Δεν είναι παράδοξη η σκέψη πως η πολιτικοοικονομική τροπή των πραγμάτων το 2020 υπό την πίεση της κρίσης στη δημόσια υγεία παρήγε ως στοιχείο της ευρωπαϊκής ορθολογικότητας την «αυταπάρνηση με σκοπό την αυτοσυντήρηση». Διότι πράγματι, οι λαοί του κόσμου, της Ευρώπης και της Ελλάδας κλήθηκαν να απαρνηθούν πλευρές του εαυτού τους –λόγω της βίαιης αλλαγής του τρόπου ζωής, παραγωγής και του καταναλωτικού προτύπου, της άρσης δικαιωμάτων κ.ά.–, προκειμένου να αυτοσυντηρηθούν, εξασφαλίζοντας τους όρους επιβίωσής τους, στο πλαίσιο μιας νέας οικονομικής κρίσης, που την επιτάχυνε ιλιγγιωδώς η φονική πανδημία.

Στην περίπτωση της Ευρώπης η υπέρβαση της κρίσης κι η επαναφορά της οικονομίας στην ανάπτυξη επιλέχθηκε να υλοποιηθεί μέσω της κρατικής παρέμβασης, της χαλαρής νομισματικής πολιτικής και της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ως ένδειξη αλληλεγγύης της ΕΕ στα κράτη-μέλη της, ιδιαιτέρως τα ασθενέστερα, καθώς επίσης και ως τακτική υπέρβασης ορισμένων θεμελιωδών αντιθέσεων στο εσωτερικό της. Στην πραγματικότητα η ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση ακολουθεί την πορεία ολοκλήρωσης βασικών οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, συνήθως επώδυνων για τις κοινωνίες, ώστε τα κράτη-μέλη να επαναπροσδιορίσουν τους όρους συμμετοχής τους στο σύστημα μιας μεγάλης αγοράς, με ελεύθερη ανάπτυξη των ανταγωνιστικών δυνάμεων που δρουν σε αυτήν.

Από την επιβράδυνση, στα έκτακτα μέτρα
Ειδικότερα, ο ρυθμός ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη παρουσίασε επιβράδυνση το 2018 και 2019, καθώς ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της διαμορφώθηκε στο 1,3% το 2019 έναντι 1,9% το 2018, αναδεικνύοντας μάλλον τις αδυναμίες επένδυσης με ικανοποιητικό κέρδος του κεφαλαίου. Στην επιβράδυνση της παραγωγής προστέθηκαν το 2020 οι σφοδρές επιπτώσεις της πανδημίας, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ της Ευρωζώνης να συρρικνωθεί, σε όρους ετήσιων μεταβολών, κατά 3,3% το πρώτο τρίμηνο του έτους, κατά 14,8% το δεύτερο, κατά 4,4% το τέταρτο τρίμηνο κι ένας θεός ξέρει πόσο στο τελευταίο τρίμηνο, δεδομένου του δεύτερου κύματος της πανδημίας και των lockdown.

Επιπλέον, σύμφωνα με την Eurostat, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής κατέγραψε ήδη από τα τέλη του 2017 πτωτική τάση –άγγιξε τις 110 μονάδες το 2017, ενώ έπεσε κάτω από τις 80 μονάδες στα τέλη του 2020. Αντίστοιχη πτωτική τάση είχε ο σύνθετος δείκτης τιμών 19 βασικών εμπορευμάτων (δείκτης CRB), που αντανακλά τη μείωση της ζήτησης (πάνω από τις 350 μονάδες το 2010 και κάτω από τις 125 το 2020). Σύμφωνα με τα καλοκαιρινά στοιχεία του ΔΝΤ, τα κρατικά ελλείμματα στις περισσότερες χώρες προ των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας εκτοξεύτηκαν το 2020 –το ίδιο και το δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, που από 84,1% του ΑΕΠ της το 2019 εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 105,1% το 2020 και στο 103% το 2021.

