Στις 7 Μαρτίου φέτος το Συμβούλιο των Υπουργών της ΕΕ συζήτησε την πρόοδο των εργασιών για την επίτευξη κοινής θέσης σχετικά με τον νέο κανονισμό για τις καθυστερήσεις πληρωμών, που παρουσίασε η Επιτροπή στις 12 Σεπτεμβρίου πέρυσι ως μέρος της «δέσμης ελάφρυνσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ)». Οι καθυστερήσεις πληρωμών επηρεάζουν τις εταιρείες όλων των κλάδων σε όλα τα κράτη-μέλη, με ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στις ΜμΕ, που η λειτουργία τους βασίζεται στις τακτικές και προγραμματισμένες ταμειακές ροές, καθώς έχουν πιο περιορισμένη πρόσβαση σε ρευστότητα από ό,τι οι μεγάλες επιχειρήσεις.

Έτσι οι ΜμΕ που πληρώνονται καθυστερημένα πρέπει να καλύπτουν το έλλειμμα ρευστότητας μέσω βραχυπρόθεσμου δανεισμού, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησής τους. Οι ελληνικές ΜμΕ υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενώ η άνοδος των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής αλλά και ο υψηλότερος δείκτης ΜΕΔ που καταγράφεται στο δανειακό χαρτοφυλάκιο των ΜμΕ, συνεπάγεται αυξημένα κόστη δανεισμού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσδοκά η πρόταση του κανονισμού να δημιουργήσει την απαραίτητη ρευστότητα στις ΜμΕ, για να επενδύσουν στην καινοτομία ή να μετακυλήσουν τη μείωση του κόστους στους καταναλωτές.

Ο κανονισμός εν συντομία προβλέπει την αναθεώρηση των κανόνων της υφιστάμενης Οδηγίας, προτάσσοντας δεσμευτικά ως μέγιστη προθεσμία πληρωμής τις τριάντα ημέρες για όλες τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών. Η διαφορά μεταξύ κανονισμού και Οδηγίας έγκειται στο ότι ένας κανονισμός, εφόσον τεθεί σε ισχύ, εφαρμόζεται απευθείας από τα κράτη-μέλη, ενώ για την εφαρμογή μιας Οδηγίας προϋποτίθεται η ενσωμάτωσή της στην εθνική νομοθεσία καθενός κράτους-μέλους.

Ο νέος κανονισμός θα καταστήσει αυτόματη την καταβολή αντισταθμιστικών τελών και τόκων σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμών και θα πλαισιώσει αυτά τα νέα μέτρα με ένα ισχυρό πλαίσιο επιβολής. Θα διευκολύνει επίσης τις εταιρείες να διεκδικούν τα δικαιώματά τους, μειώνοντας τον φόρτο τους και διευκολύνοντας την πρόσβασή τους σε αποτελεσματική έννομη προστασία, μέσω διαμεσολάβησης.

Σύμφωνα με την εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής, οι καθυστερήσεις πληρωμών συμβάλλουν στο 25% των πτωχεύσεων στην ΕΕ. Οι νέοι κανόνες αποσκοπούν στη μείωση αφενός των καθυστερήσεων πληρωμών κατά 35% και αφετέρου του χρόνου που δαπανούν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για να «κυνηγούν» τους οφειλέτες τους, εξοικονομώντας υπέρ τους 340 εκατομμύρια ανθρωποώρες, μέγεθος που αποτιμάται σε 8,7 δισ. ευρώ. Πέραν του άμεσου χρηματικού οφέλους η εφαρμογή τους αναμένεται ότι θα ανακατανείμει δικαιότερα τη ρευστότητα στην οικονομία και θα μειώσει την εξάρτηση των ΜμΕ από την εξωτερική χρηματοδότηση. Στόχος είναι η προστασία των ΜμΕ, οι οποίες συχνά στερούνται διαπραγματευτικής ισχύος και αναγκάζονται να αποδέχονται αθέμιτους όρους και προϋποθέσεις πληρωμής.

