ο κ. Φώτης Σούσαλης, γενικός διευθυντής της Terra Creta, η οποία εξαγοράστηκε στο τέλος του 2021 από τη Μέλισσα Κίκιζας. Η εταιρεία, που ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2001 ως τυποποιητική μονάδα, έκανε μια σημαντική επένδυση σε δικό της ελαιουργείο το 2010 και το 2014 προχώρησε στη δημιουργία ομάδων παραγωγών με τους οποίους συνεργάζεται, ώστε να μπορεί να ελέγχει την ποιότητα του καρπού και να διαμορφώνει την πρωτογενή παραγωγή ανάλογα με τις ανάγκες της.

Για τον ίδιο λόγο, επέλεξε να κάνει μια σημαντική επένδυση το 2018, προκειμένου να βελτιώσει μια από τις γραμμές ελαιουργίας της. Οι καρποί της επένδυσης αποτυπώθηκαν και σε διεθνείς διακρίσεις. Το 2020, η εταιρεία βρέθηκε στη δεκάδα της παγκόσμιας λίστας των καλύτερων ελαιολάδων, ενώ το 2021 απέσπασε Χρυσό Βραβείο στον διαγωνισμό Mario Solinas και κατάφερε να κατακτήσει τη δεύτερη θέση στην παγκόσμια κατάταξη ελαιολάδων. Η βελτίωση της ποιότητας παραγωγής έχει αποτυπωθεί και στα οικονομικά της αποτελέσματα, καθώς η εταιρεία από το 2012 μέχρι το 2021 έχει τετραπλασιάσει τα έσοδα της, ενώ επιπλέον, όπως αναφέρεται στον πρόσφατο απολογισμό βιωσιμότητας, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα για το ελαιόλαδο ΠΟΠ Κολυμβάρι και το βιολογικό ελαιόλαδο που παράγει ήταν μειωμένο κατά 15% και 31% αντίστοιχα. Παράλληλα, η έρευνα για νέα προϊόντα υπόσχεται ένα καλύτερο μέλλον για ένα από τα αρχαιότερα προϊόντα της ελληνικής γης.

Βιολογικό, αγριελιά και τσουνάτη ελιά
Η κορωνέϊκη ποικιλία είναι η επικρατούσα στα κρητικά ελαιόδεντρα. Από αυτήν προκύπτουν τα εξαιρετικά ελαιόλαδα που έχουν γίνει γνωστά σε όλον τον κόσμο. Ωστόσο, οι εταιρείες τυποποίησης σε συνεργασία με τους παραγωγούς πειραματίζονται σε τοπικές ποικιλίες, οι οποίες έχουν αξιοποιηθεί λιγότερο ως και καθόλου στην παραγωγή ελαιολάδου. Τα ελαιόλαδα αγριελιάς και τσουνάτης ελιάς έχουν ακόμα ελάχιστο μερίδιο στην παραγωγή της Κρήτης, αλλά όπως μας λέει ο κ. Μαρκαντωνάκης, στο μέλλον η κατάσταση αυτή θα αλλάξει.

Το ίδιο ισχύει και για το βιολογικό ελαιόλαδο ανεξαρτήτως ποικιλίας, η παραγωγή του οποίου είναι κοντά στο 5%, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας έδωσε η Περιφέρεια Κρήτης. Η δυσκολία στην παραγωγή βιολογικού ελαιόλαδου δεν είναι κυρίως το ύψος της επένδυσης σε διαδικασίες καλλιέργειας και μεταποίησης, όσο η νοοτροπία και ο κατακερματισμένος κλήρος της κρητικής γης. Χρειάζεται σχεδιασμός και συντονισμός προκειμένου μεγάλες εκτάσεις γης να μετατραπούν σε τόπους βιολογικής καλλιέργειας, καθώς δε νοείται ένα χωράφι με 300 ελιές να είναι βιολογικό και το ακριβώς διπλανό του να ραντίζεται με χημικά.

Ωστόσο, με τον δάκο να καραδοκεί και την κλιματική αλλαγή να τον ευνοεί, δεν είναι εύκολο οι παραγωγοί να επιλέξουν τη βιολογική καλλιέργεια, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα πολύ χαμηλά ποσοστά συγκομιδής. Σε αυτό το περιβάλλον, ως εμπόδιο λειτουργεί και η νοοτροπία των παραγωγών προηγούμενων γενιών, οι οποίοι είναι λιγότερο συνειδητοποιημένοι όσον αφορά τους σύγχρονους περιβαλλοντικούς κινδύνους και προτιμούν τις «σίγουρες λύσεις». Ίσως οι νέες γενιές που μπαίνουν στον χώρο της πρωτογενούς παραγωγής να δουν οφέλη στη βιολογική καλλιέργεια, αυξάνοντας το ποσοστό του βιολογικού ελαιόλαδου που παράγεται στην Κρήτη, αλλά και να εξελίξουν κι άλλους παράγοντες, που θα συντελέσουν στη βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση της παραγωγής.