Σχετικά με τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ΕΕ, η ΕΚΤ επισήμανε στην ετήσια έκθεσή της (2019) τη χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών και τη στασιμότητα του δείκτη απόδοσης ιδίων κεφαλαίων την τριετία 2017-2019. Στο μεταξύ, στη διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκε η ανεργία, με σημαντικές, πάντως, ποσοστιαίες διαφορές μεταξύ των χωρών-μελών (π.χ. στην Ελλάδα περίπου 17%, στην Ισπανία 15%, ενώ στην Ευρωζώνη κατά μέσο όρο περίπου 8%). Την ίδια ώρα οι επιπτώσεις του Brexit, η ένταση του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας, αλλά και το μέγεθος των επιπτώσεων της πανδημίας, ενόσω εξακολουθεί να δοκιμάζει τις αντοχές των κοινωνιών και της οικονομίας, ενέτειναν την ανησυχία των οικονομικών ελίτ της ΕΕ, επιβάλλοντας έκτακτα μέτρα, είτε ως συνέχεια ήδη εφαρμοζόμενων είτε νέα.

Τα εν λόγω μέτρα αφορούν παρεμβάσεις νομισματικής χαλαρότητας (δηλαδή μείωσης των επιτοκίων και αύξησης της προσφοράς χρήματος) και δημοσιονομικής επέκτασης (αύξησης δημόσιων δαπανών και επενδύσεων), προκειμένου οι κεντρικές τράπεζες να χρηματοδοτήσουν άμεσα τις κρατικές και τις ιδιωτικές επενδύσεις ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, της μεταποίησης, του αγροτικού τομέα και της εισαγωγής της ψηφιακής τεχνολογίας σε όλους τους κλάδους.

Στο πλαίσιο αυτό, ως γνωστόν, το 2020 αποφασίστηκε η αναστολή των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα αγοράς κρατικών τίτλων από την ΕΚΤ ύψους 618 δισ. ευρώ, δόθηκαν νέα δάνεια από τον ESM ύψους 540 δισ. ευρώ, δημιουργήθηκε το πρόγραμμα SURE για την ελάφρυνση των επιχειρήσεων, ενώ στη σύνοδο του Ιουλίου εγκρίθηκε το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 ύψους 1,074 τρισ. ευρώ, όπως και η χρηματοδότηση του νεοσύστατου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με αποστολή την έκτακτη στήριξη των οικονομιών, με κονδύλια 750 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 360 δισ. δάνεια και τα 312,5 επιχορηγήσεις προς τα κράτη-μέλη). Στο ίδιο πλαίσιο, η ΕΚΤ αποφάσισε τη διατήρηση των μηδενικών επιτοκίων και την QE για το πρώτο εξάμηνο του 2021.
Συνολικά εκτιμάται πως οι κοινοτικές δαπάνες στο διάστημα 2021-2027 θα αυξηθούν στο 53,7% του ΑΕΠ της ΕΕ έναντι 46,7% την περίοδο 2009-2019 και 43,8% την περίοδο 1996-2007.

Η απόφαση της ευρωπαϊκής ηγεσίας για την υπέρβαση των τάσεων οικονομικής επιβράδυνσης, μέσω της ενίσχυσης των οικονομιών των κρατών-μελών, αποτέλεσε κεντρική πολιτική της πολύ πριν την εκδήλωση της πανδημίας. Η πανδημία ενίσχυσε αυτή την επιλογή, καθώς επισώρευσε πολλά προβλήματα στις οικονομίες των πληττόμενων χωρών-μελών.

