Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από μελέτη του Ινστιτούτου Γεωργίας της Βόννης και ειδικότερα της ομάδας EuroCARE, η οποία εξέτασε τις επιπτώσεις από τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα φυτοφάρμακα, που θα αντικαταστήσει την Οδηγία 91/414/ΕΟΚ της 15ης Ιουλίου 1991.

Η νέα νομοθεσία βρίσκεται σε διαβούλευση μεταξύ του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών Γεωργίας της ΕΕ και πρόκειται να ψηφιστεί το επόμενο διάστημα. Εάν εφαρμοστούν οι περιορισμοί της στα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, τότε -κατά τη μελέτη- οι τιμές του σιταριού και της πατάτας θα αυξηθούν τουλάχιστον κατά 20%, η ΕΕ θα χρειαστεί να εισαγάγει βασικά γεωργικά προϊόντα από τρίτες χώρες, το επιπρόσθετο κόστος θα επιβαρύνει τους Ευρωπαίους καταναλωτές, και στη χειρότερη περίπτωση οι τιμές στα δημητριακά και τα λαχανικά ενδέχεται να αυξηθούν έως 73% και 104% αντίστοιχα!

Νωρίτερα φέτος το ιταλικό ερευνητικό κέντρο Nomisma προειδοποίησε ότι με τη νέα νομοθεσία οι παραγωγές σιταριού, πατάτας, δημητριακών και σταφυλιού ενδέχεται να μειωθούν κατά 29%, 33%, 20% και 10% αντίστοιχα μέχρι το 2020.

Αύξηση εισαγωγών

Οι ερευνητές προβλέπουν ότι μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής γεωργικής παραγωγής θα αντικατασταθεί από προϊόντα άλλων χωρών, και θα τεθεί σε κίνδυνο η θέση της ΕΕ ως βασικού εξαγωγέα αγροτικών προϊόντων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, όσο η ευρωπαϊκή παραγωγή σιταριού θα μειώνεται, θα αυξάνεται σε ΗΠΑ, Μεξικό, Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Νότια Αφρική, Κίνα ή Αυστραλία.
Χαρακτηριστικό των αλλαγών που αναμένονται με τη νέα νομοθεσία είναι πως θα απομείνουν σε ισχύ μόλις 80 τύποι φυτοφαρμάκων σε όλη την ΕΕ, έναντι 470 διαθέσιμων σήμερα και 980 στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
«Οι αυξήσεις τιμών δεν εκπλήσσουν, δεδομένων των τρεχουσών πιέσεων στις τιμές των τροφίμων και της σημασίας της ευρωπαϊκής αγοράς στο διεθνές τοπίο. Η άνοδός τους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της μελέτης, δεν θα απέχουν από καταστάσεις που ζήσαμε πρόσφατα, όπως πχ το 2007, όταν το παγκόσμιο απόθεμα σιταριού μειώθηκε περίπου κατά 20 εκατ. τόνους, αλλά οι τιμές αυξήθηκαν περισσότερο από το 100%», δηλώνει ο Δρ. Marcel Adenaeuer εκ μέρους του EuroCARE.

Η έρευνα επισημαίνει πως η νέα νομοθεσία, οδηγώντας στην απώλεια σημαντικών λύσεων φυτοπροστασίας, θα δυσκολέψει τον έλεγχο των εχθρών των καλλιεργειών και των ασθενειών, επηρεάζοντας σημαντικά τη συνολική γεωργική παραγωγή, καθώς και τη δυνατότητα των αγροτών να εφαρμόσουν προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης των εχθρών των καλλιεργειών.

Σημαντική η προστασία των καλλιεργειών

Ο Δρ. Friedhelm Schmider, γενικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Φυτοπροστασίας (ECPA), τονίζει πως «όλες οι καλλιέργειες χρειάζονται προστασία από ασθένειες και ζιζάνια. Αν αφαιρεθούν τα εργαλεία των αγροτών για την προστασία των σοδειών τους, η παραγωγή θα μειωθεί, και οι τιμές θα αυξηθούν. Η απαγόρευση των διαθέσιμων επιλογών φυτοπροστασίας θα έχει ως τελικό αποδέκτη το πορτοφόλι του καταναλωτή, ειδικά σε μία περίοδο που η οικονομική σταθερότητα αποτελεί προτεραιότητα… Οι εγγενείς ιδιότητες των μορίων ενός φυτοφαρμάκου δεν καθιστούν επικίνδυνο ένα προϊόν. Απαιτούνται οι κατάλληλες αξιολογήσεις για να καθοριστεί ο τυχόν κίνδυνος από τη χρήση του, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις δόσεις του υπό φυσιολογικές συνθήκες. Αντίστοιχα, πχ ο καφές και το αλκοόλ, ενώ είναι επικίνδυνα σε υψηλές δόσεις, η φυσιολογική κατανάλωσή τους δεν εμπεριέχει κανένα κίνδυνο».

Δεδομένων των συμπερασμάτων της έρευνας της EuroCARE, ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Φυτοπροστασίας ζητά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητη και αναλυτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των προτεινόμενων κριτηρίων έγκρισης της νέας νομοθεσίας (cut-off criteria) από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 378 (Νοέμβριος) του περιοδικού των εκδόσεών μας “σελφ σέρβις”.