Eαρινές και πιο αισιόδοξες από τις αντίστοιχες χειµερινές ήταν οι προβλέψεις του Μαρτίου της Κοµισιόν σχετικά µε την πορεία του ΑΕΠ της ΕΕ, αλλά και της Ελλάδας. Για τη µεν ΕΕ ο ρυθµός µεγέθυνσης της οικονοµίας εκτιµήθηκε στο 4,2% φέτος και στο 4,4% για το 2022, ενώ για την Ελλάδα στο 4,1% το 2021 και στο 6% το 2022.

Όσοι διαβάζουν τα στοιχεία χωρίς να µένουν στην επιφάνεια, γνωρίζουν πως η ανάπτυξη του ΑΕΠ µιας χώρας αποτελεί φυσικά µια θετική ένδειξη, αλλά δεν αρκεί για τον σχεδιασμό στρατηγικής. Οι επιχειρήσεις μελετούν τα πλάνα των επόµενων ετών λαµβάνοντας υπόψη κι άλλα στοιχεία, όπως το μέλλον συγκεκριμένων αγορών, η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης, η δυνατότητα ανασχεδιασµού της οργανωτικής τους δοµής, αλλά κυρίως όσα αφορούν το αύριο του κοινού στο οποίο απευθύνονται για να διαθέσουν τα προϊόντα τους. Και µεταξύ αυτών, σε περίοπτη θέση, βρίσκονται οι δείκτες της ανεργίας και των εισοδηµάτων.

Ας δούµε τα στοιχεία για την ανεργία: Σύµφωνα µε την ανακοίνωση της Eurostat στα µέσα Μαΐου, η ανεργία στην Ελλάδα το 2020 παρουσίαζε µια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα. Στον σχετικό χάρτη που δηµοσίευσε η επίσηµη ευρωπαϊκή στατιστική αρχή, σχεδόν όλες οι περιφέρειες της χώρας ήταν κόκκινες, έχοντας ποσοστό ανεργίας µεγαλύτερο από 14,2%, µε τον µέσο όρο στην ΕΕ να βρίσκεται στο 7,1%. Σύµφωνα πάντα µε τη Eurostat, τον Μάρτιο του 2021 η Ελλάδα ήταν δεύτερη στην ΕΕ σε ανεργία στους νέους, ενώ η Ήπειρος, η Κεντρική Μακεδονία και η Αττική συγκαταλέγονταν στις πέντε περιοχές µε το µεγαλύτερο ποσοστό µακροχρόνια ανέργων.

Στο πεδίο των εισοδημάτων, η Ελλάδα, βρίσκεται στη δεύτερη ταχύτητα των χωρών της ΕΕ όσον αφορά το ύψος του κατώτατου μισθού, καταλαμβάνοντας σε αυτή την κατηγορία την τελευταία θέση με 758 ευρώ (υπολογίζονται 14 μισθοί) κι ακολουθούν η Πορτογαλία (776 ευρώ), η Μάλτα (785 ευρώ), η Σλοβενία (1.024 ευρώ) και η Ισπανία (1.108 ευρώ). Ο κατώτατος μισθός είναι ουσιαστικά καθηλωµένος στο 2012, µε µοναδική εξαίρεση την αύξηση κατά 11% τον Φεβρουάριο του 2019, από 586,08 ευρώ σε 650 ευρώ τον µήνα, µικτά…

Από τον περασµένο Οκτώβριο, τα θεσµικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ευρωπαϊκό σχέδιο Οδηγίας για τους κατώτατους µισθούς μιλούν για «µισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης», στο πλαίσιο της προώθησης των βασικών αρχών του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωµάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, από τα τέλη Μαρτίου έχει ξεκινήσει και στην Ελλάδα η διαδικασία συζήτησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Ειδικευμένοι επιστημονικοί και λοιποί φορείς κλήθηκαν να καταθέσουν τις τεκμηριωμένες προτάσεις και εκθέσεις τους στην ειδική Τριμελή Επιτροπή συντονισμού, σε μια διαβούλευση η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί στα μέσα Ιουλίου.

Ακολουθώντας τις γενικές κατευθύνσεις της Οδηγίας της ΕΕ, καθώς και τις αντίστοιχες οδηγίες του ΟΟΣΑ, το Ινστιτούτο Έρευνας της ΓΣΕΕ προτείνει ως βασικό µισθό τα 751 ευρώ, στο ύψος δηλαδή που ήταν προ 12ετίας… Στην έκθεσή του το Ινστιτούτο τεκμηριώνει επιστημονικά την πρότασή του και, μεταξύ άλλων, αποδομεί τα επιχειρήματα περί αδυναμίας αύξησης του κατώτατου μισθού λόγω των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας, σημειώνοντας τα οφέλη που θα προκύψουν από την συγκεκριμένη κίνηση για την οικονομία και τις επιχειρήσεις. Αναφέρει δε το παράδειγμα 17 κρατών μελών της ΕΕ που «παρά το ότι οι συνέπειες της πανδημικής κρίσης ήταν οριζόντιες, έχουν ήδη αυξήσει τον κατώτατο μισθό από την 1/1/2021… Από τις 17, οι 14 τον είχαν αυξήσει και το 2020 σε σχέση με το 2019».

Από την πλευρά της η κυβέρνηση, δια του Υπουργού Εργασίας κ. Κωστή Χατζηδάκη, δηλώνει πως θα προχωρήσει στην αύξηση του κατώτατου µισθού µέσα στο καλοκαίρι. Προς το παρόν, όµως, καταθέτει σχέδιο νόμου που κινείται προς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, συνολικά…

Τρέχοντας σε έναν μαραθώνιο, οι επιχειρήσεις της χώρας προτάσσουν το µήνυµα του ανθρωποκεντρισµού, προς τους πελάτες και τους εργαζόµενους, καλώντας µάλιστα τους τελευταίους να υπερβάλλουν εαυτούς. Μένει να αποδειχθεί στην πράξη η προσήλωσή τους στην επίτευξη μιας γενικής ευημερίας και όχι σε πρόσκαιρα οφέλη.

Ξένια Μαντζιώρη
Διευθύντρια Σύνταξης