Μια ακόμη παράμετρος που ευνοεί την ανάπτυξη της αγοράς των κατεψυγμένων προϊόντων είναι ότι αποτελούν αξιόπιστη εναλλακτική λύση σε περιπτώσεις που διαπιστώνονται ελλείψεις των νωπών προϊόντων στην αγορά, ή οι τιμές τους είναι πολύ υψηλές (πχ λόγω καιρικών συνθηκών).  

Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς, οι οποίες βασίζονται σε σχετικές έρευνες, κύρια επιδίωξη του σύγχρονου καταναλωτή είναι κατά πρώτο λόγο η απλοποίηση της καθημερινότητάς του, δεδομένου του έντονου άγχους και της μείωσης του ελεύθερου χρόνου που βιώνει ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, και κυρίως εφόσον απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, επιλέγει εύκολες λύσεις για τη διατροφή του, λύσεις που δεν απαιτούν πολύ χρόνο για την προετοιμασία ενός γεύματος. Δεύτερον, επιδιώκει την εύρεση προϊόντων που προσφέρουν τα απαιτούμενα θρεπτικά συστατικά, που δεν αποτελούν, δηλαδή, απλώς “λύση ανάγκης”, αλλά είναι υγιεινά.

Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται ότι οι καταναλωτές, σε διαρκώς αυξανόμενο αριθμό, δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις συσκευασίες των κατεψυγμένων προϊόντων, διαβάζουν τις πληροφορίες για τα θρεπτικά συστατικά, αλλά και τις οδηγίες για την παρασκευή των προϊόντων. Επίσης, αναζητούν προϊόντα που τους θυμίζουν την “κουζίνα της μάνας”, γι’ αυτό εξάλλου γνωρίζουν πολύ μεγάλη ανάπτυξη τα προϊόντα που επαναεισάγουν στην καθημερινότητα παραδοσιακές γεύσεις. Παρά την επιδίωξη για την απλοποίηση της καθημερινής του ζωής, ο καταναλωτής είναι ανοιχτός σε γεύσεις πιο πλούσιες, που βελτιώνουν το καθημερινό γεύμα και την ποικιλία του.

Παράλληλα, ιδιαίτερα η καταναλώτρια επιδιώκει την αγορά τροφίμων, που ναι μεν προετοιμάζονται εύκολα, αλλά ταυτόχρονα της δίνουν τη δυνατότητα να συμμετάσχει στην ετοιμασία τους, προσθέτοντας πχ ελαιόλαδο, αλάτι ή κάποια άλλα συστατικά, που αυξάνουν τη γευστικότητα του φαγητού. Η τάση αυτή, όπως εκτιμάται, σχετίζεται με τις κάποιες ενοχές που βαραίνουν τις Ελληνίδες εργαζόμενες, ιδιαίτερα αυτές που έχουν παιδιά, επειδή ακριβώς δεν αισθάνονται ικανοποιημένες από τον χρόνο που αφιερώνουν για την προετοιμασία των οικογενειακών γευμάτων.
Οι προαναφερόμενες τάσεις της κατανάλωσης, εμφανείς και τα προηγούμενα χρόνια, όπως συμπεραίνουν παράγοντες της αγοράς, εκδηλώθηκαν πιο έντονα και με μεγαλύτερη σαφήνεια κατά το τελευταίο έτος. 

Τάση υπέρ των hard discounters

Τα μερίδια των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην κατηγορία των κατεψυγμένων προϊόντων εκτιμάται ότι εμφάνισαν μικρή ανάπτυξη την τελευταία χρονιά. Ειδικότερα, το μερίδιό τους στις κατηγορίες των λαχανικών και των ζυμών -οι οποίες είναι και οι σημαντικότερες στην ευρεία κατηγορία των κατεψυγμένων- διαμορφώνεται περίπου στο 20%, ενώ η διαφορά της τιμής τους ως προς τα επώνυμα αντίστοιχά τους προϊόντα είναι περίπου της τάξης του 40%. Τα private labels διαθέτουν παρουσία σε όλες τις σημαντικές κατηγορίες των κατεψυγμένων, και σταδιακά ακόμη και σε πιο premium προϊόντα.

