Το κρασί δεν είναι ένα προϊόν όπως το ζαμπονάκι σε κονσέρβα. Eχει εξειδικευμένη πελατεία που ξέρει από γεύσεις και αρώματα, που ξέρει από συντηρημένα ή κακοσυντηρημένα κρασιά, που δεν συγχωρεί και που, αν κάποια αγορά κρασιού από το σούπερ μάρκετ βγει αποτυχημένη, αμέσως θα ψάξει αλλού να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Στις μέρες μας γίνονται πάρα πολλά σεμινάρια και υπάρχουν σχολεία μικρής διάρκειας, που μπορούν να εκπαιδεύσουν τους υπεύθυνους των αλυσίδων για το κρασί. Να τους μάθουν για τον ελληνικό αμπελώνα, τις ελληνικές και ξένες ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα, τη γευσιγνωσία του κρασιού, τον τρόπο αποθήκευσής του, τη σημασία που παίζει η χρονιά παραγωγής του και άλλα σημαντικά.

Αρα, σε ό,τι αφορά την κάβα, όλες οι επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ οφείλετε να έχετε εκπαιδευμένο προσωπικό. Το κυριότερο: όταν επιλέγετε κάποιον υπάλληλο για τη θέση του υπευθύνου κάβας ρωτήστε τον τουλάχιστον αν πίνει κρασάκι, αν ξέρει που φυτρώνει το Ξινόμαυρο και που το Αγιωργίτικο. Μην τύχει και επιλέξετε στη θέση του κανένα λάτρη της μπίρας, χαθήκατε!

Οι “βολικοί” κι οι “μερακλήδες”

Ενα δεύτερο ζήτημα είναι το πού θα τοποθετηθεί η κάβα μέσα στο μαγαζί. Η απάντηση είναι “όχι όπου βολεύει, αλλά όπου πρέπει”. Να είναι λίγο ξεχωριστά από τα υπόλοιπα προϊόντα, ίσως να έχει λίγο πιο χαμηλό φωτισμό, να έχει ειδικό κλιματισμό σταθερής θερμοκρασίας χειμώνα-καλοκαίρι, να μη την βλέπει ο ήλιος μέσα από τις τζαμαρίες, να έχει σχολαστικά προετοιμασμένες ετικέτες για τα μπουκάλια και μια δομή παρουσίασης του προϊόντος: Από τα λευκά στα ροζέ και μετά στα κόκκινα, στα γλυκά και στα αφρίζοντα…

Οι πελάτες του κρασιού χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Σ’ αυτούς που θέλουν πάντοτε να έχουν ένα ποτήρι κρασί καλής ποιότητας κι ακόμα καλύτερης τιμής στο τραπέζι τους και σε εκείνους που θέλουν πραγματικά κάτι εκλεκτό. Η πρώτη κατηγορία βολεύεται εύκολα με τα φτηνά κρασιά σε μεγάλες συσκευασίες, ακόμα και τετραπάκ ή πεντάλιτρους ασκούς. Οι οινοποιοί εδώ έχουν κάνει καλή δουλειά. Τα κρασιά τους πίνονται ευχάριστα και είναι πολύ πιο καλά διατηρημένα από τα χύμα. Πιάνουν πολύ λιγότερο όγκο στην κάβα, ανακυκλώνονται γρήγορα και, κατά πώς λένε οι ειδικοί, μπορεί να φτάσουν το 50%-60% των πωλήσεων της κάβας.

Οι άλλοι, οι μερακλήδες, θέλουν το μπουκάλι ξαπλωτό, γερμένο προς τον φελλό. Ψάχνουν την ποικιλία, τον παραγωγό, τη χρονιά παραγωγής και θέλουν να μπορούν να διαλέξουν ισόρροπα απ’ όλους τους αμπελώνες: Να τους προτείνεται κάτι από την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τα νησιά, την Κρήτη. Κι αν είναι δυνατόν, να βρίσκουν και κάποια επιπλέον πληροφορία για το κάθε τι, πράγμα που σημαίνει ότι ο υπάλληλος που εφοδιάζει την κάβα θα πρέπει να έχει πιει λίγο κρασάκι στη ζωή του, ώστε να ξέρει τι πουλάει.

Κρασάκι από τον τόπο σου…

Υπάρχει ακόμα ένας κανόνας -κυριαρχεί διεθνώς: Η εντοπιότητα του οίνου. Εάν το κατάστημά μας είναι στη Μακεδονία, οφείλουμε να έχουμε μια εκτεταμένη συλλογή του μακεδονικού αμπελώνα, εάν είναι στη Πελοπόννησο, του πελοποννησιακού αμπελώνα και πάει λέγοντας. Οσον αφορά στα εισαγόμενα κρασιά, με μέτρο. Αρκεστείτε στα απαραίτητα. Οφείλουμε να ενισχύουμε τις πωλήσεις των ελληνικών κρασιών κι ας είναι τα χιλιάνικα λίγο φτηνότερα. Αυτά που σας προτείνω δεν είναι εξεζητημένα. Είναι τα απαραίτητα. Αν τα κάνετε θα βρείτε ανταπόκριση, δηλαδή αυτό που όλοι επιθυμείτε: την αύξηση των πωλήσεων.

Επισκεφθείτε το website του Ηλία Μαμαλάκη: www.eliasmamalakis.gr.