Η λήξη των εν λόγω συμβάσεων δίνει τη δυνατότητα στη διοίκηση του ΟΚΑΑ να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της λαχαναγοράς του Ρέντη, επιχειρώντας να κινήσει τις διαδικασίες για την αναμόρφωση των εγκαταστάσεών της, απ’ όπου σε ετήσια βάση διακινούνται περίπου 23.000 τόνοι νωπών οπωροκηπευτικών.

‘Οπως δηλώνει στο «σελφ σέρβις» ο διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού, κ. Χρήστος Λεμονής, «σαφώς η 1η Ιανουαρίου του 2010 είναι μια ευκαιρία, που εμείς περιμένουμε, προκειμένου να μας δοθεί το σήμα εκκίνησης, ώστε να κινητοποιηθούμε με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της λαχαναγοράς». Πάντως, επισημαίνει ότι «για τον σκοπό αυτό, πιθανώς, θα απαιτηθούν συνενώσεις ή συγχωνεύσεις επιχειρήσεων ή και η συγκρότηση κοινοπραξιών. Δεν αποκλείεται να υπάρξουν και μερικές, έστω και περιορισμένες, αποχωρήσεις επιχειρήσεων από τη λαχαναγορά, οι οποίες ελπίζουμε να αποφασισθούν οικειοθελώς». ‘Οπως εξηγεί, η αναβάθμιση της κεντρικής λαχαναγοράς θα απαιτήσει και αλλαγές χωροταξικού χαρακτήρα, που θα ευνοήσουν την παρουσία λιγότερων, αλλά ισχυρότερων εταιρικών σχημάτων.

Θέμα πολιτικής απόφασης

‘Απαντες παραδέχονται σήμερα ότι η αγορά του Ρέντη στον τομέα των οπωροκηπευτικών είναι πλήρως υποβαθμισμένη, δεδομένου ότι λειτουργεί με παρωχημένες υποδομές. Σήμερα, οι 380 επιχειρήσεις της με τα 500 καταστήματά τους δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της λαχαναγοράς, αλλά και του ιδίου του Οργανισμού. Αν σήμερα ανασχεδιαζόταν εκ θεμελίων η αγορά του Ρέντη, το πλάνο της σίγουρα θα προέβλεπε λιγότερες εταιρείες -ο αριθμός τους, ίσως, δεν θα ξεπερνούσε τις 100. Θα εξασφάλιζαν, όμως, περισσότερα έσοδα στον Οργανισμό, ενώ δεν θα απαιτούνταν υψηλά διοικητικά κόστη για την υποστήριξή τους.

Το Υπουργείο Ανάπτυξης που εποπτεύει τον φορέα, όπως και το Υπουργείο Οικονομίας που είναι ο μέτοχος του Οργανισμού, ασφαλώς γνωρίζουν την κατάσταση παρακμής της αγοράς του Ρέντη, όπως, άλλωστε, και την ευκαιρία ανάκαμψης που της δίνεται σε λίγους μήνες. Το ερώτημα είναι αν τα δύο υπουργεία θα παραμερίσουν το πολιτικό κόστος που κατ’ ανάγκην θα έχει ένα εκσυγχρονιστικό εγχείρημα και, κρίνοντας τα πράγματα αμιγώς τεχνοκρατικά-επιχειρηματικά, θα υποστηρίξουν την επιχειρηματική συγκέντρωση των εμπορικών επιχειρήσεων της λαχαναγοράς.

Οι εμπλεκόμενοι οφείλουν να προβληματιστούν σοβαρά, σχετικά με τα διλήμματα που θέτει ο εκσυγχρονισμός της κεντρικής λαχαναγοράς. Ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΚΑΑ προειδοποιεί ότι «σε κάθε περίπτωση, η σχετική απόφαση θα είναι πολιτική. Αν δεν ληφθεί στην κατεύθυνση που αναμένουμε μέχρι το τέλος του έτους, η επόμενη ευκαιρία θα δοθεί μετά από πολλά χρόνια».