Ο σημαντικότερος παράγοντας που συνετέλεσε στο να ανακοπεί η σημαντικά ανοδική τάση της ζήτησης private labels, που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια, είναι, όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, η στροφή αρκετά σημαντικής μερίδας του καταναλωτικού κοινού στα hard discount. Η τάση αυτή έγινε εντονότερη φέτος κυρίως λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν πολλά ελληνικά νοικοκυριά.

Η προτίμηση στα κατεψυγμένα τρόφιμα των hard discounters εκδηλώνεται εντονότερα στην περίπτωση των προϊόντων ζύμης και ιδιαίτερα των ημιέτοιμων προϊόντων ζύμης (σπανακοπιτάκια, τυροπιτάκια κλπ), ενώ στην ίδια κατεύθυνση εξελίσσεται και στην περίπτωση των κατεψυγμένων λαχανικών. Αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, εκτιμάται ότι ένα ποσοστό της τάξης του 15% έως 20% των πωλήσεων της κατηγορίας των κατεψυγμένων προϊόντων, στις υποκατηγορίες που προαναφέρθηκαν,  πραγματοποιείται μέσω των αλυσίδων Lidl, Dia και Plus. 

Κατεψυγμένα έτοιμα και ημιέτοιμα γεύματα 

Οι πιο σημαντικοί ρυθμοί ανάπτυξης στην ευρεία κατηγορία των κατεψυγμένων προϊόντων καταγράφονται στην κατηγορία των ημιέτοιμων γευμάτων. Σε αυτήν εντάσσονται όλα τα προϊόντα που ετοιμάζονται σε πολύ λιγότερο χρόνο απ’ ότι η εξ αρχής παρασκευή τους -κατεψυγμένων ή μη- και που, ταυτόχρονα, απαιτούν την προσθήκη κάποιων υλικών. Οι πωλήσεις του συνόλου της κατηγορίας έτοιμων και ημιέτοιμων κατεψυγμένων γευμάτων, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς, αναμένεται ότι θα διαμορφωθεί στα 20 εκατ. ευρώ φέτος.

Στην κατηγορία έχουν παρουσία πολλές μεγάλες εταιρείες μετά το σταδιακό λανσάρισμα πολλών νέων προϊόντων: η Vivartia με τα ημιέτοιμα λαχανικά, η Καλλιμάνης με τις συνταγές με αλιεύματα, η Cretafarm με τις συνταγές κρέατος κλπ. Ωστόσο, όπως τονίζεται από εκπρόσωπο μεγάλης εταιρείας του κλάδου, οι ρυθμοί ανόδου της ζήτησης δεν είναι τόσο έντονοι, όσο αφήνει να φανεί η κινητικότητα της βιομηχανίας.

Πάντως, το ίδιο στέλεχος προσθέτει ότι τα περιθώρια ανάπτυξης στην κατηγορία είναι σημαντικά, και η διείσδυσή της αυξάνεται σταδιακά για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, γιατί αποτελεί μια λύση εύκολη και γρήγορη για την πολυάσχολη νοικοκυρά που ενδιαφέρεται για την προετοιμασία ενός θρεπτικού γεύματος για όλη την οικογένεια και, δεύτερον, γιατί αποτελεί μια πιο προσιτή λύση από τα delivery -τα οποία κυριολεκτικώς ανθούν στην εγχώρια αγορά τα τελευταία χρόνια-, προσφέροντας ταυτόχρονα την ικανοποίηση στην καταναλώτρια ότι συμμετέχει στο μαγείρεμα.

Στην κατηγορία των έτοιμων κατεψυγμένων γευμάτων ανήκουν και τα προμαγειρεμένα γεύματα, για τα οποία απαιτείται μόνο το ψήσιμο, συνήθως σε φούρνο μικροκυμάτων. Σε αυτήν ανήκουν, επίσης, και οι πίτσες, οι πωλήσεις των οποίων γνωρίζουν σημαντική άνοδο. Με εξαίρεση την αγορά της πίτσας, η κατηγορία των κατεψυγμένων γευμάτων προ τετραετίας ή πενταετίας είχε μηδενική ανάπτυξη. Ωστόσο, εμφανίζει τάσεις σταδιακής ανόδου, αν και με χαμηλούς ρυθμούς.

Τα έτοιμα κατεψυγμένα γεύματα, γνωστά και ως προϊόντα «εύκολης σίτισης» (convenience food), περιλαμβάνουν συνταγές με κρέας (χοιρινό, κοτόπουλο κλπ), λαχανικά, όπως και προτάσεις ξένης κουζίνας (πχ ασιατική κουζίνα).

Η παρουσία των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην κατηγορία είναι μικρή -το μερίδιό της σε αξία κυμαίνεται περίπου στο 7%. Μόνο το δίκτυο της Καρφούρ Μαρινόπουλος διαθέτει δικά του κατεψυγμένα γεύματα, αλλά, όπως εκτιμάται, επειδή παρασκευάζονται στο εξωτερικό και χωρίς ελληνικές συνταγές, η ανταπόκριση της εγχώριας ζήτησης να είναι περιορισμένη. «Κλειδί» για την επιτυχία των private labels στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται η διάθεση προϊόντων που συνδυάζουν τοπικά στοιχεία μαγειρικής και γεύσεων.

Στην κατηγορία των έτοιμων κατεψυγμένων γευμάτων, σε αντίθεση με την αγορά της πίτσας, οι προσφορές δεν είναι ιδιαίτερα έντονες. Αφορούν, κυρίως, σε εκπτωτικές προσφορές ή σε προσφορά on pack δώρου, αλλά ως πλέον επιτυχημένη ενέργεια promotion θεωρείται η ζωντανή προώθηση μπροστά στο ράφι του προϊόντος, με γευστικές δοκιμές ή προσφορά εκπτωτικών κουπονιών.

Κατεψυγμένα αλιεύματα

Με ετήσιες πωλήσεις περίπου 75 εκατ. ευρώ, η κατηγορία  των κατεψυγμένων αλιευμάτων εμπλουτίζεται διαρκώς από τη leader εταιρεία του τομέα, την Καλλιμάνης. Τα νέα λανσαρίσματα αφορούν σε προϊόντα που στοχεύουν στη διευκόλυνση του καταναλωτή από την άποψη τόσο της χρήσης όσο και της ταχύτητας προετοιμασίας τους. Πρόσφατα, λανσαρίστηκαν οι μεγάλες γαρίδες χωρίς κέλυφος, οι μεσαίες γαρίδες χωρίς κεφάλι, το κομμένο και καθαρισμένο καλαμαράκι και η σφυρίδα φιλέτο.

Στην κατηγορία του κατεψυγμένου φυσικού αλιεύματος οι υποκατηγορίες της φέτας-φιλέτου και των μαλακόστρακων έχουν τη μεγαλύτερη άνοδο, λόγω της τάσης για ευκολία στην προετοιμασία, καθώς και της καταναλωτικής προτίμησης για πιο premium προϊόντα. Η σχετική τάση ενισχύεται από την είσοδο στην κατηγορία κατά τα τελευταία χρόνια περισσότερων νεαρότερης ηλικίας καταναλωτών. Eνα άλλο χαρακτηριστικό είναι η ενίσχυση της στροφής, αφενός, προς τα επώνυμα προϊόντα, που προσφέρουν εγγύηση ποιότητας, πράγμα που πιστοποιείται από την απώλεια μεριδίων των μικρών προμηθευτών της κατηγορίας και, αφετέρου, στην προτίμηση των μοντέρνων συσκευασιών, που παρέχουν στοιχεία ενημέρωσης σχετικά με το προϊόν (οφέλη, θρεπτικές αξίες κλπ), ανοίγοντας διάλογο επικοινωνίας με τον καταναλωτή.

Τα κατεψυγμένα φυσικά αλιεύματα ιδιωτικής ετικέτας υπολογίζεται ότι κατέχουν μερίδιο της τάξης του 20% σε αξία, ενώ το μερίδιο των hard discounters εκτιμάται ότι είναι χαμηλότερο του 10%.

Οι πωλήσεις των παναρισμένων κατεψυγμένων αλιευμάτων διαμορφώνονται σε περίπου 5 εκατ. ευρώ, με το μερίδιο των private label να κατέχει περίπου το 5% της υποκατηγορίας -η παρουσία των hard discounters σε αυτήν είναι σχεδόν ανύπαρκτη. 