Ο νέος κανονισμός αποσκοπεί κυρίως στην καλύτερη προστασία των πιστωτών από τους οφειλέτες τους και προτείνει να καταστεί η καταβολή τόκων αυτόματη και υποχρεωτική μέχρι την πληρωμή του χρέους. Σε αντίθεση με την ισχύουσα Οδηγία, η νέα πρόταση προβλέπει ότι ο πιστωτής δεν μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να απαιτήσει τόκους υπερημερίας. Αντίθετη συμβατική διάταξη ή πρακτική θα είναι αθέμιτη, άκυρη και άνευ εννόμου αποτελέσματος.

Ως εκ τούτου ο δανειστής απαλλάσσεται από το βάρος της απαίτησης καταβολής τόκων, η οποία καθίσταται αυτόματη υποχρέωση των οφειλετών σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής. Το επιτόκιο υπερημερίας είναι κατά 8% υψηλότερο από τα επιτόκια αναφοράς της ΕΚΤ. Επιπλέον, οι νέοι κανόνες αυξάνουν την κατ’ αποκοπή αποζημίωση τελών από τα 40 ευρώ στα 50 ευρώ ανά εμπορική συναλλαγή που πληρώνεται καθυστερημένα.

Η πιθανή νομοθέτηση των τριάντα ημερών πληρωμής απαιτεί ασφαλώς μια περίοδο μετάβασης και προσαρμογής των λιανεμπορικών και προμηθευτικών εταιρειών. Η πρόκληση θα είναι η διατήρηση της ρευστότητας και η διαχείριση των ταμειακών ροών, με τρόπο που θα εξισορροπεί τις ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε επιχείρησης, διατηρώντας παράλληλα υγιείς τις εμπορικές σχέσεις και ανταγωνιστικές τις τιμές για τον καταναλωτή. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιούνται συζητήσεις στα λόμπι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με επιχειρήματα προς όφελος της κάθε πλευράς.

Η οπτική του λιανεμπορίου
Το λιανεμπόριο, που λειτουργεί με περιόδους πίστωσης μεγαλύτερες των τριάντα ημερών, αναμένεται ότι θα αντιμετωπίσει χρηματοοικονομική πίεση και πρέπει να αναζητήσει νέους τρόπους για τη διασφάλιση της απαιτούμενης ρευστότητας, ώστε να εξοφλούνται οι προμηθευτές τους εγκαίρως. Για να διασφαλιστεί η κερδοφορία του, ενδέχεται να οδηγηθεί σε επαναδιαπραγμάτευση των όρων με τους προμηθευτές, έτσι ώστε να προσαρμοστούν στις νέες προθεσμίες πληρωμών, πράγμα που θα μπορούσε να επηρεάσει τις τιμές αγοράς και τις σχέσεις του με τους προμηθευτές. Ένα ακόμα επιχείρημα που ακούγεται στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, είναι πως η πληρωμή στις τριάντα ημέρες θα δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στη διατήρηση των αποθεμάτων ασφαλείας. Εξάλλου, δεν πρέπει να αγνοείται ότι για ορισμένες λιανεμπορικές εταιρείες η πρόσβαση σε επιπλέον τραπεζικό δανεισμό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη.

Η οπτική των προμηθευτών
Οι προμηθευτικές εταιρείες θα ωφεληθούν άμεσα από τη βελτίωση της ρευστότητάς τους, λόγω ταχύτερης είσπραξης των οφειλόμενων, πράγμα που θα περιορίσει τις ανάγκες τους για εξωτερική χρηματοδότηση και θα μειώσει τα κόστη διαχείρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Επίσης, η ταχύτερη εξόφληση των οφειλών μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο πτωχεύσεων, καθώς οι προμηθευτικές εταιρείες θα έχουν πιο σταθερές ταμειακές ροές. Ενδεχομένως κάποιες προμηθευτικές εταιρείες, που βασίζονται σε μεγάλες περιόδους πίστωσης για να διατηρούν τη ρευστότητά τους, μπορεί να βρεθούν σε δύσκολη θέση, αναγκασμένες να αναζητήσουν άλλους τρόπους χρηματοδότησης της λειτουργίας τους. Για κάποιους προμηθευτές η νέα ρύθμιση μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην ανάπτυξή τους –μιλάμε κυρίως για τις νεοφυείς επιχειρήσεις, που στην αρχική φάση της λειτουργίας τους χρησιμοποιούν την πίστωση για μεγάλο διάστημα, προκειμένου να γεμίσουν τα ράφια της λιανικής με τα προϊόντα τους, ώστε να διεκδικήσουν μερίδιο.

Τα ψιλά γράμματα των δόσεων
Το άρθρο 7 του προτεινόμενου κανονισμού με τίτλο «Χρονοδιαγράμματα πληρωμής» δεν επηρεάζει τη δυνατότητα των μερών να συμφωνούν ότι οι πληρωμές θα πραγματοποιούνται σε δόσεις, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε δόση δεν υπερβαίνει τη μέγιστη προθεσμία πληρωμής των τριάντα ημερών. Ωστόσο, δεν παρέχεται καμία λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο θα λειτουργούσε αυτό στην πράξη. Ως εκ τούτου τα μέρη ενδεχομένως μπορούν να εξοφλούν ένα τιμολόγιο σε δύο δόσεις των τριάντα ημερών, με την πρώτη δόση να είναι «για τη νομιμότητα» και η δεύτερη δόση για το υπόλοιπο της πληρωμής, επιτυγχάνοντας έτσι προθεσμία πληρωμής εξήντα ημερών… Είναι σαφές ότι δεν είναι αυτή η πρόθεση του προτεινόμενου κανονισμού, αλλά καταδεικνύεται έτσι η σοβαρότητα στις διατυπώσεις του τελικού κειμένου.

Συμπεράσματα
Η θεωρία της αυτορύθμισης της αγοράς υποστηρίζει ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούν αυτομάτως να οδηγούν σε αποτελεσματική κατανομή των πόρων και σε οικονομική ευημερία, εφόσον οι εμπλεκόμενοι επιδιώκουν το ατομικό τους συμφέρον. Ωστόσο, στην πράξη αποδεικνύεται ότι συχνά το ισχυρότερο μέρος τείνει να επικρατεί, δημιουργώντας στρεβλώσεις επ’ ωφελεία του εις βάρος των αδυνάτων.

Στην ελληνική αγορά η πίεση για μεγαλύτερες περιόδους πίστωσης, χωρίς αντισταθμιστικά οφέλη, αποτελεί χρόνια στρέβλωση. Το εγχώριο τραπεζικό σύστημα αδυνατεί να χρηματοδοτεί με ανταγωνιστικά επιτόκια τις ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ η πολιτεία νίπτει τας χείρας της, καθώς η εθνική νομοθεσία δεν δίνει ουσιαστικές λύσεις στις καθυστερημένες πληρωμές. Οι παρεμβάσεις της στην αγορά των ταχυκίνητων προϊόντων γίνεται αποσπασματικά, με καρτελάκια μειωμένων τιμών και επιβολή αυστηρών προστίμων για λόγους αισχροκέρδειας, των οποίων η νομική τεκμηρίωση τίθενται υπό αμφισβήτηση από την αγορά.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ότι σε μια εποχή που η βαθιά ανάλυση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και των μη χρηματοοικονομικών δεδομένων αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, παράλληλα με την υιοθέτηση προγραμμάτων χρηματοδότησης με χαμηλά επιτόκια, βασισμένα σε κριτήρια ESG, η έγκαιρη εξόφληση των υποχρεώσεων προς τους προμηθευτές ενισχύει την εταιρική εικόνα ως κρίσιμος παράγοντας αξιολόγησης.