Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος που χαρακτηρίζει την αγορά των κατεψυγμένων τροφίμων σήμερα, ιδιαίτερα τους τομείς των λαχανικών, των ψαριών και της ζύμης, πράγμα που σχετίζεται άμεσα με την οικονομική κρίση, καθώς οι πωλήσεις των κατεψυγμένων ανεβαίνουν ως συνέπεια, όπως εκτιμάται, της τάσης των καταναλωτών να περιορίζουν σημαντικά τα έξοδα διατροφής εκτός σπιτιού, μαγειρεύοντας περισσότερο στην κουζίνα τους.

Έτσι τα κατεψυγμένα τρόφιμα με τις σχετικά μακρές περιόδους λήξης και την υψηλή ποιότητά τους, ιδιαίτερα τα προϊόντα της ελληνικής γεωργίας κι αλιείας, «βολεύουν» τον καταναλωτή με το όλο και πιο περιορισμένο βαλάντιο. Βέβαια, και στα κατεψυγμένα η κρίση έχει «αφήσει» σημάδια, όπως η μεγάλη αύξηση του μεριδίου των private label προϊόντων, πολλά από τα οποία μάλιστα είναι εισαγόμενα και πωλούνται σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές.

Η κρίση, πάντως, φέρνει πισωγύρισμα στην ανάπτυξη μίας άλλης κατηγορίας προϊόντων, των έτοιμων προϊόντων ψυγείου, που διατηρούνται στη συντήρηση. Επί της ουσίας πρόκειται για έτοιμα γεύματα, που μπορεί υπό προϋποθέσεις να πωλούνται ακόμη και από περίπτερα.

Σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία κι η Γαλλία, στις οποίες κατά κανόνα συμβαίνουν οι πιο καινοτόμες εξελίξεις στα τρόφιμα, η αύξηση των πωλήσεων στα προϊόντα ψυγείου είναι αξιοσημείωτη. Η ίδια τάση επιβεβαιωνόταν και στην Ελλάδα προ της κρίσης. Αλλά τα πράγματα, όπως φαίνεται, άλλαξαν…

Κατά το τελευταίο εξάμηνο τα κατεψυγμένα λαχανικά, ζύμες και ψάρια εμφανίζουν αύξηση πωλήσεων, τόσο σε όγκο όσο και σε αξία. Ειδικότερα, ο αρακάς, το φασολάκι (στρόγγυλο και πλατύ), η μπάμια και το σπανάκι, αποτελούν τους πλέον δημοφιλείς κωδικούς κατεψυγμένων λαχανικών, με τον μεγαλύτερο τζίρο. Η αγορά μας εισάγει σημαντικές ποσότητες τέτοιων προϊόντων, κυρίως από χώρες της ΕΕ.

Σε μεγάλο βαθμό ούτε τα private label κατεψυγμένα λαχανικά είναι ελληνικά. Το μερίδιό τους, πάντως, κινείται ανοδικά από άποψη και όγκου και αξίας. Σταθερότητα πωλήσεων, τέλος, διαπιστώνεται στην αγορά των ημιέτοιμων φαγητών, που έχουν ως βάση τα λαχανικά (πχ σπανακόρυζο).

Ζύμες, αλιεύματα
Η κατηγορία της ζύμης περιλαμβάνει τις υποκατηγορίες της κατεψυγμένης πίτσας, των έτοιμων προϊόντων ζύμης και τα φύλλα. Οι εισαγωγές έτοιμων προϊόντων αφορούν κατά βάση στην υποκατηγορία της πίτσας. Στις άλλες δύο κυριαρχεί η ελληνική βιομηχανία, η οποία παράγει παραδοσιακά προϊόντα, με βάση εγχώριες πρώτες ύλες, χαρακτηριστικές σε μεγάλο βαθμό της μεσογειακής διατροφής.

Έτσι, η ελληνική παραγωγή είναι κυρίαρχη στα επώνυμα προϊόντα, αλλά και στα ιδιωτικής ετικέτας. Τα τελευταία, ιδιαίτερα σε περιόδους προσφορών, πωλούνται ορισμένες φορές σε τιμές τόσο χαμηλές, ώστε ακόμη και η κατ’ οίκον παρασκευή τους έχει υψηλότερο κόστος.

Σημειώνεται ότι τα παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα ζύμης θεωρείται πως έχουν μεγάλες προοπτικές εξαγωγών.

Τα παναρισμένα είδη και τα προϊόντα που έχουν καταψυχθεί απευθείας μετά την αλίευση τους, χωρίς περαιτέρω επεξεργασία, είναι οι δύο βασικές κατηγορίες των κατεψυγμένων αλιευμάτων. Η εκτεταμένη ποικιλία ειδών και οι μεγάλες εισαγωγές επώνυμων και private labels προϊόντων χαρακτηρίζουν την εν λόγω αγορά.

Ο εγχώριος τομέας των παναρισμένων προϊόντων είναι ακόμα στα «σπάργανα», αφού ωχριά μπροστά στο απίστευτο εύρος ποικιλίας που συναντά ο καταναλωτής σε ψυγεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Μία εξήγηση του φαινομένου είναι πως ο έλληνας καταναλωτής προτιμά τα φρέσκα ψάρια και αλιεύματα αντί των επεξεργασμένων. Ωστόσο, αυτή η εξήγηση φαίνεται πως δεν ευσταθεί, καθώς εντύπωση δημιουργεί το γεγονός πως η εγχώρια αγορά των κατεψυγμένων ψαριών-αλιευμάτων είναι ενδεχομένως μεγαλύτερη από εκείνη των κατεψυγμένων λαχανικών, πράγμα που καταρρίπτει σε μεγάλο βαθμό τον μύθο ενός καταναλωτή, ο οποίος σε τακτά χρονικά διαστήματα ψωνίζει ψάρια από το ιχθυοπωλείο ή ακόμη και από την ιχθυόσκαλα.

Σημειώνουμε, τέλος, ότι ο κλάδος της αγοράς των κατεψυγμένων που αφορά στα έτοιμα φαγητά, δηλαδή εκείνα που χρειάζονται μόνο ζέσταμα, έχει σταθερές πωλήσεις και σχεδόν αμετάβλητα μερίδια.