Πρόσφατα, η Καλλιμάνης ανανέωσε πλήρως τη σειρά παναρισμένων αλιευμάτων με νέα προϊόντα (mini fish sticks, γαρίδες χωρίς κέλυφος παναρισμένες), νέες συσκευασίες και καινοτομική φόρμουλα παναρίσματος, που δεν περιέχει συντηρητικά και χημικά πρόσθετα, ενώ επιτρέπει το ψήσιμο στον φούρνο.

Οι καταναλωτές της κατηγορίας είναι αρκετά συνειδητοποιημένοι πλέον σε ζητήματα ποιότητας των κατεψυγμένων προϊόντων και με αυξημένες απαιτήσεις. Παρά την αυξημένη ευαισθησία τους στον παράγοντα “τιμή”, φαίνεται ότι προτιμούν τα επώνυμα προϊόντα που παρέχουν εγγυήσεις για τη η διασφαλισμένη της ποιότητας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά κυρίως την περίοδο της Σαρακοστής, όλες οι σειρές προϊόντων υποστηρίζονται τόσο από εθνικά προγράμματα προωθητικών ενεργειών όσο και από προγράμματα trade marketing. Κυρίως, τα νέα προϊόντα υποστηρίζονται από προσφορές γνωριμίας με το καταναλωτικό κοινό. Κατά καιρούς οργανώνονται in store δραστηριότητες, με στόχο την ενημέρωση των καταναλωτών κατεψυγμένων αλιευμάτων για τα νέα προϊόντα και τις σχετικές προσφορές, τις οποίες συνοδεύουν ενημερωτικά έντυπα και εκπτωτικά κουπόνια.

Κατεψυγμένα λαχανικά

Οι πωλήσεις της κατηγορίας των κατεψυγμένων λαχανικών, η οποία παρουσιάζει υψηλή διείσδυση στην ελληνική αγορά, παρουσιάζουν στασιμότητα. Τα “νεότερα” στην αγορά της έρχονται από τον leader του κλάδου, τη Vivartia, η οποία πέρυσι “άνοιξε” την υποκατηγορία των βιολογικών λαχανικών. Η εταιρεία στοχεύει να δώσει έμφαση στην περαιτέρω ανάπτυξη της υποκατηγορίας των βιολογικών καταψυγμένων λαχανικών, με τη σταδιακή προσθήκη νέων κωδικών. Η εν λόγω  υποκατηγορία, πάντως, εκτιμάται ότι θα παραμείνει μικρή, κυρίως λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας ικανών ποσοτήτων προϊόντων βιολογικής καλλιέργειας.  

Κατεψυγμένη ζύμη

Οι πωλήσεις της κατηγορίας κατεψυγμένης ζύμης παρουσιάζουν στασιμότητα ή και πτωτικές τάσεις σε ορισμένες περιπτώσεις υποκατηγοριών. Η συγκεκριμένη αγορά περιλαμβάνει προϊόντα περισσότερο απόλαυσης παρά θρέψης, δηλαδή, προϊόντα που δεν συμπεριλαμβάνονται στα απαραίτητα του καθημερινού τραπεζιού. Μοναδικές εξαιρέσεις ανόδου της αγοράς αφορούν σε ορισμένα επώνυμα προϊόντα, ιδιαίτερα σε κάποιες επιμέρους υποκατηγορίες.

Στην κατηγορία ανήκουν τα προϊόντα έτοιμου κατεψυγμένου φύλλου για πίτα, οι ολόκληρες πίτες και τα κατεψυγμένα σνακ. Εκτός από τη σταδιακή στροφή της ζήτησης τα τελευταία χρόνια στα έτοιμα προϊόντα (πιτάκια, πίτες) αντί των ημιέτοιμων (φύλλο, σφολιάτα), ο καταναλωτής δείχνει προτίμηση στα σνακ (σπανακοπιτάκια, τυροπιτάκια κτλ) παρά στις ολόκληρες πίτες, κυρίως διότι ψήνονται πιο εύκολα. Στην υποκατηγορία των σνακ, που είναι σε γενικές γραμμές σταθερή, ιδιαίτερη άνοδο παρουσιάζουν τα νέα προϊόντα. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι τα κατεψυγμένα πεϊνιρλί, που πρώτη λανσάρισε στην αγορά η Vivartia. Οχι τυχαία, μετά την μεγάλη ανταπόκριση του κοινού, σταδιακά το παράδειγμα της Vivartia ακολούθησαν και οι υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου, όπως άλλωστε και η αγορά των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Η υποκατηγορία παραμένει ανοδική.

