Μικρότερη συσκευασία και ζεστές παρασκευές οι νέες τάσεις για τη φέτα στο εξωτερικό

Την ανάγκη των εκτός Ελλάδος καταναλωτών των ελληνικών τυριών Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) για μικρότερες συσκευασίες εξέπεμψε, μέσα από το τρίτο Dairy Conference, powered by MIK3, που διοργάνωσε η BOUSSIAS Events, ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Όμηρος Βιομηχανία Γάλακτος, Χρήστος Γιαννίτσης. «Η φέτα έχει βρει τη θέση της στο διεθνές ράφι και της αξίζει. Καταναλωτές από Γερμανία μου μεταφέρουν το γεγονός ότι η αύξηση των δόσεων του στεγαστικού δανείου στη χώρα τους και του κόστους ζωής συνολικότερα έχει περιορίσει και τα έξοδα σε δημοφιλή είδη διατροφής, που δεν είναι πρώτης ανάγκης, όπως η φέτα, πλην όμως ο Γερμανός καταναλωτής τα έχει συνηθίσει, έστω και όχι για καθημερινή κατανάλωση», δήλωσε σχετικά ο κ. Γιαννίτσης, συμμετέχοντας στη συζήτηση για τις επιπτώσεις της πληθωριστικής και ενεργειακής κρίσης, αλλά και των φυσικών καταστροφών στην τιμή των ΠΟΠ ελληνικών τυριών.

«Αναζητούμε τρόπους να τονώσουμε την κατανάλωση της φέτας σε χώρες που αποδεδειγμένα έχουμε δει ότι την προτιμούν και σε μήνες όπου έχουμε δει την κατανάλωσή της να υποχωρεί. Επιθυμούμε να πάμε πιο πέρα από τον κλασικό και δοκιμασμένο κωδικό μπάρας φέτας 200 γραμμαρίων. Έχουμε δει ότι η κατανάλωση φέτας μειώνεται κατά τους χειμερινούς μήνες και αυξάνεται κατά πολύ τους καλοκαιρινούς. Σκοπεύουμε λοιπόν να δώσουμε στους καταναλωτές του εξωτερικού την ευκαιρία να δοκιμάσουν τη φέτα μέσα σε μια ζεστή παρασκευή, μόνη ή με συνδυασμό υλικών, σε ένα mini Ready-To-Eat γεύμα», αποκάλυψε ο κ. Γιαννίτσης.

Στοχευμένο μάρκετινγκ
Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας (ΕΔΟΦ), Νίκος Τάχας, στάθηκε στη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, η οποία θα δημιουργήσει «μια win-win συνθήκη για ένα προϊόν, που θα είναι πραγματικά καλό και σωστό και όπως πρέπει να είναι». «Πιστεύω σε ένα στοχευμένο μάρκετινγκ, το οποίο θα διευκολύνει την πώληση της επώνυμης φέτας, επειδή εκείνη μπορεί να διαμορφώσει καλύτερες τιμές για όλα τα μέρη της αλυσίδας αξίας. Οι γευστικές δοκιμές σίγουρα βοηθάνε, η μαγειρική, ως τέχνη, μπορεί να μπει μέσα στο πλαίσιο εκπαίδευσης για την αξιοποίηση της φέτας, δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό: Βλέπουμε ποια προϊόντα πηγαίνουν καλά και με ποιους τρόπους μοσχοπωλούνται στο εξωτερικό. Σίγουρα μπορούμε να αντιγράψουμε μεθόδους. Το ζήτημα δεν είναι οι τρόποι, είναι η βούληση να το κάνουμε κι ακόμη, πιο πριν, να έχουμε εξασφαλίσει το προς τα πού θέλουμε να οδηγήσουμε το προϊόν», επεσήμανε ο κ. Τάχας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Πόσο άλλαξε η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος μέσα σε μία δεκαετία

Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του ΕΛΓΟ-Δήμητρα για την ελληνική γαλακτοπαραγωγή παρουσίασε ο Στράτος Νικολάου, Γενικός Διευθυντής Διασφάλισης Ποιότητας και Ανταγωνιστικότητας Αγροτικών Προϊόντων του ΕΛΓΟ – Δήμητρα, στο 3ο Dairy Conference.Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η επισήμανση του κ. Νικολάου ότι ο αριθμός των παραγωγών αγελαδινού γάλακτος στην Ελλάδα βαίνει μειούμενος, και το 2023 έπεσε κάτω από τους 2.000 (1.990), όταν το 2013 ξεπερνούσαν τους 3.500, δηλαδή έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό. Την ίδια στιγμή, η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος παρουσίασε σημαντική αύξηση μεταξύ 2017 και 2021, όμως τα τελευταία δύο χρόνια κινείται πτωτικά και το 2023 ήταν λίγο χαμηλότερη σε σχέση με τα επίπεδα του 2013. Όπως ανέφερε ο κ. Νικολάου, «το ότι έχουν αποσυρθεί από την παραγωγή 1.500 οικογένειες σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι βγήκαν εκτός γιατί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα δεδομένα που απαιτούσε πλέον ο χώρος. Βέβαια, αυτό σημαίνει πως οι υπόλοιποι είτε μεγάλωσαν τις επιχειρήσεις τους, άρα πέτυχαν οικονομίες κλίμακος, είτε αξιοποίησαν καλύτερα την τεχνολογία που είχαν στη διάθεσή τους».

Η κυριαρχία των «μεγάλων» στο αγελαδινό γάλα
Επίσης, την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί κατά πολύ το μερίδιο των μεγάλων παραγωγών επί του συνόλου της παραγωγής αγελαδινού γάλακτος, και αντίστοιχα έχει μειωθεί το μερίδιο των μικρών και μικρομεσαίων. Συγκεκριμένα, το 2013 οι 93 παραγωγοί με δυναμικότητα άνω των 1.000 τόνων αντιπροσώπευαν το 26,2% της συνολικής παραγωγής, ποσοστό που το 2022 είχε φτάσει στο 45,5% για τους 135 παραγωγούς με τόσο μεγάλη δυναμικότητα. Αυτό όμως είναι κάτι που δε συμβαίνει και στο πρόβειο ή στο κατσικίσιο γάλα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου: «Είναι θέμα δυναμικότητας των μονάδων, η διαχείριση των μονάδων αγελαδινού γάλακτος είναι κατά πολύ παραπάνω σε σχέση με τους υπόλοιπους παραγωγούς. Υπάρχουν πολύ μεγάλες μονάδες στο αγελαδινό γάλα. Προφανώς, αυτή είναι η τάση και προς τα εκεί θα πρέπει να κατευθυνθούν και οι αιγοπροβατοτρόφοι, προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των οικονομικών πιέσεων. Θα το δούμε σίγουρα, το είδαμε και πριν από πέντε χρόνια με την πίεση των τιμών».

Η τιμή του αγελαδινού γάλακτος
Όσον αφορά στη μέση τιμή του αγελαδινού γάλακτος, στα στοιχεία του ΕΛΓΟ-Δή-μητρα αποτυπώνεται ο αντίκτυπος των ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων των δύο τελευταίων ετών: μεταξύ 2013 και 2021 η μέση τιμή κινήθηκε αρχικά ελαφρώς πτωτικά και από το 2016 και μετά σταθεροποιητικά, σε επίπεδα κάτω από τα 0,40 ευρώ ανά κιλό. Όμως το 2022 η τιμή αυτή εκτοξεύθηκε στα 0,52 ευρώ ανά κιλό και το 2023 παρέμεινε στα ίδια επίπεδα, αν και για το 2023 η μέση τιμή επηρεά-στηκε ιδιαίτερα από το πρώτο τρίμηνο του έτους, που έφτανε ακόμα και στα 0,57 ευρώ ανά κιλό, προτού ξεκινήσει μια αποκλιμάκωση της τιμής στην πορεία του περασμένου έτους.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Γάλα: Γιατί υπάρχει ανάγκη επαναλανσαρίσματός του στους ενήλικες