Κατά τον κ. Λεμονή, η μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων της λαχαναγοράς είναι προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό της, αφού η εξοικονόμηση ελεύθερων χώρων θα επιτρέψει άμεσα την έναρξη των εργασιών της ανακαίνισης των εγκαταστάσεών της, με την αναμόρφωση τουλάχιστον ενός μέρους τους. «Πρέπει να γίνει ό,τι έγινε και στην κρεαταγορά», τονίζει, υπενθυμίζοντας, ωστόσο, ότι «προ ετών ο Οργανισμός υποχρεώθηκε να προχωρήσει στα έργα ανακαίνισης της κεντρικής κρεαταγοράς, όταν δέχθηκε την αυστηρή κριτική της ΕΕ, σχετικά με τις συνθήκες υγιεινής που επικρατούσαν στις εγκαταστάσεις της».

«Σήμερα, η κρεαταγορά αποτελεί πρότυπο χώρο φιλοξενίας επιχειρήσεων διακίνησης νωπών προϊόντων», τονίζει γνωστός παράγοντας του χώρου, υπενθυμίζοντας, πάντως, ότι η διοίκηση του Οργανισμού χρειάσθηκε 18 μήνες διαπραγμάτευσης με τους εμπόρους, προκειμένου να τους πείσει να μεταφερθούν από τα παλιά καταστήματα κρέατος στα νέα!

«Πολιτικό κόστος» και «ισχυρά συμφέροντα»

Μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων, τις οποίες θα κληθούν να επεξεργαστούν τα δύο υπουργεία, θα είναι, βέβαια, και η πιθανότητα μετεγκατάστασης του Οργανισμού σε νέα περιοχή, στην περιφέρεια του λεκανοπεδίου, ενδεχόμενο που συνδέεται με τις κυβερνητικές προθέσεις για το μέλλον της ευρύτερης περιοχής γύρω από τη λαχαναγορά.

Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για ένα πολυσύνθετο θέμα που, πέρα από τις πολιτικές, κοινωνικές και χωροταξικές του διαστάσεις, έχει και έντονη δράση παρασκηνίου, στην οποία συμμετέχουν πολλά, διαφορετικά και κυρίως ισχυρά, οικονομικά συμφέροντα.

Ως προς την πολιτική διάσταση του ζητήματος, είναι περίπου βέβαιο πως κανείς δεν θέλει να επωμιστεί -επί τη βάσει τεχνοκρατικών αποφάσεων και μόνον- το κόστος από την απομάκρυνση πολλών επιχειρήσεων νυν ενοίκων στην αγορά του Ρέντη, εν μέσω οικονομικής κρίσης και ενόψει προκήρυξης εκλογών, με ανοιχτή ημερομηνία διεξαγωγής -πάντως εντός διαστήματος τριών έως εννέα μηνών…

ΟΚΑΑ: Συνεχής κερδοφορία τα τελευταία χρόνια

Αλλά ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα εντός των τειχών της λαχαναγοράς του Ρέντη.
Ο ΟΚΑΑ, που λειτουργεί ως ΑΕ κοινής ωφέλειας, εποπτευόμενη από τα Υπουργεία Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καλύπτει έκταση 261 στρεμμάτων. Με τις 414 χονδρεμπορικές επιχειρήσεις που φιλοξενεί στις εγκαταστάσεις του σήμερα, αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά τροφίμων στην Ελλάδα.

Ο Οργανισμός παρουσιάζει συνεχή κερδοφορία τα τελευταία έτη. Το 2008, παρά τις μεγάλες αποσβέσεις, έκλεισε με καθαρά κέρδη προ φόρων 68.991,36 ευρώ, έναντι κερδών 1,563 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Ο κύκλος εργασιών του ΟΚΑΑ παρουσίασε πέρυσι αύξηση 11% και διαμορφώθηκε από τα 6,579 εκατ. ευρώ το 2007 σε 7,303 εκατ. ευρώ.

Τα τελευταία χρόνια, ο Οργανισμός έχει διαθέσει σημαντικά κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών του στον τομέα του κρέατος. ‘Ηδη ολοκλήρωσε την αναμόρφωση δύο μεγάλων συγκροτημάτων της κρεαταγοράς, και πλέον απομένει το τρίτο, η αναμόρφωση του οποίου έχει προγραμματιστεί στο άμεσα προσεχές διάστημα. Ειδικότερα, μέχρι σήμερα έχει επενδύσει περί τα 22 εκατ. ευρώ για την αναμόρφωση εγκαταστάσεων συνολικής έκτασης 6.500 τμ -πρόκειται για τα δύο πρώτα κτήρια της κρεαταγοράς, εκ των οποίων το πρώτο περατώθηκε το 2007 και το δεύτερο έναν χρόνο μετά. Το τρίτο κτήριο, έκτασης 3.600 τμ, το οποίο θα δημοπρατηθεί σύντομα, εκτιμάται ότι θα απαιτήσει επενδύσεις 25-28 εκατ. ευρώ. Εδώ επισημαίνουμε ότι ο αρχικός προϋπολογισμός προέβλεπε δαπάνη της τάξης των 18 εκατ. ευρώ, όμως η καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου πρόσθεσε ένα 50% στο κόστος κατασκευής του…

Στο μεταξύ, εκτός των τειχών της κεντρικής αγοράς, η παράνομη εγκατάσταση και λειτουργία επιχειρήσεων σε ακτίνα μικρότερη των 2 χλμ αποτελεί εδώ και χρόνια ένα αμαρτωλό καθεστώς. «Ο νόμος είναι σαφής, δεν χωράει παρερμηνείες», δηλώνεται σχετικά από τη διοίκηση του Οργανισμού, ενώ επισημαίνεται ότι «η παράνομη δράση επιχειρήσεων έξω από την κεντρική πύλη του Οργανισμού μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε με ανακλήσεις αδειών λειτουργίας είτε με… τη νομιμοποίηση των παρανομούντων!». Ωστόσο, υπάρχει και η λύση της μετεγκατάστασής τους εντός του Οργανισμού, θέμα που, όπως φαίνεται, τίθεται για περίπου 10 επιχειρήσεις διακίνησης οπωροκηπευτικών, στις οποίες δύσκολα θα μπορούσε να επιβληθεί «λουκέτο», δεδομένου ότι έχουν επενδύσει περί τα 60 εκατ. ευρώ εκτός αγοράς, και ορισμένες εξ αυτών πραγματοποιούν ετήσιο τζίρο κοντά στα 70 εκατ. ευρώ.

Η ταυτότητα της Κεντρικής Λαχαναγοράς του Ρέντη

  • Εκτείνεται σε οικόπεδο 261 στρεμμάτων.
  • Πέρυσι διακίνησε 10.266 τόνους φρούτων, 12.737 τόνους λαχανικών και 3.408 τόνους κρεάτων, ενώ το 2007 διακίνησε 16.583 τόνους φρούτων, 21.133 τόνους λαχανικών και 7.115 τόνους κρεάτων.
  • Ο κύκλος εργασιών της από τη διακίνηση των οπωροκηπευτικών το 2006 έφτασε τα 496 εκατ. ευρώ και το 2007 τα 580 εκατ. ευρώ.
  • Στεγάζει 814 μισθωμένα καταστήματα, γραφεία και υπόστεγα. Μεταξύ άλλων, φιλοξενεί 500 καταστήματα οπωροκηπευτικών, 156 υπόστεγα, 25 καταστήματα διακίνησης κρέατος στη νέα αγορά και ακόμη 20 στην παλαιά.
  • Στις εγκαταστάσεις της φιλοξενεί 3 τράπεζες.
  • Στις επιχειρήσεις εμπορίας οπωροκηπευτικών διαθέτει εγκαταστάσεις συνολικής έκτασης 22.885 τμ, ενώ στις επιχειρήσεις της νέας και της παλαιάς κρεαταγοράς διαθέτει 21.420 τμ. Οι διοικητικές της υπηρεσίες στεγάζονται σε κτήριο 3.540 τμ.
  • Διαθέτει αυτοτελή χώρο στάθμευσης περίπου 200 ΙΧ αυτοκινήτων.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 385 (Ιούνιος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (Εκδόσεις Comcenter).