«Αν και ανήκω στους δύσπιστους, ξεκινώ από τρία ελπιδοφόρα στοιχεία της διαχείρισης των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας στην Ευρώπη: Το πρώτο είναι ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία προσαρμόστηκε πολύ γρήγορα στη νέα κατάσταση εν αντιθέσει προς τη βραδύτητά της στη χρηματοπιστωτική κρίση. Τότε απαιτήθηκαν τρία χρόνια, τώρα άρκεσαν λίγες εβδομάδες, προφανώς γιατί πεθαίνουν άνθρωποι.

λλά προσέξτε πόσο ανάποδα συνέβησαν τα πράγματα: Πρώτα ωρίμασε η νομισματική αρχή (η ΕΚΤ) –φυσικά προηγήθηκαν σχετικά οι ΗΠΑ–, και κατόπιν η δημοσιονομική αρχή (τα κράτη-μέλη)… Παραμερίστηκαν όμως οι θεωρητικές και «κανονολογικές» αγκυλώσεις, από τις οποίες πάσχει η Ευρώπη, οπότε προτάχθηκε σαν κεντρική ιδέα το «θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί», πράγμα που εκφράστηκε από την ΕΚΤ με την αύξηση σε τρεις διαδοχικές φάσεις της ρευστότητας και με μονάδα μέτρησης τώρα πια το τρισεκατομμύριο. Αρκετά γρήγορα άρθηκε και η ορθοδοξία του Συμφώνου Σταθερότητας, με τη διαρκή παρότρυνση των κεντρικών τραπεζιτών προς τις κυβερνήσεις να παρέχουν άμεσα δημοσιονομική στήριξη, διότι από μόνη της η εξασφάλιση ρευστότητας δεν σημαίνει κάτι. Συνεπώς το υπόδειγμα της νομισματικής στενότητας και της δημοσιονομικής λιτότητας, που έχει καταρρεύσει διεθνώς το 2008 και στην Ευρώπη το 2012, τώρα σαρώθηκε!

Δεύτερο θετικό στοιχείο είναι ότι κατανοήθηκε αρκετά γρήγορα ότι η έννοια «επανεκκίνηση της οικονομίας» άνευ επενδύσεων είναι κενή περιεχομένου. Οπότε προέκυψε το επενδυτικό στοίχημα του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας στην κουρασμένη και επενδυτικά νωθρή Ευρώπη. Τι ώθησε στην απόφαση αυτή; Ο φόβος και το άγχος ότι η ανισότητα της ανάπτυξης στην Ε.Ε. υπό την πίεση της υγειονομικής και συνεπακόλουθα της οικονομικής κρίσης θα μεγιστοποιηθεί, με απρόβλεπτες επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Αυτό κατά την άποψή μου ήταν που οδήγησε στην υπέρβαση του «ο καθένας μόνος του» πίσω από την υποκρισία της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Η συνειδητοποίηση, λοιπόν, της αναγκαιότητας να συγκρατηθεί η επικίνδυνη ροπή διεύρυνσης των ανισοτήτων ώθησε στην αμοιβαιοποίηση του χρέους, τη στοιχειώδη έστω, και αυτό είναι το τρίτο ελπιδοφόρο στοιχείο. Αλλά μην ξεχνιόμαστε: Οι προθέσεις μεν διαφάνηκαν, αλλά ένα μέγεθος σύμμετρο των αναγκών δεν εξασφαλίστηκε! Ως επισφράγισμα δε, επειδή όλα στην Ευρώπη ιεραρχούνται θεολογικά, η ευρωπαϊκή ηγεσία αποφάσισε (βασικά οι Γερμανοί –οι Βρυξέλλες ακολουθούν) ότι θα γίνουν μεν οι επενδύσεις αλλά, πρώτον, θα είναι «πράσινες». Άρα θα ωφεληθούν προνομιακά οι έχοντες το πρόσταγμα στη βιομηχανική παραγωγή των «πράσινων» προϊόντων –εμείς κυρίως θα τα εισάγουμε προς κατανάλωση, με περιορισμένη συμμετοχή στην παραγωγή. Και δεύτερον, ότι θα είναι επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, του οποίου τα προϊόντα επίσης κατά κανόνα θα εισάγουμε…».

