Το 2008 έχει καταχωρισθεί πλέον στην ιστορία ως το χειρότερο έτος για το ελληνικό λιανεμπόριο της τελευταίας 15ετίας, για την οποία τηρεί στοιχεία η ΕΣΥΕ. Το 10μηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) ο δείκτης του όγκου πωλήσεων των καταστημάτων λιανικής κατέγραψε πτώση 0,4%. ‘Ομως, ο κλάδος της διατροφής φαίνεται ότι ανθίσταται στην κρίση: η ΕΣΥΕ κατέγραψε αύξηση -μικρή έστω- του όγκου πωλήσεων κατά 0,5%.

Αλλά στην αγορά η εικόνα κάθε άλλο παρά ασπρόμαυρη είναι. Στη μάχη των μεριδίων πάντα υπάρχουν χαμένοι και κερδισμένοι, καθώς η ανάπτυξη ενός κλάδου δεν είναι μόνο «εκτατική». Τις περισσότερες φορές ένας κλάδος μεγεθύνεται όχι τόσο δημιουργώντας νέες αξίες, αλλά αποσπώντας μερίδια από άλλους συγγενικούς κλάδους.

Αναδιανομή υπέρ των μεγάλων

Ο κανόνας αυτός έχει απόλυτη ισχύ και στον κλάδο των ειδών διατροφής. Από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ προκύπτει ότι το 10μηνο του 2008 τα σούπερ μάρκετ αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά 1,7%, ενώ τα μικρότερα καταστήματα του κλάδου κατέγραψαν μείωση 4%, γεγονός που σημαίνει ότι οι «μεγάλοι» περιορίζουν όλο και περισσότερο τον ζωτικό χώρο των «μικρών» ή ό,τι απέμεινε από αυτούς μετά από τρεις δεκαετίες εξοντωτικού ανταγωνισμού.

Η αναδιανομή του τζίρου υπέρ των μεγάλων καταστημάτων είναι το κύριο γνώρισμα της ελληνικής αγοράς, ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά, φαινόμενο που συμπίπτει με την απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και συνακόλουθα της καταναλωτικής πίστης, που προκάλεσε την έκρηξη του καταναλωτισμού, τη ριζική αλλαγή του καταναλωτικού μοντέλου και τη σταδιακή υπερχρέωση των ελληνικών νοικοκυριών.

Ενδιαφέρον έχει να δούμε τις σχετικές διεργασίες την τελευταία τριετία, η οποία χαρακτηρίσθηκε από την εισβολή νέων μεγάλων λιανεμπορικών μονάδων στη χώρα και τη γέννηση του «εμπορίου των πολυχώρων». Ταυτόχρονα, όμως, από το 2007 άρχισαν να γίνονται εμφανή τα σημάδια κόπωσης του καταναλωτισμού, που έγιναν πολύ έντονα το τελευταίο τρίμηνο του 2008, με το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Συγκρίνοντας, λοιπόν, τα στοιχεία της ΕΣΥΕ για το 10μηνο του 2008 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2005, παρατηρούμε ότι στο σύνολό τους οι λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατ’ όγκο γύρω στο 10%. Στον κλάδο της διατροφής η αύξηση ήταν 11%, η οποία υπερκαλύφθηκε με το παραπάνω από την αύξηση των πωλήσεων των σούπερ μάρκετ κατά 16%. Αντίθετα, τα μικρά καταστήματα τροφίμων την τριετία αυτή έχασαν σημαντικό μερίδιο, καθώς οι πωλήσεις τους μειώθηκαν κατά 4,9%.

Ο κανόνας της αναδιανομής υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων ισχύει -και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό- και στους άλλους κλάδους του λιανικού εμπορίου. Τα πολυκαταστήματα, πχ, το διάστημα αυτό αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά 26%, ενώ ο κλάδος ένδυσης-υπόδησης απώλεσε το 2,3% του τζίρου του σε σταθερές τιμές. Επίσης, αυξημένες κατά 21,3% ήταν οι πωλήσεων στον κλάδο των επίπλων και των ηλεκτρικών συσκευών, που κυριαρχείται από μεγάλες επιχειρήσεις.

Τα φαινόμενα συγκεντροποίησης είναι περισσότερο έντονα στους υπόλοιπους πλην διατροφής κλάδους, διότι σε αυτούς τώρα συντελείται μια σειρά διαδικασιών που στον κλάδο της διατροφής είχαν συντελεστεί κυρίως στη δεκαετία του ’90 (εγκατάσταση μεγάλων επιχειρήσεων στη χώρα, επέκταση των οργανωμένων μονάδων και αλυσίδων σε όλη την επικράτεια κλπ).

Πόθεν έσχον τα 18,3 δισ. ευρώ

Ποιος είναι ο τζίρος, για τον οποίο κονταροχτυπιούνται τα καταστήματα διατροφής; Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες δεν φαίνεται να διαθέτουν συγκεκριμένα στοιχεία για το ακριβές μέγεθος των λιανικών πωλήσεων στη χώρα μας, εκτός ίσως από τα στοιχεία της Εφορίας, τα οποία όμως μικρή δόση αξιοπιστίας έχουν για πολλούς λόγους, με κυριότερο αυτόν της φοροδιαφυγής.

Αξιοποιώντας, πάντως, τα στοιχεία Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ, μπορούμε εμμέσως να οδηγηθούμε σε ένα μέγεθος-βάση για περαιτέρω συγκρίσεις. Σύμφωνα με αυτά, το 2005 οι μέσες μηνιαίες δαπάνες ανά νοικοκυριό για αγορά ειδών διατροφής και μη οινοπνευματωδών ποτών ανέρχονταν σε 306 ευρώ. Με δεδομένο ότι τα νοικοκυριά υπολογίζονται σε περίπου τέσσερα εκατομμύρια, οι συνολικές δαπάνες για είδη διατροφής έφτασαν τα 14,7 δισ. ευρώ.

Αναπροσαρμόζοντας τα στοιχεία αυτά στα δεδομένα του 2008, με βάση τον πληθωρισμό στον κλάδο της διατροφής, η μέση μηνιαία δαπάνη ανά νοικοκυριό ανέρχεται σήμερα στα 345 ευρώ, που σημαίνει ότι το συνολικό κονδύλι το 2008 ανήλθε σε 16,5 δισ. ευρώ. Αν συνυπολογισθεί, δε, και η σωρευτική αύξηση κατά 11% του όγκου των λιανικών πωλήσεων, το ύψος της συνολικής ετήσιας δαπάνης για τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά αναπροσαρμόζεται στα 18,3 δισ. ευρώ.

Ο νόμος του Engel

‘Ομως, παρά τη σημαντική αύξηση του κονδυλίου που διαθέτουν τα ελληνικά νοικοκυριά για αγορά ειδών διατροφής, η σχετική δαπάνη ως ποσοστό επί του συνόλου των οικογενειακών δαπανών έχει μειωθεί κατά 20 εκατοστιαίες μονάδες από το 1984, λόγω της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, και φαίνεται να σταθεροποιείται στο επίπεδο του 15%-16% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Αυτό επισημαίνεται σε μελέτη του ΙΟΒΕ, στην οποία διερευνώνται οι τάσεις στην οικογενειακή δαπάνη τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στη μελέτη:

1) Τα είδη διατροφής αποτελούν το 16,1% της συνολικής εγχώριας καταναλωτικής δαπάνης, που μεταφράζεται σε 289 ευρώ μηνιαίως σε τιμές 2005. Η δαπάνη αυτή καταμερίζεται ως εξής:

  • 9,4% για επεξεργασμένα τρόφιμα, δηλαδή 169 ευρώ.
  • 6,7% για νωπά τρόφιμα, δηλαδή 120 ευρώ.

2) Τα μη οινοπνευματώδη ποτά αποτελούν το 1% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης, δηλαδή 17,5 ευρώ.

Συνολικά, λοιπόν, το μερίδιο της κατηγορίας στο «καλάθι της νοικοκυράς» ανέρχεται στο 17,1%.

‘Οπως επισημαίνεται από το ΙΟΒΕ, οι εξελίξεις αυτές συμφωνούν απόλυτα με τον νόμο του Engel, σύμφωνα με τον οποίο «όσο ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο (κατά κεφαλή εισόδημα) σε μια χώρα, τόσο περιορίζεται το μερίδιο των δαπανών των νοικοκυριών που κατευθύνεται στα είδη διατροφής».

Εν γένει η τάση αυτή εξασθενεί σταδιακά, καθώς το μερίδιο των δαπανών σταθεροποιείται σε ένα επίπεδο ανά χώρα. ‘Αλλωστε, τονίζεται στη μελέτη, με δεδομένη την ποιοτική αλλαγή στα χαρακτηριστικά των τροφίμων, είναι φυσιολογικό στις χώρες υψηλού βιοτικού επιπέδου η τάση μείωσης να αντισταθμίζεται από τη στροφή προς τα ακριβότερα και ποιοτικότερα τρόφιμα. Αποτέλεσμα είναι, τελικά, η συμβολή αυτή να διατηρείται σε ένα επίπεδο, που αντικατοπτρίζει περισσότερο μια ισορροπία ποιότητας στο εθνικό καταναλωτικό πρότυπο.

Κατά το ΙΟΒΕ, η Ελλάδα φαίνεται να έχει μάλλον προσεγγίσει το επίπεδο αυτό, αφού έχει προηγηθεί σε προηγούμενες δεκαετίες αυτή η διαδικασία μείωσης. ‘Οπως προκύπτει από στοιχεία της Eurostat και των Εθνικών Λογαριασμών, που αναφέρονται στην τελική κατανάλωση εκφρασμένη σε όγκο, δηλαδή σε σταθερές τιμές, κατά μέσο όρο την περίοδο 2000-2006 το 15,5% των δαπανών κατευθύνθηκε σε τρόφιμα, ενώ το 1995 το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 18% και το 1984 37%. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος του Engel «εφαρμόστηκε» την περίοδο 1985-1995, και έκτοτε η μείωση είναι μικρή.

Προτελευταίοι στην Ευρωζώνη

Επομένως, καταλήγει το ΙΟΒΕ, το μερίδιο το οποίο καταλαμβάνουν τα τρόφιμα & ποτά στο ελληνικό πρότυπο κατανάλωσης φαίνεται μάλλον να σταθεροποιείται στο επίπεδο του 15%-16% με οριακές διακυμάνσεις. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι με το ποσοστό αυτό η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 2η θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης, καθώς μόνο οι Πορτογάλοι καταναλωτές διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού τους προϋπολογισμού για αγορές ειδών διατροφής (το 17,31% το 2006, έναντι 15,8% της χώρας μας). Το γεγονός αυτό σχετίζεται απολύτως με το βιοτικό επίπεδο που έχει κατακτήσει κάθε χώρα, με την Ελλάδα και την Πορτογαλία να κατέχουν τις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρωζώνη.

Για λόγους σύγκρισης αναφέρουμε ότι το ειδικό βάρος των ειδών διατροφής στο «καλάθι της νοικοκυράς» ανέρχεται στην ΕΕ-27 στο 12,69% και στην ΕΕ-15 στο 12,08%. Η επίδοση της Κύπρου είναι καλύτερη από αυτή της χώρας μας, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό είναι 13,15%.

Αναφορικά με τις νέες χώρες της ΕΕ που προέρχονται από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ, την πρωτιά στην ανέχεια φαίνεται πως κατέχει η Ρουμανία, όπου για την αγορά των ειδών διατροφής καταβάλλεται σχεδόν το 33% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Ακολουθούν η Βουλγαρία με 26%, η Λιθουανία με 25%, η Πολωνία με 24%, η Σλοβακία με 21%. Γύρω στο 16%-17% κινούνται η Εσθονία, η Λετονία και Ουγγαρία, ενώ η Σλοβενία με ποσοστό 15,1% έχει επίδοση καλύτερη από τη χώρα μας. Στην Τουρκία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 24,5%.

Αυξήσεις χαμηλότερα του πληθωρισμού

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συμπεράσματα της μελέτης που αναφέρονται στις εξελίξεις των τιμών των ειδών διατροφής, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση των διεθνών τιμών την τελευταία διετία. ‘Οπως σημειώνεται από το ΙΟΒΕ, τη διετία 2004-2005 στην κατηγορία διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά οι τιμές αυξήθηκαν με ρυθμό κάτω του 1%, όταν ο ΓΔΤΚ αυξήθηκε με 3,5% και 2,9% αντιστοίχως. Την επόμενη διετία (2006-2007), όταν ενισχύθηκε ο ρυθμός ανόδου των τιμών, αυτός κινήθηκε μόνον ελαφρώς υψηλότερα του συνολικού δείκτη. Το έντονο πρόβλημα δημιουργήθηκε το 2008, όταν η άνοδος των τιμών προσέγγισε το 6%, έναντι 4,6% του γενικού δείκτη (8μηνο).

Συνεπώς, συμπεραίνουν οι ερευνητές, η ταχύτερη άνοδος των τιμών στην κατηγορία διατροφής συνιστά φαινόμενο της τελευταίας τριετίας, και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα εξακολουθήσει τα επόμενα έτη. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι το επίπεδο τιμών στην κατηγορία αυτή έχει ανέλθει σωρευτικά κατά 19,3% σε σχέση με το 2002, έναντι 21,5% στο σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών του γενικού δείκτη. Βρίσκεται, δηλαδή, σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στο λεγόμενο «καλάθι του καταναλωτή».

Λαμβάνοντας ως έτος βάσης το 2003, παρατηρούμε ότι στο σύνολο του κλάδου η μέση ετήσια βάση του πληθωρισμού ήταν 2,6%, έναντι 3,42% του γενικού δείκτη, δηλαδή περίπου 0,8 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον πληθωρισμό. Πάντως, την τελευταία διετία τα τρόφιμα «τρέχουν» με ρυθμό μεγαλύτερο από τον ΓΔΤΚ. Αναλύοντας περαιτέρω τις επιμέρους κατηγορίες των ειδών διατροφής, αποκαλύπτεται ότι την άνοδο των τελευταίων ετών τροφοδοτούν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων. Το ψωμί, τα ζυμαρικά και σε μικρότερο βαθμό τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι κυρίως υπεύθυνα για τη μεγάλη αύξηση του 2008. Οι τιμές τους στην εγχώρια αγορά έχουν αυξηθεί σωρευτικά από το 2005 κατά 23% στο ψωμί και κατά 34% στα ζυμαρικά, με πολύ μεγάλες αυξήσεις εντός του 2008.

Το ελαιόλαδο, μετά μία τριετία εκρηκτικής ανόδου (2004-2006), την τελευταία διετία καταγράφει μείωση τιμών. Σε άλλες κατηγορίες, όπως το κρέας και τα ψάρια, η άνοδος των τιμών την τελευταία διετία είναι μικρότερη του γενικού δείκτη. Στα γαλακτοκομικά και αβγά, παρόλο που το 2008 (8μηνο) οι τιμές εμφάνισαν μέση αύξηση 6%, σωρευτικά σε σχέση με το 2005 έχουν αυξηθεί κατά 13%, όταν στο σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών του «καλαθιού της νοικοκυράς» η σωρευτική αύξηση είναι της τάξης του 10%.

Συνεπώς, καταλήγει το ΙΟΒΕ, ο δείκτης τιμών πέντε σημαντικών κατηγοριών τροφίμων αυξάνεται με πιο χαμηλό ρυθμό από ό,τι ο πληθωρισμός. Αφετέρου, η άνοδος της τιμής κάποιων ειδών διατροφής αφορά κυρίως μόνο στην τελευταία διετία, οφείλεται σε κλαδικές ιδιαιτερότητες και δεν είναι το ίδιο έντονη σε όλα τα είδη.

Φθηνότερα κατά 10% στην Ελλάδα

Ως προς το επίπεδο των τιμών στην ΕΕ-15 στα είδη διατροφής, η Ελλάδα είναι φθηνότερη σχεδόν κατά 10% από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, η χώρα μας έχει φθηνότερα προϊόντα στους τομείς του ψωμιού, των δημητριακών και του κρέατος. Είναι πολύ ακριβότερη, όμως, στα γαλακτοκομικά προϊόντα (33,9% πάνω από τον μέσο όρο) και κατά δεύτερο λόγο στα μη αλκοολούχα ποτά, ενώ στα ψάρια οι τιμές βρίσκονται περίπου στα ίδια επίπεδα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, οι τιμές των γαλακτοκομικών στην Ελλάδα είναι οι υψηλότερες της ΕΕ-15.

Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι η φθηνότερη χώρα της ΕΕ-15 στα είδη διατροφής και τα μη αλκοολούχα ποτά είναι η Πορτογαλία με 81,6% του μέσου όρου, και ακολουθούν με επιδόσεις καλύτερες από την Ελλάδα η Ολλανδία με 82% και η Ισπανία με 87,1%.

Παρεμπιπτόντως, σημειώνουμε ότι, όταν το 2000 το 15,1% των δαπανών των ελληνικών νοικοκυριών πήγαινε σε τρόφιμα, ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ-15 ήταν 12,13% (διαφορά απόστασης 2,97 εκατοστιαίες μονάδες). Το 2006 η απόσταση είχε αυξηθεί στις 3,72 μονάδες, αφού οι δαπάνες σε τρόφιμα στη χώρα μας έφτασαν το 15,8%, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ-15 διαμορφώθηκε στο 12,08%. Μάλλον, λοιπόν, αποκλίνουμε από τα κοινοτικά δεδομένα παρά συγκλίνουμε…

Απόλυτη κυριαρχία των σ/μ στα επεξεργασμένα τρόφιμα

Από το σύνολο των 14,7 δισ. ευρώ που ξόδεψαν οι ‘Ελληνες το 2005 για είδη διατροφής περίπου 800 εκατ. ευρώ αντιστοιχούσαν στις αγορές μη αλκοολούχων ποτών (εμφιαλωμένου νερού, χυμών και αναψυκτικών). Τα υπόλοιπα 13,9 δισ. ευρώ επιμερίζονται, σύμφωνα με την ‘Ερευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ, σε δαπάνες 8,1 δισ. ευρώ για επεξεργασμένα τρόφιμα και 5,8 δισ. ευρώ για νωπά τρόφιμα.

Με την αναπροσαρμογή των στοιχείων της ‘Ερευνας στα δεδομένα του 2008, η «στατιστική πίτα» των 18,3 δισ. ευρώ της νέας δαπάνης για είδη διατροφής κατανέμεται ως εξής: Δαπάνες για επεξεργασμένα τρόφιμα 10 δισ. ευρώ, για νωπά τρόφιμα 7,3 δισ. ευρώ και για μη αλκοολούχα ποτά 1 δισ. ευρώ.

Είναι προφανές ότι τα σούπερ μάρκετ κυριαρχούν απόλυτα στον κλάδο των επεξεργασμένων-μεταποιημένων τροφίμων, από τον οποίο έχουν εκτοπίσει σχεδόν πλήρως τα παντοπωλεία. Οι μόνοι εναπομείναντες μικροί «παίκτες» σε αυτή την αγορά είναι τα συνοικιακά μίνι μάρκετ, με ρόλο, ωστόσο, αποκλειστικά συμπληρωματικό.

Υπάρχουν ακόμη, βέβαια, ορισμένοι μεμονωμένοι υποκλάδοι μεταποιημένων τροφίμων, στους οποίους τα μερίδια των σούπερ μάρκετ είναι ακόμη χαμηλά ή όχι πολύ υψηλά. Ανάμεσα σε αυτούς περιλαμβάνονται το ψωμί (με κυρίαρχους «παίκτες» τα αρτοποιεία), το παστεριωμένο γάλα (με μεγάλα μερίδια στα μίνι μάρκετ), τα είδη ζαχαροπλαστικής (φούρνοι, ζαχαροπλαστεία) και τα ζαχαρώδη (σοκολάτες, καραμέλες, παγωτά), όπου «παίζουν δυνατά» τα περίπτερα και τα μίνι μάρκετ.

Μικρή σχετικά είναι η διείσδυση των σούπερ μάρκετ στον κλάδο των νωπών τροφίμων, όπου κυριαρχούν οι λαϊκές αγορές, τα οπωροπωλεία, τα κρεοπωλεία, τα ιχθυοπωλεία κλπ.

Αριθμητικά παιχνίδια με τους δείκτες

Σύμφωνα με τους Εθνικούς Λογαριασμούς της ΕΣΥΕ, το μερίδιο των τροφίμων στη συνολική εγχώρια κατανάλωση το 2006 ανήλθε στο 15,8% και ήταν υψηλότερο κατά μισή εκατοστιαία μονάδα σε σχέση με δύο χρόνια πριν, το 2004 (15,3%). Ο βασικός αυτός δείκτης ευημερίας σημείωσε την καλύτερη επίδοσή του το 2000, με ποσοστό 15,1%, ενώ η επίδοση του 2006 ήταν η χειρότερη από το 2000 και μετά.

Με τα νέα δεδομένα, όμως, που δημιούργησε η διεθνής οικονομική κρίση, οι πιθανότητες πλέον να ξεπεράσει το μερίδιο των τροφίμων στις συνολικές δαπάνες το φράγμα του 16% το 2008 είναι κάτι παραπάνω από πολλές. Αυτό, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι ‘Ελληνες θα αρχίσουν να αγοράζουν ξαφνικά περισσότερα ή ποιοτικότερα τρόφιμα. Απλώς, περιορίζοντας τις συνολικές τους δαπάνες (με περικοπή άλλων ελαστικότερων δαπανών), το ειδικό βάρος των τροφίμων στο «καλάθι της νοικοκυράς» θα αυξάνει, ακόμη κι αν οι αγορές τροφίμων σε απόλυτες αξίες παραμένουν σταθερές ή μειωθούν κατά τι.

Η αύξηση, πάντως, του μεριδίου των τροφίμων δεν αναμένεται αξιοσημείωτη για δύο λόγους. Αφενός, οι καταναλωτές θα προσανατολίζονται περισσότερο σε αγορές φθηνότερων και ποιοτικά υποδεέστερων τροφίμων για λόγους οικονομίας παρά στη μείωση των ποσοτήτων τους. Αφετέρου, η μείωση της ζήτησης λόγω κρίσης θα συμπιέζει τις τιμές «φρενάροντας» τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της μεγέθυνσης του «καλαθιού της νοικοκυράς».

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 380 (Ιανουάριος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (εκδόσεις Comcenter).