Ασθμαίνοντας τρέχει πίσω από την αγορά για μια ακόμη φορά το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, επιχειρώντας την προσαρμογή της νομοθεσίας στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων. Μόνο έτσι θα μπορούσε ερμηνευθεί το γεγονός ότι μετά από χρόνια πιέσεων εκ μέρους της αγοράς η πολιτική ηγεσία του υπουργείου αποφάσισε να κινηθεί νομοθετικά, με στόχο την κατάργηση των περιθωρίων κέρδους στα νωπά οπωροκηπευτικά.

Tο ίδιο ισχύει, άλλωστε, και όσον αφορά στην κατάργηση της υποχρεωτικής κατάθεσης στην αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου των ετήσιων συμφωνιών, που συνάπτουν οι προμηθευτές του λιανεμπορίου με τα σούπερ μάρκετ.

Τα στελέχη της αγοράς επί πολλά χρόνια κυριολεκτικά φώναζαν ότι οι τιμές στο ράφι διαμορφώνονται με βάση τις συνθήκες του ανταγωνισμού κι ότι οι ρυθμίσεις οι οποίες επέβαλλαν συγκεκριμένα περιθώρια κέδρους σε νωπά φρούτα και λαχανικά, δεν φέρνουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τόνιζαν δε, ενίοτε και με προκλητικό τρόπο, ότι οι αδυναμίες του ελεγκτικού μηχανισμού άφηναν τα περιθώρια στην αγορά ώστε, με πλαστά ή συμφωνημένα παραστατικά, να «προσαρμόζονται» οι τιμές παραγωγού σε επίπεδα υψηλότερα των πραγματικών και να τιμολογούνται ανάλογα τα οπωροκηπευτικά στη λιανική.

Ανεξαρτήτως του τι συνέβαινε ως τώρα, η κατάργηση των περιθωρίων κέρδους στα νωπά οπωροκηπευτικά ομαλοποιεί τη διακίνηση στα οργανωμένα δίκτυα πωλήσεων, τα σούπερ μάρκετ, κι αυτό διότι τα αρμόδια τμήματα θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να τιμολογούν ελεύθερα κι όχι βάσει των παραστατικών αγοράς, που λόγω των πολλών ποσοτήτων που διακινούν οι αλυσίδες ανά προϊόν δεν μπορούσαν να έχουν μια μόνο τιμή αναφοράς.

Όπως εξηγεί παράγοντας του κλάδου, «μια αλυσίδα, προκειμένου να εξυπηρετεί ένα δίκτυο εκατοντάδων καταστημάτων, είναι αυτονόητο ότι δεν προμηθεύεται προϊόντα από έναν παραγωγό, άρα δεν μπορεί να έχει ως βάση διαμόρφωσης των τιμών λιανικής μια τιμή χονδρικής. Κατά συνέπεια ήταν υποχρεωμένη να παρανομεί και να τιμολογεί τις περισσότερες φορές, βασιζόμενη στη μέση τιμή κτήσης κάθε αγαθού.

Ήταν υποχρεωμένη, επίσης, να υπολογίζει και τους χρόνους κατά τους οποίους προμηθεύτηκε ένα προϊόν και αναλόγως να αλλάζει τις τιμές κεντρικά στο σύστημά της. Πρόκειται για έναν παραλογισμό που -πέρα από τον χρόνο που απαιτούσε για τις αλλαγές των τιμών- επιβάρυνε την εκάστοτε εταιρεία με πρόστιμα, διότι πολλές φορές οι ελεγκτές δεν δέχονταν τη λογική εξήγηση ότι τα περιθώρια κέρδους δεν ήταν δυνατόν να τηρούνται ευλαβικά από τα μεγάλα δίκτυα πωλήσεων».

Τα «στραβά μάτια» για τις ελληνοποιήσεις
Πάντως, όπως λένε στελέχη της αγοράς, τα σούπερ μάρκετ ήταν αυτά που εφάρμοζαν έστω και μερικώς τη διάταξη, ενώ οι περισσότερες παρασπονδίες, λόγω ακριβώς της δυνατότητας που υπήρχε -και εξακολουθεί να υπάρχει- για την έκδοση εικονικών τιμολογίων, διαπιστώνονται στα συνοικιακά καταστήματα και τις λαϊκές αγορές. Ωστόσο, όπως αναφέρουν, ο ανταγωνισμός που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ των οργανωμένων δικτύων και των μικρών σημείων πώλησης, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στους μικρούς της αγοράς για «παιχνίδια» με τις τιμές.

Προσθέτουν ακόμη ότι, παρά την κατάργηση των περιθωρίων κέρδους, «το transfer pricing στη διακίνηση των νωπών οπωροκηπευτικών δεν θα εκλείψει. Ως πρακτική θα παραμείνει, ώστε να συνεχιστούν οι “ελληνοποιήσεις”. Γιατί ο Έλληνας επιμένει να ζητά την κατανάλωση εγχωρίως παραγόμενων οπωροκηπευτικών και δεδομένου ότι η παραγωγή μας δεν καλύπτει τις ανάγκες της ζήτησης, οι “ελληνοποιήσεις” θα συνεχιστούν -στον βαθμό, βέβαια, που το υπουργείο θα κάνει “τα στραβά μάτια” μη ελέγχοντας το “γκρίζο” αυτό πεδίο στη διακίνηση των οπωροκηπευτικών…».

Σχετικά με το τι κερδίζει σε επίπεδο κόστους μια αλυσίδα από τη ρύθμιση για την απελευθέρωση των περιθωρίων κέρδους, παράγοντες του κλάδου τονίζουν ότι ουσιαστικά κόστη δεν περικόπτονται, δεδομένου ότι οι περισσότερες αλυσίδες τιμολογούσαν και τιμολογούν κεντρικά (με βάση το μέσο κόστος κτήσης ενός αγαθού), οπότε οι χρόνοι που εξοικονομούνται είναι εξαιρετικά περιορισμένοι. Ίσως τα οφέλη προσδιορίζονται κυρίως στο γεγονός ότι οι ελεγκτές δεν θα μπορούν πλέον να επιβάλλουν κυρώσεις για παραβάσεις, στις οποίες οι αλυσίδες κυριολεκτικά εξαναγκάζονταν από τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς.


Με τις παιδικές τροφές τι θα γίνει;
Μάλιστα, υψηλόβαθμο στέλεχος του κλάδου δήλωσε στο σελφ σέρβις ότι η αγορά εξεπλάγην όταν το υπουργείο ανακοίνωσε την πρόθεσή του να καταργήσει τα περιθώρια κέρδους στα νωπά οπωροκηπευτικά. «Στα υπομνήματα που κατά καιρούς έχουν κατατεθεί από τις αλυσίδες, με προτάσεις για τη στήριξη του κλάδου, συνήθως δεν περιλαμβανόταν ανάλογο αίτημα, εφόσον η αγορά θέλοντας ή μη είχε βρει τον τρόπο να παρακάμπτει την επίμαχη ρύθμιση».

Όπως τονίζει, «αντίθετα, όλοι μας επιμένουμε στην εφαρμογή ρύθμισης που θα απελευθερώσει τη διακίνηση των παιδικών τροφών. Πρόκειται για αίτημα το οποίο ο υπουργός έχει δεσμευθεί ότι θα ικανοποιήσει, οπότε αναμένουμε τις σχετικές ανακοινώσεις από βδομάδα σε βδομάδα…».

Βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται για το ζήτημα της αδειοδότησης των υπεραγορών, για το οποίο ο κόσμος της αγοράς επίσης αναμένει ανταπόκριση από την κυβέρνηση. Οι πάντες γνωρίζουν, ωστόσο, ότι πρόκειται για θέμα εξαιρετικά πολύπλοκο και με την εμπλοκή πολλών συναρμοδιοτήτων. Έτσι, εκτιμάται ότι «θα απαιτηθεί υπομονή» για την υλοποίηση των κυβερνητικών εξαγγελιών. «Αλλά κάλιο αργά, παρά ποτέ!».

Η χαρτούρα των ετήσιων συμφωνιών
Στο μεταξύ, οι προμηθευτές του λιανεμπορίου έλαβαν και αυτοί το «δώρο» τους από το υπουργείο, δηλαδή την κατάργηση της υποχρέωσης που είχαν να καταθέτουν στις αρμόδιες υπηρεσίες τις ετήσιες συμφωνίες τους με το μεγάλο λιανεμπόριο.

Μέχρι και πρότινος στο υπουργείο συγκεντρώνονταν απίστευτη ποσότητα χαρτιών και στοιχείων, τιμολογιακών ή άλλων, που πρακτικά ουδείς μπορούσε να διαχειριστεί, οπότε ο κύριος όγκος των εγγράφων παρέμενε στα αζήτητα. Το γεγονός αυτό φαίνεται πως έπεισε τον υπουργό να προχωρήσει στην κατάργηση της σχετικής ρύθμισης, προτρέποντας τις αρμόδιες υπηρεσίες να ζητούν οι ίδιες από τους προμηθευτές τις όποιες συμφωνίες κρίνουν αναγκαίο για τη διενέργεια τιμολογιακών, κοστολογικών ή άλλων ελέγχων στις επιχειρήσεις.

Εξάλλου, όπως αναφέρουν στελέχη της αγοράς, «αν κάποιος από τους προμηθευτές επιδιώκει να εξαφανίσει νομότυπα ένα σημαντικό στοιχείο, δεν έχει παρά να το θάψει μέσα σε τόνους άχρηστης πληροφορίας…». Υπό αυτήν την έννοια η διάταξη με την οποία οι προμηθευτές υποχρεούνταν να γνωστοποιούν στο υπουργείο το περιεχόμενο των ετήσιων συμφωνιών τους με τα σούπερ μάρκετ, περισσότερα προβλήματα δημιούργησε παρά έλυσε.

Μάλιστα, όπως ομολογούν ορισμένα στελέχη της βιομηχανίας, όπως στην περίπτωση των οπωροκηπευτικών, έτσι σε αυτή των ετήσιων συμφωνιών, οι περισσότερες επιχειρήσεις είχαν λύσει το πρόβλημα με το να… μην εφαρμόζουν τον νόμο! «Έτσι κι αλλιώς έλεγχοι δεν γίνονταν, πρόστιμα δεν έπεφταν, οπότε ποιος ο λόγος να τηρείται το γράμμα του νόμου;»…

Ευλάβεια στην κοινή λογική
Και βέβαια, επί της ουσίας παραμένει ανεφάρμοστη και η ρύθμιση που απαγορεύει την πώληση στη χονδρική νωπών οπωροκηπευτικών σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων από τις κεντρικές αγορές. Θυμίζουμε ότι εδώ και πολλά χρόνια χονδρεμπορικές επιχειρήσεις εδρεύουν ακόμη κι έξω από την κεντρική πύλη της Λαχαναγοράς του Ρέντη, απ΄ όπου παρελαύνουν καθημερινά οι ελεγκτές.

Ωστόσο, κανείς απ’ αυτούς δεν διανοείται να επικαλεστεί τη λογική του νόμου και ν’ αρχίσει να «κόβει» πρόστιμα -και πολύ περισσότερο να εισηγηθεί στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου την ανάκληση άδειας λειτουργίας των επιχειρήσεων-, ακριβώς γιατί η απλή, η κοινή λογική είναι ισχυρότερη. Η μόνη λύση για το θέμα είναι μάλλον η μεταστέγαση της κεντρικής αγοράς εκτός της οικιστικής ζώνης της πρωτεύουσας. Γιατί στο κάτω-κάτω η προσβολή της κοινής λογικής εκθέτει…