Συνέντευξη με τον Αντώνη Παπαγιαννίδη, οικονομικό αναλυτή με εξειδίκευση στα ευρωπαϊκά θέματα

σελφ σέρβις: Θα προλάβει η αντι-υφεσιακή βιομηχανική πολιτική να δει τα προϊόντα της στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, που θα της δώσουν έτσι την ανάσα που χρειάζεται, ή μέχρι να συμβεί αυτό, η κρίση της ζήτησης θα έχει γονατίσει το οικονομικό σύστημα;
Αντώνης Παπαγιαννίδης: Ενώ μεταξύ επενδύσεων και των αποδόσεών τους υπάρχει διάστημα ετών, οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στη ζήτηση είναι άμεσες, χωρίς καν να έχουμε ξεμπλέξει από την πανδημία. Ο μεγάλος κίνδυνος, σκέφτομαι, είναι μήπως και προτιμήσουν την αποταμίευση από την κατανάλωση οι ωφελημένοι της δημοσιονομικής στήριξης, είτε γιατί φοβούνται είτε γιατί δεν εντοπίζουν ευκαιρίες να επενδύσουν… Όταν το σκουριασμένο μυαλό συμπεραίνει ότι «μεγαλώνουν οι καταθέσεις μας, άρα διάγουμε υγιείς», έρχεται καταστροφή.

σ. σ.: Υπάρχει πάντα κι ο φόβος ότι, όταν θ’ αρχίσουν οι απαιτήσεις εξόφλησης των δανείων, η εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας δεν θ’ αφήσει να ξεπαγώσει η ζήτηση.
Α. Π.: Πάμε λοιπόν στα τρία δυσμενή σήματα της υπόθεσης, εκ των οποίων αυτό που περιγράφετε, το βαρύτερο πολιτικά, είναι χρονικά το τελευταίο. Γιατί όσο υπάρχει η αίσθηση του κινδύνου, κανείς δεν τολμά να επαναφέρει το συντηρητικό αίτημα της λιτότητας. Θα επανέλθει όμως, γιατί η Γερμανία ουδέποτε θα πάψει να είναι Γερμανία… Η Γερμανία, ωστόσο, είναι αυτή που κάνει σήμερα τις μαζικότερες δημοσιονομικές παρεμβάσεις –κυριολεκτικά «έχει φιλήσει το διάβολο» για το γερμανικό μυαλό. Άμα αρχίσουν, όμως, να εκδηλώνονται πληθωριστικές πιέσεις –αν και οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν δέχονται επί του παρόντος ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος–, τότε θα θυμηθούν τη δημοσιονομική λιτότητα, κι όπως συμβαίνει πάντα, θα την επιβάλουν στα πρόσφορα θύματα για παραδειγματισμό. Το ξέρουμε πια καλά αυτό το μαρτύριο. Πώς το λέει ο κ. Σκυλακάκης; «Οι σημερινές επιχορηγήσεις και τα επιδόματα είναι οι αυριανοί φόροι…». Αυτό, λοιπόν, είναι το τρίτο κατά χρονική σειρά δυσμενές σήμα.

Το δεύτερο σήμα ήδη το δίνει εγχωρίως η ταχύτητα στο βάθεμα της οικονομικής κρίσης. Κινδυνεύει η χώρα να μείνει ξέπνοη στα μέσα της άνοιξης προτού ξεθυμάνει η πανδημία. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, το μόνο που μπορεί να αποσοβήσει τον αιφνίδιο θάνατο, είναι ν’ αρχίσουν να μας πετούν λεφτά οι Ευρωπαίοι από ελικόπτερα…