Η ανάγκη να ξανασυστηθεί το γάλα ως προϊόν σε ενήλικους εν δυνάμει καταναλωτές, ενδεχομένως ακόμη και σε εκείνους που το έχουν απορρίψει, ξεπήδησε μέσα από τη στοχευμένη έρευνα που διεξήγαγε ηλεκτρονικά η Ierax Analytix. Τη σχετική έρευνα παρουσίασε αποκλειστικά στο τρίτο Dairy Conference, powered by MIK3, που διοργάνωσε η BOUSSIAS Events ο ιδρυτής και αναλυτής αγοράς της Ierax Analytix, Χάρης Λαλάτσης.

Πώς το γάλα «αυτοπεριορίζεται» εμπορικά
Σε παρόντα χρόνο, η πλειονότητα των ερωτηθέντων συνδέει τη λέξη «γάλα» με το «πρωί» και με το «πρωινό» γεύμα, κάτι που εξ ορισμού περιορίζει τη δυναμική -άρα και την πιθανή κατανάλωση- του γάλακτος ως βραδινού ροφήματος για ενήλικες. Οι έννοιες του «φρέσκου», του «αγνού» και της μητρότητας, συγκεντρωτικά μέσα από τις λέξεις «μαμά», «μωρό’ και τη φράση «παιδική ηλικία», συγκεντρώνουν ένα συνολικό ποσοστό νοητικής σύνδεσης με το γάλα, που φθάνει το 19%, ποσοστό πολύ σημαντικό, που όμως περιορίζει το χαρακτήρα της ευκαιρίας πώλησης του γάλακτος στο σήμερα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και προς συγκεκριμένα κοινά.

Ένα υποθετικά «ιδανικό» προϊόν γάλακτος για ενήλικες
Άλλωστε, ενώ το 58% των ερωτηθέντων απαντά ότι τώρα πίνει λιγότερο γάλα, συγκριτικά με όσο έπινε όταν ήταν μικροί (μόλις 11% δηλώνει ότι πίνει περισσότερο), το 53% τους δηλώνει ότι προσθέτει γάλα στον καφέ του, το 58% δηλώνει ότι πίνει γάλα με κακάο και ως δεύτερο παράγοντα αλλαγής προκειμένου να καταναλώνει στο μέλλον περισσότερο γάλα, μετά την τιμή, απαντά ότι αναζητεί «περισσότερη πρωτεΐνη». Ως έτεροι παράγοντες αλλαγής καταναλωτικών προτιμήσεων ακολουθούν το μέγεθος συσκευασίας και ο τύπος μπουκαλιού. Ο κ. Λαλάτσης πιθανολόγησε ότι ένα προϊόν γάλακτος, σε καινοτόμα συσκευασία 200 περίπου γραμμαρίων, με περισσότερη πρωτεΐνη και τη λεκτική πρόσκληση γάλα για άτομα 40+ ετών είναι κάτι που σε παρόντα χρόνο απουσιάζει και ίσως να ήταν ιδανικό για την ελληνική αγορά γάλακτος, βάσει των απαντήσεων στην αποκλειστική έρευνα.

Τα «κρυμμένα μηνύματα» πίσω από το γάλα
Το ποσοστό 39% των ερωτηθέντων, εξάλλου, οι οποίοι αδυνατούσαν να ανακαλέσουν έστω μία διαφήμιση για γάλα, καταδεικνύει ότι υπάρχει σημαντικό ζήτημα με τη σύγχρονη εκδοχή της καταναλωτικής εικόνας του γάλακτος μέσα στο ελληνικό καταναλωτικό κοινό. Το 62% των ερωτηθέντων αναγνωρίζει το μήνυμα του πόσο καλό κάνει το γάλα στην υγεία, ανεξαρτήτως αν στ’ αλήθεια θυμάται ή του έχουν εντυπωθεί (ή όχι) διαφημίσεις προϊόντων γάλακτος σε οποιοδήποτε Μέσο. Επίσης, άλλο ένα 36% των ερωτηθέντων αναγνωρίζει το μήνυμα του πόσο καλά μεγαλώνουν τα ζώα που το παράγουν. Και οι δύο παραπάνω απαντήσεις δείχνουν ότι αφενός το γάλα έχει συνδεθεί άρρηκτα με την υγεία στο μυαλό του Έλληνα καταναλωτή, αφετέρου ότι ο ίδιος ο καταναλωτής, προκειμένου να προχωρήσει σε αγορά, ενσυνείδητα ή ασύνειδα επιχειρεί να προσδώσει προστιθέμενη αξία στο προϊόν γάλακτος που πρόκειται να αγοράσει.

Οι…. ανεκμετάλλευτοι φίλοι του γάλακτος
Η κυρίαρχη υποκατηγορία καταναλωτών που καταναλώνουν σκέτο γάλα σε ποτήρι στις μέρες μας, εξαιρουμένων των βρεφών και μικρών παιδιών, είναι γυναίκες, άνω των 45 ετών, παντρεμένες, που ζουν με τον σύζυγό τους. Κατά κανόνα, το κάνουν ως «φάρμακο» για να εξασφαλίσουν «υγεία», επειδή ακριβώς σε εκείνη την ηλικία εκτιμούν ότι χρειάζονται ασβέστιο, υπό το φόβο πιθανής οστεοπόρωσης ή οστεοπενίας.«Το γάλα, σε όρους μάρκετινγκ, δεν έχει “δουλέψει” καθόλου ένα από τα πλεονεκτήματά του, ότι δηλαδή μπορεί να αποτελέσει και συμπληρωματικό προϊόν διατροφής. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλαπλές χρήσεις γάλακτος. Οι συνταγές είναι φίλοι μας, το ίδιο και τα δημητριακά και ο καφές, τόνισε ο κ. Λαλάτσης, κατά τη παρουσίασή του στο Dairy Conference της Παρασκευής 26 Ιανουαρίου 2024.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Ο πληθωρισμός «πληγώνει» τα βιολογικά γαλακτοκομικά, αλλά όχι τα φυτικά ροφήματα

Μία «υπερκατηγορία» με πωλήσεις που το 2023 έφτασαν σε αξία τα 2,22 δισ. ευρώ στο οργανωμένο λιανεμπόριο αποτελούν τα γαλακτοκομικά, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε αποκλειστικά στο 3ο Dairy Conference, powered by MIK3, που διοργάνωσε η BOUSSIAS Events, η Έφη Γιαννακοπούλου, Sales & Engagement Associate της NielsenIQ. Μάλιστα, τα στοιχεία της NielsenIQ δείχνουν πως η υπερκατηγορία αυτή αναπτύσσεται ταχύτατα: το 2021 οι πωλήσεις ήταν στα 1,84 δισ. ευρώ και το 2022 στα 2,04 δισ., με την ανάπτυξη μεταξύ 2022 και 2023 να πλησιάζει το +9%. Βέβαια, σε μεγάλο βαθμό αυτή η ανάπτυξη ήταν πληθωριστική, καθώς σε όλες τις κατηγορίες γαλακτοκομικών (πλην του βουτύρου) η αύξηση των τιμών σε ετήσια βάση κυμάνθηκε από 8 έως και 13%. Ωστόσο, αυτό δεν οδήγησε σε πτώση της κατανάλωσης σε όλες τις κατηγορίες. Μάλιστα, αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του γιαουρτιού (συμπεριλαμβανομένων και των επιδορπίων γιαουρτιού), όπου παρά την αύξηση της μέσης τιμής μονάδας κατά 8,7%, ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε το 2023 κατά 4.7%. Αντίθετα, στο λευκό γάλα η αύξηση της μέσης τιμής μονάδας κατά 7,9% επηρέασε και την κατανάλωση, με τον όγκο πωλήσεων να μειώνεται κατά 2,1%. Όσον αφορά στα τυριά, η κατανάλωση αυξήθηκε οριακά (+0,4%), παρά την αύξηση της μέσης τιμής κατά 8% σε σχέση με το 2022.

Μειώνεται το ενδιαφέρον για βιολογικά προϊόντα
Τα στοιχεία της NielsenIQ αποτυπώνουν και το πώς αλλάζουν οι καταναλωτικές τάσεις εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων. Όπως προκύπτει, ο Έλληνας αγοραστής εμφανίζει μειωμένο ενδιαφέρον για το αν τα προϊόντα που αγοράζει είναι εγχώριας παραγωγής ή αν είναι βιολογικής προέλευσης. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν παύουν να είναι σημαντικά για τους καταναλωτές, όμως το ενδιαφέρον γι’ αυτά είναι μειωμένο σε σχέση με το 2022 – αντίστοιχη φθίνουσα πορεία ακολουθεί άλλωστε το ενδιαφέρον για τα βιολογικά προϊόντα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πωλήσεις βιολογικού γάλακτος κατρακύλησαν κατά 10,9% σε αξία το 2023, υποχωρώντας στα 20,4 εκατ. ευρώ, με το μερίδιό τους επί του συνόλου των πωλήσεων λευκού γάλακτος να μην ξεπερνά το 4,4%.Αυτό όμως δεν ισχύει και για τα φυτικά ροφήματα και άλλα plant-based προϊ-όντα που χρησιμοποιούνται ως υποκα-τάστατα του γάλακτος, παρότι επίσης οι τιμές τους τείνουν να είναι υψηλότερες σε σχέση με τα γαλακτοκομικά. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί η τάση των plant-based προϊόντων δεν έχει ακόμα φτάσει στο επίπεδο των κορεσμένων κατηγορι-ών και συνεχίζει να αναπτύσσεται, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και το γεγονός ότι καλύπτει μια εντελώς διαφορετική διατροφική ανάγκη των καταναλωτών.Αντίθετα, έντονα αυξητική τάση κατα-γράφεται στα προϊόντα με υψηλή περι-εκτικότητα πρωτεΐνης και σε κατηγορίες που συνδέονται στενά με την έννοια της ευεξίας και της προστασίας του πεπτι-κού συστήματος. Συγκεκριμένα, το 2023 καταγράφηκε ετήσια αύξηση ύψους 35,8% στις πωλήσεις κεφίρ, 36,3% στις πωλήσεις γάλακτος με υψηλή περιεκτικότητα πρωτεΐνης, 12,9% στις πωλήσεις γιαουρτιού χωρίς λακτόζη και 77,9% στις πωλήσεις γιαουρτιού με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.

Ισχυρό αποτύπωμα για φέτα και γιαούρτι στο εξωτερικό
H κ. Γιαννακοπούλου παρουσίασε ακόμα στοιχεία για τις πωλήσεις φέτας και ελληνικού γιαουρτιού στο εξωτερικό, τα οποία δείχνουν πως ειδικά οι αγορές του εξωτερικού μας «προσκαλούν» και μας προκαλούν να τις εξερευνήσουμε, και με μία σωστή στρατηγική να διεκδι-κήσουμε οτιδήποτε αναλογεί στη χώρα μας ως μερίδιο. Ενδεικτικά, το 2023 το μέγεθος της αγοράς του ελληνικού και greek-style γιαουρτιού στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν αυξημένο κατά 19,2% σε σχέση με το 2022, φτάνοντας σε αξία τα 518 εκατομμύρια ευρώ. Αυξήσεις κοντά στο 20% είχαμε επίσης και σε Γαλλία και Γερμανία, ενώ στην Ιταλία η αύξηση έφτασε το +22,6%. Όσον αφορά στη φέτα, οι πωλήσεις στη Γερμανία έφτασαν τα 750 εκατομμύρια ευρώ, καταγράφο-ντας αύξηση 14,7% σε ετήσια βάση, ενώ αυξήσεις γύρω στο 18% καταγράφηκαν σε Ιταλία και Ολλανδία.

Dairy: a supercategory which exceeds 2,2 billion in S/M

Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter