Τα αντιπληθωριστικά μέτρα της κυβέρνησης είναι λογικά και αποδεκτά, ωστόσο η κατάσταση στην αγορά έχει πλέον ομαλοποιηθεί, οπότε οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να ασκήσουν ελεύθερα την εμπορική τους πολιτική. Αυτό τονίζει σε συνέντευξή του στο «σελφ σέρβις» ο κ. Κώστας Αντιμησάρης, γενικός επιχειρησιακός διευθυντής της Metro. Αναφερόμενος στους νεότερης ηλικίας καταναλωτές τονίζει ότι έχουν ακριβές προτιμήσεις, αν και δεν έχουν επαρκές εισόδημα, ενώ καταναλώνουν ψηφιακά, έχοντας, ωστόσο, την ανάγκη επαφής με το φυσικό κατάστημα και, στο πλαίσιο αυτό, αποζητούν την omnichannel εμπειρία.

Ο Κώστας Αντιμησάρης θεωρεί παράλογη την αναμενόμενη οριζόντια εφαρμογή του προωθούμενου ευρωπαϊκού κανονισμού, σχετικά με την εξόφληση όλων των πράξεων μεταξύ εμπορευομένων εντός τριάντα ημερών από τη συναλλαγή, καθώς ένα πολύ μεγάλο μέρος των συναλλαγών του κλάδου γίνεται με πολυεθνικές εταιρείες, που δεν έχουν ανάγκη τέτοιου είδους προστασία, όπως εξηγεί.

σελφ σέρβις: Δικαίως ή αδίκως η κυβέρνηση παρενέβη σε τέτοιο βαθμό στην αγορά για το ζήτημα των ανατιμήσεων;

Κώστας Αντιμησάρης: Είναι λογικό και αποδεκτό σε έκτακτες συνθήκες να απαιτούνται έκτακτα μέτρα. Με τον πληθωρισμό να ανεβαίνει σε πολύ υψηλά επίπεδα τα προηγούμενα χρόνια, όλοι αντιλαμβανόμαστε πως η πολιτεία έπρεπε να πάρει κάποια προσωρινά μέτρα προστασίας των καταναλωτών. Στο μεταξύ, όμως, η κατάσταση έχει εξομαλυνθεί. Δεν βλέπουμε πια μεγάλες ανατιμήσεις, η αγορά σιγά σιγά σταθεροποιείται. Στο νέο πλαίσιο, λοιπόν, είναι σημαντικό οι επιχειρήσεις να μπορούν να ασκούν ελεύθερα την εμπορική τους πολιτική, αποδεσμευμένες από τα περιοριστικά μέτρα, που τις έχουν καθηλωμένες από συνθήκες που πια έχουν ξεπεραστεί. Ειδικά στο λιανεμπόριο τροφίμων, που είναι ένας πολύ ανταγωνιστικός κλάδος, καθώς όλες οι αλυσίδες έχουμε παρόμοια ή και ίδια προϊόντα στα ράφια μας, ο υγιής ανταγωνισμός των αλυσίδων θα δώσει τη λύση. Σε ό,τι αφορά την απαγόρευση της διενέργειας προσφορών προϊόντων πρόσφατα ανατιμημένων, το μέτρο έχει λογική και σωστά εφαρμόζεται, αν κι εδώ υπάρχουν εξαιρέσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κακάο, η τιμή του οποίου έχει πολλαπλασιαστεί, επηρεάζοντας άμεσα την τιμολογιακή πολιτική σε όλη την κατηγορία των προϊόντων που έχουν κακάο στη σύνθεσή τους.

Οι πολυεθνικοί προμηθευτές δεν έχουν ανάγκη «προστασίας»

σ. σ.: Η αγορά του κλάδου είναι έτοιμη να συναλλαχθεί σε σαφώς ταχύτερο χρόνο πληρωμών από τον ισχύοντα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του προωθούμενου Κανονισμού της ΕΕ;

Κ. Α.: Δεν είμαι σε θέση να μιλήσω συνολικά για λογαριασμό του κλάδου. Ωστόσο, σκέφτομαι ότι η εφαρμογή του Κανονισμού για το σύνολο των συναλλαγών, εφόσον γίνει νόμος, θα φέρει πολύ μεγάλη αναστάτωση. Ένα τέτοιο μέτρο έχει μεγάλη αξία να εφαρμόζεται για την προστασία των μικρών τοπικών παραγωγών, που δεν αντέχουν τους μεγάλους χρόνους αποπληρωμής, οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουν και τις 150 μέρες, καθώς χρειάζονται άμεσα ρευστότητα για τη στήριξη των επιχειρήσεών τους. Όμως, εφόσον εφαρμοστεί οριζόντια για το σύνολο των προϊόντων, θα είναι παράλογο, δεδομένου ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των συναλλαγών μας αφορά τη συνεργασία μας με πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες δεν χρειάζονται τέτοιου είδους προστασία. Σε κάθε περίπτωση για την εταιρεία μας η διαδικασία προσαρμογής στο νέο πλαίσιο θα είναι ευκολότερη και συντομότερη, επειδή ο μέσος χρόνος αποπληρωμής των αποθεμάτων μας είναι οι 82 ημέρες για όλες τις κατηγορίες προϊόντων.

Omnichannel ο καταναλωτής του αύριο

σ. σ.: Πώς φαντάζεστε την αγοραστική συμπεριφορά του σημερινού εικοσάρη μετά από δέκα χρόνια;

Κ. Α.: Οι σημερινοί εικοσάρηδες διαμορφώνονται από τα social media, από τις επιδράσεις των influencers και των συνομηλίκων τους, αλλά, ταυτόχρονα, δεσμεύονται από το υφιστάμενο μισθολογικό status, που καθορίζει την αγοραστική τους ικανότητα. Δεν έχουν οικονομική άνεση, αλλά έχουν ακριβές προτιμήσεις και αναζητούν τρόπους να τις ικανοποιούν. Αναζητούν με πάθος την αυθεντικότητα και είναι συνεχώς βυθισμένοι στον ψηφιακό κόσμο. Είναι η γενιά που, έχοντας μεγαλώσει κυριολεκτικά μέσα στην τεχνολογία, θα αγοράζει κυρίως ψηφιακά, αλλά θα θέλει να επισκέπτεται και τα φυσικά καταστήματα, αρκεί να της προσφέρουν ενδιαφέρουσες εμπειρίες αγοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η omnichannel (πολυκαναλική) εμπειρία γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη και μάλιστα, όταν το ψηφιακό κατάστημα προσφέρει εφάμιλλης ικανοποίησης αγορές με το περιβάλλον του φυσικού καταστήματος, οι εικοσάρηδες τα επιβραβεύουν με την προτίμησή τους. Επίσης, οι αποφάσεις τους φαίνεται ότι επηρεάζονται σημαντικά από τις αξίες τους. Τι σημαίνει αυτό; Εάν ο τρόπος που λειτουργεί μία επιχείρηση δεν συνάδει με τις αρχές τους, την απορρίπτουν. Όταν αισθάνονται ότι μοιράζονται τις ίδιες αρχές και αξίες με μία μάρκα, την αγοράζουν διατεθειμένοι να πληρώνουν περισσότερα. Στο ίδιο πλαίσιο, το ενδιαφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος και η επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας πιθανώς διαμορφώνουν κριτήρια, που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους, ενώ τις ειδικές κατηγορίες προϊόντων, όπως τα plant based, τα vegan ή τα high-protein, τις αναζητούν όλο και περισσότερο.

σ. σ.: Σε τι βαθμό οι καταναλωτές αξιοποιούν τις τεχνολογικές εφαρμογές, που προσφέρονται σήμερα από τις επιχειρήσεις του κλάδου;

Κ. Α.: Είναι αλήθεια ότι η περίοδος της πανδημίας βοήθησε στο να «εκπαιδευτεί» άμεσα το καταναλωτικό κοινό στις ψηφιακές εφαρμογές κι έτσι τώρα πια είμαστε όλοι πιο πρόθυμοι να μαθαίνουμε και να υιοθετούμε νέους τρόπους ψηφιακών αγορών. Ωστόσο, το φυσικό κατάστημα –ειδικά στη χώρα μας– θα συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμη να αποτελεί το βασικό πεδίο αναφοράς των πελατών του κλάδου μας.

Ο καταναλωτής σκέφτεται με το πορτοφόλι του

σ. σ.: Εδώ και χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση περί οικονομικού αναλφαβητισμού του μέσου Έλληνα πολίτη. Τι σκέφτεστε σε σχέση με αυτό;

Κ. Α.: Στην καθημερινότητά μας ακούμε πολλές φορές τις λέξεις «πληθωρισμός», «επιτόκια», «ΑΕΠ» κοκ., λίγοι όμως γνωρίζουν τη σημασία τους. Πράγματι ο μέσος καταναλωτής δεν είναι εκπαιδευμένος στα χρηματοοικονομικά, συνεπώς δεν αντιλαμβάνεται εύκολα γιατί έχουμε υψηλό πληθωρισμό και τι πρέπει να κάνουμε ως οικονομία και κοινωνία για την αντιμετώπισή του. Αντίθετα, ξέρει καλά πόσα χρήματα έχει το πορτοφόλι του και βάσει αυτού, προγραμματίζει τα ψώνια του. Έτσι, όταν μειώνεται η αγοραστική του δύναμη, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο λαϊκισμός των πολιτικών αντιπαραθέσεων στα τηλεοπτικά πάνελ και οι τίτλοι εντυπωσιασμού των ΜΜΕ διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια και καλλιεργούν μια ρητορική εχθρική προς την επιχειρηματικότητα, πράγμα το οποίο τελικά κάνει κακό στη χώρα. Οι καταναλωτές δαιμονοποιούν αυτούς που θεωρούν υπεύθυνους για τις δυσκολίες τους, χωρίς να το ψάχνουν περισσότερο, καθώς εκείνο που έχει σημασία γι’ αυτούς είναι να τα βγάζουν πέρα στην απαιτητική καθημερινότητά τους.

σ. σ.: Ο Έλληνας κυρίως καταναλώνει, δευτερευόντως μόνο αποταμιεύει. Αν άλλαζε αυτό, τι θα σήμαινε για τον κλάδο σας;

Κ. Α.: Ευχή όλων για το καλό της οικονομίας μας είναι να αυξηθεί η αποταμίευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Όμως, πρόσφατες έρευνες δείχνουν το αντίθετο. Δυστυχώς ο μέσος Έλληνας δεν καταφέρνει να αποταμιεύσει, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους ζωής. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μια αλλαγή των δεδομένων υπέρ της αποταμίευσης δεν πιστεύω ότι θα επηρεάσει σημαντικά τα σούπερ μάρκετ, από τα οποία ο καταναλωτής αγοράζει τα απαραίτητα για το καθημερινό του τραπέζι κι άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Ενδεχομένως να επηρεάζονταν ως ένα βαθμό οι αυθόρμητες αγορές, αλλά ο καταναλωτής έχει να «θυσιάσει» άλλες αγορές προϊόντων πριν φτάσει να «θυσιάσει» κάποια από τα ψώνια του από το σούπερ μάρκετ.