Έχω έναν παλιόφιλο Νεοσμυρνιώτη, οικογενειάρχη με τρία παιδιά, επαγγελματία σοφέρ. Τις προάλλες απολύθηκε η γυναίκα του απ’ τη δουλειά της -από ένα call center, αν δεν απατώμαι.

Στο μεταξύ, οι βάρδιες στα φορτηγά μειώθηκαν ένεκα αναδουλειάς. Τι να κάμει για να τα φέρει βόλτα, σερβίρει πίτσες και κάνει λάντζα σ’ ένα γειτονικό μαγαζί κι όταν τελειώνει λίγο μετά τις 12 τη νύχτα τραβάει κατά του Ψυρρή να κάνει λάντζα σε ένα άλλο στέκι. Τα λέγαμε στο πόδι, ενώ στην τηλεόραση ο Λοβέρδος παρουσίαζε το νέο (απ-)ασφαλιστικό. «Καμιά άλλη λάντζα ξέρει ο υπουργός να μας συστήσει;», πέταξε κοροϊδευτικά και πετάχτηκε να πάρει παραγγελία.

Ο μέσος Έλλην, λοιπόν, που δημιουργεί με τον «πλούτο» του το «καλάθι ωνίων» της εγχώριας οικονομίας, είναι πρόσωπο τραγικό. Είναι ο πελάτης σας, που «έχει πάντα δίκιο», αλλά δεν το βρίσκει πουθενά, γιατί το δίκιο είναι θέμα εισοδηματικής επάρκειας και πολιτικής δύναμης. Επ’ ονόματι κάποιου αόρατου μέλλοντος αξιοπρεπούς διαβίωσης, του περικόπτονται ό,τι εισοδηματικά και κοινωνικά δικαιώματα αποκτήθηκαν στο παρελθόν.

Δηλαδή, όσα άλλοτε τον έκαναν «μέσο» καταναλωτή. Τώρα, ωστόσο, έπιασε τις… άκρες. Αλλά η τηλεδιαφήμιση, μεταξύ Λοβέρδου και Μέρκελ, εξακολουθεί να του υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο της κατανάλωσης και να κολακεύει τα παιδιά του ότι ο κόσμος τούτος, τάχα, τους ανήκει. Στο πορτοφόλι του, πάντως, υπάρχουν κάποιες κάρτες πιστότητας από τα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Για λεφτά, δεν το συζητώ… Ούτε αυτός.