Τα κριτήρια επιλογής ενός προϊόντος κατεψυγμένης ζύμης εκ μέρους του καταναλωτή, έτοιμου ή ημιέτοιμου, ποικίλλουν. Πάντως, πρωταρχικός είναι ο ρόλος του brand name και της ποιότητας των προϊόντων. Φυσικά, ο καταναλωτής έχοντας την δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών brands (ευρέως γνωστών και μη) πολλές φορές επιλέγει και βάσει των προσφερόμενων τιμών, πράγμα που τα τελευταία χρόνια συμβαίνει όλο πιο συχνά. Αλλωστε, στην κατηγορία οι προωθητικές ενέργειες είναι έντονες και συνεχείς. Αφορούν είτε σε εκπτωτική προσφορά είτε σε προσφορά επιπλέον προϊόντος (του τύπου “2+1” ή ακόμη και “1+1”). Oπως ενδεικτικά αναφέρει στέλεχος της αγοράς, αρχικά γίνονται προσφορές κατά το λανσάρισμα ενός προϊόντος με σκοπό να το γνωρίσει ο καταναλωτής, αλλά στη συνέχεια οι προσφορές στο ράφι συνεχίζονται, προκειμένου το προϊόν να παραμείνει ανταγωνιστικά ελκυστικό, ώστε να προτιμηθεί. 

Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, που σύμφωνα με εκτιμήσεις κατέχουν μερίδιο ύψους έως και 25% έως 30% σε ορισμένες υποκατηγορίες, αναπτύσσονται ετησίως με ρυθμό της τάξης του 4%. Σήμερα, διαθέτουν παρουσία σε όλες σχεδόν τις υποκατηγορίες, και ιδιαίτερα σε όσες πραγματοποιούν υψηλές πωλήσεις. Ετσι, οι περισσότερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ ήδη ετοιμάζονται να λανσάρουν και πεϊνιρλί ιδιωτικής ετικέτας, με βάση την επιτυχία που είχαν τα επώνυμα προϊόντα. Παράγοντες της αγοράς, που δραστηριοποιούνται στην παρασκευή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας σε συνδυασμό με τα επώνυμα, επισημαίνουν ότι τις περισσότερες φορές η ποιότητα των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι αντίστοιχη των επώνυμων, καθώς χρησιμοποιούνται κοινές γραμμές παραγωγής.

Ο καταναλωτής επιλέγει συχνά το προϊόν ιδιωτικής ετικέτας, καθώς δεν υστερεί σε ποιότητα, εφόσον ξεπεράσει τους δισταγμούς του και δοκιμάσει το προϊόν. Στα τρόφιμα, όπως επισημαίνεται, ο δισταγμός των καταναλωτών για τα μη επώνυμα προϊόντα παραμένει, ωστόσο η βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, σε συνδυασμό πάντα με τη οικονομική πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ευνοεί την ανάπτυξη των private label.

Κύριο καταναλωτικό κοινό της κατηγορίας εκτιμάται ότι είναι οι εργαζόμενες γυναίκες και οι μητέρες ηλικίας 25-35 ετών, αλλά τα προϊόντα επιλέγονται και από μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς προσφέρονται και ως η εύκολη λύση για κοινωνικές δραστηριότητες, όπως τα πάρτι ή άλλες εκδηλώσεις.

Kατεψυγμένες πατάτες

Στην κατηγορία της κατεψυγμένης πατάτας οι υποκατηγορίες διαμορφώνονται βάσει της κοπής του προϊόντος κι όχι του τρόπου προετοιμασίας του (τηγάνι, φούρνος, φριτέζα). Οι κλασικές κοπές της πατάτας (French fries) αντιστοιχούν στις εξής υποκατηγορίες: Kλασική (tradition), μακριά (golden long) και χωριάτικη (country fries). Οι ειδικές κοπές του προϊόντος (specialties), τις οποίες είναι δύσκολο να πετύχει μια νοικοκυρά, αντιστοιχούν στις εξής υποκατηγορίες: πατάτα με φλούδα και μπαχαρικά (potato delight), μικρές στρογγυλές (baby potaoes), πατάτες σε φέτες (rodelas), μικρές πατάτες από πουρέ (croquettes) και παιδικές (kid’s smile). Σημαντικά ανοδικές τάσεις εμφανίζει μια σχετικά νέα υποκατηγορία, αυτή του κατεψυγμένου πουρέ χωρίς συντηρητικά και πρόσθετα. Πρόκειται για ένα προϊόν καινοτόμο.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί ιδιαίτερα οι ειδικές κοπές στην κατηγορία της πατάτας specialties (η McCain σε αυτήν κατέχει μερίδιο αγοράς 60% με αυξητική τάση). Oπως εκτιμάται, ο καταναλωτής είναι διατεθειμένος να επιλέγει προϊόντα προστιθέμενης αξίας, που επιπλέον δεν μπορεί να φτιάξει μόνος του. Γι’ αυτό η απόφαση αγοράς προϊόντος συνδέεται κυρίως με δύο παράγοντες: τη σταθερή ποιότητα και την προσφερόμενη ποικιλία. Η τιμή παραμένει σημαντικός παράγοντας επιλογής, αλλά όχι ο σημαντικότερος.

Η κατεψυγμένη πατάτα ιδιωτικής ετικέτας κατέχει μερίδιο αγοράς 35% σε όγκο και ανταγωνίζεται ευθέως τα επώνυμα προϊόντα. Αφορά σχεδόν εξολοκλήρου στην κατηγορία της πατάτας κλασικής κοπής. Οι πωλήσεις των hard discounts, χωρίς να υπάρχουν ακριβή στοιχεία, υπολογίζονται ότι καλύπτουν περίπου το 15% έως 20% της κίνησης της εν λόγω αγοράς σε όγκο.

Στις προωθητικές ενέργειες αξιοποιούνται όλα τα εργαλεία του marketing (φυλλάδια, κουπόνια, δείκτες ραφιού, γευστικές δοκιμές, προωθήσεις, προσφορές, co-branding με άλλες εταιρείες).

Τα κατεψυγμένα κερδίζουν την Ευρώπη 

Ανοδική είναι η ευρωπαϊκή, όπως και η αμερικανική, αγορά κατεψυγμένων τροφίμων. Η κατηγορία με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη είναι εκείνη των έτοιμων κατεψυγμένων γευμάτων, που μάλιστα στην αγορά της Μ. Βρετανίας εμφανίζει τη μεγαλύτερη άνοδο. Ανοδικοί, πάντως, είναι οι ρυθμοί της ανάπτυξής της και στις αγορές της Γερμανίας και της Γαλλίας. Στις τρεις αυτές χώρες, σύμφωνα με εκτιμήσεις και στοιχεία εγχώριων εταιρειών, ο τζίρος των κατεψυγμένων έτοιμων γευμάτων ξεπερνά το 1,4 δισ. ευρώ.

Στη διεθνή αγορά η ζήτηση στρέφεται και στα έτοιμα γεύματα ψυγείου (chilled), με κύκλο ζωής τριών ή τεσσάρων ημερών από την αγορά τους, τα οποία, όμως, εμφανίζουν σαφώς μικρότερο ρυθμό ανάπτυξης από τα κατεψυγμένα. Ως μειονεκτήματά τους, σε σχέση με τα κατεψυγμένα, επισημαίνονται η μικρή διάρκεια ζωής τους στο ράφι, η σχετικά χαμηλής ελκυστικότητας εμφάνισή τους και οι εύκολες απώλειες μεγάλου μέρους των θρεπτικών συστατικών τους.

Ο ετήσιος μέσος ρυθμός ανόδου της ευρωπαϊκής αγοράς των κατεψυγμένων τροφίμων διαμορφώνεται σταθερά περίπου στο 3%. Η μεγαλύτερη μέση άνοδος καταγράφεται στην κατηγορία των ημιέτοιμων προϊόντων ζύμης -ειδικότερα των κατηγοριών της πίτσας και των σνακ, κυρίως λόγω των συνεχών λανσαρισμάτων νέων προϊόντων.