Το ελληνικό σχέδιο
Η ελληνική πρόταση συμμετοχής στις προαναφερθείσες πολιτικές υπό την επωνυμία «Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» κατατέθηκε πρόσφατα από την κυβέρνηση στην ΕΕ, είναι εναρμονισμένη με τους στόχους της Ένωσης και αποβλέπει στην ταχύτερη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα ψηφιοποιημένο και «πράσινο» μοντέλο ανάπτυξης, μέσω της ολοκλήρωσης των προτεινόμενων από την ΕΕ μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Το σχέδιο αποτελείται από τέσσερις πυλώνες, τον «πράσινο», τον ψηφιακό, τον πυλώνα της απασχόλησης, των δεξιοτήτων και της κοινωνικής συνοχής και τον πυλώνα των ιδιωτικών επενδύσεων και του οικονομικού και θεσμικού μετασχηματισμού. Σημειώνεται ότι το εν λόγω σχέδιο αποτελεί εξειδίκευση των προτάσεων της Έκθεσης Πισσαρίδη, η οποία υιοθετεί τη θέση του ΣΕΒ πως η χαμηλή παραγωγικότητα και η εσωστρέφεια αποτελούν τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, οφειλόμενα στην αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών.

Κρίσιμες αντιφάσεις
Δεν μπορεί, ωστόσο, να αποσιωπώνται οι αντιφάσεις του ευρωπαϊκού πραγματισμού, οι οποίες τον υπονομεύουν ως τέτοιον, καθιστώντας τον αναποτελεσματικό. Διότι όλοι θα συμφωνήσουν ότι ως συγκροτητική αρχή της ενοποίησης της Ευρώπης η αυτορρύθμιση της αγοράς και η απόσυρση του κράτους από την οικονομία αμφισβητείται πλέον με αποφάσεις και πράξεις της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Ότι, ενώ επ’ ονόματι αυτής της αρχής η ευρωπαϊκή ηγεσία συμπίεσε την εργασία ασφυκτικά, δεν πέτυχε να κάνει επικερδείς τις επενδύσεις του επιχειρηματικού κεφαλαίου.

Ότι, ασκώντας τη νέα μορφή κρατικής παρέμβασης, που την υιοθέτησε αρχικά στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κρίσης του 2008 και που δεν συνάδει ούτε με το παρεμβατικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας ούτε με το νεοφιλελεύθερο «κράτος-φάντασμα» (καθώς προτάσσει λ.χ. την εφαρμογή βιομηχανικής πολιτικής), σκοντάφτει στη διάχυση της ρευστότητας στις οικονομίες, ενόσω η πανδημία απειλεί με ξεθεμελίωμα ολόκληρους κλάδους του τομέα των υπηρεσιών.

Ότι τα μέτρα αντιμετώπισης της διπλής κρίσης, αν και γίνονται «ευκαιρία» μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας υπέρ των επιχειρήσεων, οι ευελιξίες που εισάγουν, πιέζουν το μισθολογικό κόστος τόσο, ώστε γίνονται τροχοπέδη της ζήτησης, τώρα που χρειάζεται η θέρμανσή της. Ότι ακόμα και η πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όπως προτείνουν κάποιες εισηγήσεις, προϋποθέτει τη μείωση των επιχειρηματικών κερδών, κάνοντας τις επενδύσεις και πάλι ασύμφορες. Κι ακόμα ότι οι προαναφερόμενες θεσμικές παρεμβάσεις μολονότι ενισχύουν κατ’ ανάγκην την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ, δεν αντιμετωπίζουν την ανισομετρία οικονομικής ανάπτυξης των χωρών-μελών της ούτε εμποδίζουν την εκδήλωση επίφοβων κρίσεων στις ασθενέστερες. Αντίθετα, η ανισομετρία μεγεθύνεται επιταχυνόμενα επ’ ωφελεία του πλούσιου ευρωπαϊκού βορρά έναντι του νότου…

Μήπως οι προαναφερόμενες πολιτικές συνιστούν και μόνον «εργαλειακή» αντιμετώπιση της διττής κρίσης, δηλαδή πρόκειται για απλά αναλγητικά καταπότια για την προσωρινή ανάταξη όχι της υγείας, αλλά της διάθεσης του άρρωστου οικονομικού οργανισμού; Μήπως λείπει εντέλει η πολιτικοοικονομική σοφία, που θα ωθήσει το ευρωπαϊκό σύστημα να «αναστοχαστεί» πάνω στις προϋποθέσεις του και τις εγγενείς αντιφάσεις του;