Φυσικά το πρώτο σήμα της δυσμένειας, γνωστό εξ αρχής, είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον τράπεζες, ούτε στην Ελλάδα ούτε καν στη Γερμανία. Εδώ τις ξεπάτωσε εντελώς πια το νέο κύμα των «κόκκινων δανείων», εκεί οι διαχειριστικές γκάφες. Μάλιστα προ ημερών, στα μέσα του Δεκεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έβγαλε στην επιφάνεια την ιδέα ενός διευρωπαϊκού δικτύου bad banks –όχι για να σωθούν οι τράπεζες. Το ξέρουν, είναι νεκρές. Αλλά αν δεν «φτιαχτούνε» τράπεζες, η ρευστότητα που αποφασίζεται εκ των άνω, δεν φτάνει κάτω κι ο ιμάντας της ρευστότητας πρέπει τώρα να λειτουργήσει. Φαίνεται, λοιπόν, ότι γίνεται προσπάθεια να μπει πάτος στο πιθάρι των Δαναΐδων, ώστε ν’ αρχίσει να ξεχειλίζει ο δανεισμός, να γίνει κατανάλωση.
Σε όλα αυτά προσθέστε την ανησυχία, σχετικά με το πώς θα είναι διαμορφωμένο το καταναλωτικό πρότυπο στην έξοδο απ’ το φόβο της πανδημίας.

σ. σ.: Πώς σκέφτεστε την αναγκαία για τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος άμβλυνση των ανισοτήτων και το «κούρεμα» του παγκόσμιου χρέους;
Α. Π.: Το αισιόδοξο είναι ότι τουλάχιστον επιτρέπεται πια να τίθεται το ερώτημα. Έπαψε να θεωρείται παράδοξο. Το δυσάρεστο είναι ότι τη στιγμή που μιλούμε, εκδίδεται χρέος με αρνητικά επιτόκια στα κρατικά δεκαετή ομόλογα, πηγαίνοντας για τιμές πολύ κοντά στο μηδέν στα τριακονταετή και τα πεντηκονταετή ομόλογα. Με άλλα λόγια, το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων χωρών θα είναι άληκτο, πράγμα απαράδεκτο για την οικονομική θεωρία. Αναρωτηθείτε τι πρόκειται να συμβεί, επειδή κάθε μήνα χύνονται τρισεκατομμύρια ρευστότητας στις οικονομίες μας, αν σκάσει κάποια «φούσκα». «Αν», λέω, θυμίζοντας ότι ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο η ανατίμηση του ψωμιού, αλλά και των ακινήτων, των μετοχών, των ομολόγων κοκ, όπως επίσης θυμίζοντας ότι το 2008 έσκασε μια «φουσκίτσα» μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων και το σύστημα πανικοβλήθηκε –τώρα που μιλάμε για τρισεκατομμύρια; Η απάντηση είναι ότι «κανείς δεν μπορεί να το φανταστεί»…

Ένα ερώτημα λέμε ότι είναι «καλό», όταν υπάρχει απάντηση. Το ερώτημα, λοιπόν, για το παγκόσμιο χρέος είναι πολύ «κακό». Διότι τι σημαίνει, άραγε, το «κούρεμά» του, αν όχι «κούρεμα» των συντάξεων, κατάρρευση της ζήτησης και κοινωνική αναταραχή; Κι αυτό γιατί η ιδέα ότι τα ομόλογα βρίσκονται σε χέρια πλουσίων είναι εντελώς λάθος. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία της υφηλίου μαζί με τις τράπεζες κρατούν τον παγκόσμιο δημόσιο δανεισμό στα χέρια τους. Αν κουρευτεί, …καληνύχτα σας! Και σημειώστε επίσης ότι στην Κίνα, το μεγάλο επενδυτή στο χρέος των δυτικών οικονομιών, ήδη η «φούσκα» των ακινήτων είναι θηριώδης. Οι Κινέζοι, έχοντας πλεονάσματα, επενδύουν χτίζοντας ολόκληρες πόλεις, που «θα» κατοικηθούν… Ποιος αντέχει να διανοηθεί, τι σημαίνει, αν σκάσει μια τέτοια φούσκα;

σ. σ.: Άρα το μέλλον είναι σκούρο;
Α. Π.: Όχι κατ’ ανάγκην, αλλά η ασάφειά του το κάνει γκριζωπό.

 

Διαβάστε και τις υπόλοιπες συνεντεύξεις της ενότητας εδώ: