Οι σημαντικότερες εξελίξεις στην κατηγορία των κατεψυγμένων τροφίμων αφορούν κυρίως στα ημιέτοιμα προϊόντα, τα μείγματα λαχανικών και τα είδη ψαρικών και κρεάτων. Στην υποκατηγορία των ημιέτοιμων προϊόντων με λαχανικά, ψάρια και κρέας, οι ρυθμοί ανάπτυξης σε όγκο είναι μικροί αλλά σε αξία σημαντικοί, αφού λανσάρονται προϊόντα υψηλής μέσης τιμής (λόγω του κρέατος και του ψαριού).

Σε σχέση με τις πρόσφατες εξελίξεις στον κλάδο, σε συνδυασμό με τα συμβαίνοντα στις διεθνείς αγορές, επισημαίνουμε ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επανατοποθέτηση στην αγορά κατεψυγμένων προϊόντων, που βασίζονται σε μείγματα φρέσκων πρώτων υλών χωρίς συντηρητικά. Η εν λόγω υποκατηγορία, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ 7-8 χρόνια, εντούτοις πρόσφατα ανανεώθηκε με τις προσθήκες πολλών νέων προϊόντων, που χρειάζονται λίγο μαγείρεμα πριν μπουν στο πιάτο. Η ευκολία που προσφέρουν τα είδη αυτά έγκειται στο ότι είναι συσκευασμένα, έχουν σωστές αναλογίες υλικών και δεν απαιτούν κανενός είδους καθαρισμό πριν από το μαγείρεμά τους. Πρόκειται για ένα νέο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς κατεψυγμένων προϊόντων.

Η κυριαρχία της ζύμης

«Βασιλιάς» στα κατεψυγμένα ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης παραμένει η ζύμη σε όλες τις προϊοντικές μορφές της, δηλαδή σε όλους τους συνδυασμούς με άλλα υλικά. Η Ελλάδα διατηρεί τη μοναδικότητά της, όσον αφορά στην ποικιλία και την ποιότητα των προϊόντων ζύμης, αφού αντίστοιχη εικόνα δεν συναντάται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Μάλιστα, η προτίμηση ακριβώς του ‘Ελληνα καταναλωτή στα προϊόντα κατεψυγμένης ζύμης κατέπληξε τους ξένους discounters, που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Στην παραγωγή αυτών των προϊόντων δραστηριοποιούνται 4-5 μεγάλες βιομηχανικές και αρκετές τοπικές βιοτεχνικές εταιρείες, εγκατεστημένες σε διάφορες περιοχές της περιφέρειας. Ταυτόχρονα, πολλά είναι και τα private label προϊόντα κατεψυγμένης ζύμης, καθώς το ενδιαφέρον των καταναλωτών για την υποκατηγορία είναι μεγάλο. Τα μερίδιά τους εκτιμάται, πάντως, ότι εμφάνισαν μικρή ανάπτυξη πέρυσι.

Γενικότερα, το μερίδιο των ιδιωτικής ετικέτας προϊόντων στις υποκατηγορίες των λαχανικών και των ζυμών, οι οποίες είναι και οι σημαντικότερες στην ευρεία κατηγορία των κατεψυγμένων, διαμορφώνεται περίπου σε 20% και άνω, ενώ η διαφορά της τιμής τους, σε σύγκριση με τα επώνυμα αντίστοιχά τους προϊόντα, είναι περίπου της τάξης του 40%. Σημειώνουμε ότι τα private label έχουν παρουσία σε όλες τις σημαντικές υποκατηγορίες των κατεψυγμένων και, σταδιακά, ακόμη και σε πιο premium προϊόντα.

Η κατεψυγμένη ζύμη (έτοιμα και ημιέτοιμα προϊόντα) είναι παρούσα σε όλες τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ κι όχι τυχαία. Μία από τις τελευταίες προσθήκες στην υποκατηγορία είναι τα προϊόντα τύπου πεϊνιρλί, όπου διαπιστώνεται έντονη κινητικότητα.

Η έλευση της Dr Oetker

Σημαντική εξέλιξη ήταν η είσοδος στην ελληνική αγορά του γερμανικού κολοσσού τροφίμων Dr Oetker, που διαθέτει προϊόντα ζύμης (πίτσα), πραγματοποιώντας συστηματικά προωθητικά προγράμματα. Ωστόσο, η κατεψυγμένη πίτσα είναι ένα προϊόν που ποτέ δεν «περπάτησε» ιδιαίτερα στη χώρα μας, καθώς, όταν θέλει πίτσα ο ‘Ελληνας, κατά το συντριπτικό ποσοστό των περιπτώσεων παραγγέλνει από τις πιτσαρίες.

Στα κατεψυγμένα λαχανικά, πάντως, εξελίξεις υπάρχουν στη διάθεση βιολογικών ειδών, που εμφανίστηκαν πρώτη φορά στην αγορά μας το 2006. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ τα αναδεικνύουν, τοποθετώντας τα σε ειδικά ψυγεία κοντά στα οργανωμένα τμήματα των βιολογικών προϊόντων. Κοστολογούνται κατά 25%-30% ακριβότερα από τα συμβατικά και αφορούν σε ορισμένους μόνο βασικούς κωδικούς κατεψυγμένων λαχανικών, που διατίθενται σε μικρές ποσότητες.

Γενικά, η πορεία των κατεψυγμένων λαχανικών, που σταδιοδρομούν δεκαετίες στην αγορά μας, είναι σταθερά αυξητική χωρίς εξάρσεις. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη γι’ αυτά είναι αρκούντως εδραιωμένη, καθώς πρόκειται για υψηλής διατροφικής αξίας προϊόντα που διατίθενται όλο τον χρόνο.

Διευρύνονται οι πωλήσεις μέσω discount

Σε κάθε περίπτωση, στην αγορά των κατεψυγμένων οι αλυσίδες discount «κλέβουν» συνεχώς μερίδια από τα κλασικά σούπερ μάρκετ, γεγονός που αποδίδεται στην εισοδηματική επιδείνωση των νοικοκυριών, διευρύνοντας συνεχώς τη γκάμα των κωδικών τους, δίνοντας έμφαση στα έτοιμα προϊόντα ζύμης και στα κατεψυγμένα λαχανικά.

Η σύγκριση της εγχώριας αγοράς με τις μεγαλύτερες της Ευρώπης αναδεικνύει περισσότερες διαφορές, παρά ομοιότητες. Στην ιδιαίτερα εξελιγμένη αγορά τροφίμων της Μεγάλης Βρετανίας, κυρίως στο πεδίο της τεχνολογίας των τροφίμων, τα προϊόντα κατάψυξης μεταφέρονται σταδιακά στο ψυγείο (chilled), σε έτοιμη ή ημιέτοιμη μορφή. Μικτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η κατάσταση στη Γερμανία και στη Γαλλία, όπου υφίστανται μεν ως υποκατηγορία τα έτοιμα προς μαγείρεμα chilled είδη, αλλά σημαντική κίνηση έχουν και ως κατεψυγμένα -στις δύο αυτές αγορές η πληθώρα επιλογών έτοιμου φαγητού στο ψυγείο είναι δεδομένη.

Στις μεσογειακές αγορές, όπου ανήκει και η αγορά μας, η μετακίνηση προς τις επιλογές του έτοιμου-ημιέτοιμου φαγητού πραγματοποιείται με πιο αργούς ρυθμούς, εξαιτίας των διαφορών στις διατροφικές συνήθειες, στον τρόπο ζωής, αλλά και στην ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Κοινή, βέβαια, είναι η πεποίθηση πως και οι ‘Ελληνες -αργότερα ή ταχύτερα- θα στρέφονται όλο και περισσότερο προς το έτοιμο φαγητό.

Ο ‘Ελληνας, όπως εκτιμάται, δυσκολεύεται να αποδεχτεί πως ένα φαγητό, που μέχρι χθες το παρασκεύαζε ο ίδιος και που αποτελεί στοιχείο ταυτότητας της εγχώριας κουζίνας, θα το καταναλώσει στο εξής έτοιμο και κατεψυγμένο. Μάλιστα, σύμφωνα με καταναλωτικές έρευνες, τα έτοιμα φαγητά δεν έχουν μεγάλη απήχηση, αφού εμποδίζουν τις Ελληνίδες νοικοκυρές να αποδεικνύουν τη μαγειρική τέχνη τους. Αυτός θεωρείται ένας από τους βασικούς λόγους που η εγχώρια αγορά ετοίμων φαγητών έχει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και αμελητέες εισαγωγές.

Σε άνοδο οι φρέσκες σαλάτες

Σε αντίθεση με τα έτοιμα φαγητά, η εγχώρια ζήτηση είναι περισσότερο δεκτική όσον αφορά στην υιοθέτηση των ετοίμων φρέσκων σαλατών ψυγείου, οι οποίες πλυμένες και κομμένες, έτοιμες προς κατανάλωση και χωρίς συντηρητικά, κατόρθωσαν την τελευταία διετία να αποκτήσουν μόνιμη θέση στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ, με πλήθος κωδικών επώνυμων και private label προϊόντων. Η αγορά της φρέσκιας σαλάτας ψυγείου ουσιαστικά τώρα αρχίζει να αναπτύσσεται στη Νότια Ευρώπη, όταν στη Βόρεια Ευρώπη είναι έντονα παρούσα εδώ και μία πενταετία.

Πάντως, η βαθύτερη μελέτη των ερευνών και η αποτύπωση της εικόνας της αγοράς των κατεψυγμένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης διαπιστώνονται στα έτοιμα προϊόντα ζύμης και οι χαμηλότεροι στα έτοιμα κατεψυγμένα γεύματα. Σε κάθε περίπτωση, η έστω και μικρή αύξηση της διείσδυσης των έτοιμων κατεψυγμένων γευμάτων αποδίδεται στο γεγονός ότι μειώνεται ο ελεύθερος χρόνος της νοικοκυράς, αυξάνονται τα νοικοκυριά τού ενός ατόμου, ενώ αυξάνει και η σημασία της διαφοράς τιμής μεταξύ κατεψυγμένων προϊόντων και νωπών υπέρ της επιλογής των πρώτων. Το τελευταίο ακριβώς στοιχείο ωφελεί κυρίως τον τζίρο των κατεψυγμένων λαχανικών, στα οποία ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των πωλήσεών τους εκτιμάται γύρω στο 4%- 5%. Η ανάπτυξη αυτής της υποκατηγορίας ευνοείται ιδιαίτερα από τις εκάστοτε ελλείψεις της αγοράς σε νωπά λαχανικά, συνήθως λόγω των καιρικών συνθηκών, αλλά και εξαιτίας των έντονων ανατιμήσεων στα οπωροκηπευτικά που ταλανίζει τους καταναλωτές.

Στο πλαίσιο, μάλιστα, αυτό, οι καταναλωτικές έρευνες δείχνουν ότι πλέον έως και το 85% των ελληνικών νοικοκυριών χρησιμοποιεί πλέον και κατεψυγμένα λαχανικά. Γενικότερα, πέρυσι η εγχώρια ζήτηση κατεψυγμένων προϊόντων (σε πρωτογενή και έτοιμα γεύματα) δαπάνησε περισσότερα από 260 εκατ. ευρώ.

Σε ό,τι αφορά στα αλιεύματα και τα θαλασσινά, πέρυσι ξοδέψαμε συνολικά ως αγορά λιανικής περισσότερα από 80 εκατ. ευρώ. Ο σχετικός τομέας στα κατεψυγμένα προϊόντα αναμένεται ότι θα παρουσιάσει σημαντική ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια, καθώς μειώνονται συνεχώς οι ποσότητες των φρέσκων αλιευμάτων, ενώ παράλληλα μεγαλώνει το άνοιγμα της «ψαλίδας» στις τιμές μεταξύ φρέσκων και κατεψυγμένων προϊόντων.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 373 του περιοδικού «σελφ σέρβις» (εκδόσεις Comcenter).