ΙΕΛΚΑ: Παραμένει χαμηλότερη η μέση τιμή του ελληνικού καλαθιού αγορών οργανωμένου λιανεμπορίου

Χαμηλότερες παραμένουν οι τιμές του τυπικού καλαθιού κάθε καταναλωτή στα ελληνικά σούπερ μάρκετ σε σχέση με εκείνα σε Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα επαναλαμβανόμενης σύγκρισης τιμών που δημοσίευσε το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ). Βρίσκονται όμως σε υψηλότερα επίπεδα συγκριτικά με την Πορτογαλία.

Η σύγκριση των μέσων τιμών των καλαθιών προϊόντων δείχνει ότι τρεις χώρες έχουν σημαντικά ακριβότερο μέσο καλάθι από την Ελλάδα: Κατά 21% το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά 17% η Γαλλία, κατά 7% η Ιταλία. Η Ισπανία βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα, η Πορτογαλία είναι φθηνότερη, κατά 3%.

Η διαφορά που κάνει ο υψηλότερος ΦΠΑ
Η εικόνα των αποτελεσμάτων αλλάζει σημαντικά όταν αφαιρέσουμε τον αναλογούντα ΦΠΑ ανά χώρα για να γίνουν αντιληπτές τις πραγματικές τιμές προϊόντων: Η σύγκριση δείχνει ότι και οι έξι χώρες έχουν πιο ακριβό μέσο καλάθι καταναλωτή από την Ελλάδα: Κατά 31% το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά 26% η Γαλλία, κατά 15% η Ιταλία, κατά 8% η Ισπανία. Φθηνότερη παραμένει η Πορτογαλία, κατά 5%.

Στην Ελλάδα, ο ΦΠΑ σε τρόφιμα και ποτά είναι 24% και 13%, σημαντικά υψηλότερος από το Ηνωμένο Βασίλειο (0% ή 5%), τη Γαλλία (10% και 5,5%), την Ισπανία (10% και 4%), την Πορτογαλία (13% και 6%), την Ιταλία (5% και 4%), αλλά και τις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Η βασική διαφορά είναι ότι τρόφιμα, που στην Ελλάδα υπάγονται στον υψηλό συντελεστή ΦΠΑ, στις υπόλοιπες χώρες υπάγονται στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ, ο οποίος είναι και χαμηλότερος του ελληνικού: 6%, 5,5%, 4%, ακόμα και 0%.

Το ΙΕΛΚΑ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το οργανωμένο ελληνικό λιανεμπόριο τροφίμων παρέχει στους Έλληνες καταναλωτές πρόσβαση σε προϊόντα για το τυπικό του καλάθι με κατά μέσο όρο σε χαμηλότερη τιμές που είναι αποτέλεσμα της οργανωμένης προσπάθειας των προμηθευτών και των λιανεμπόρων για συγκράτηση των τιμών τα τελευταία χρόνια». «Η τάση αυτή, με μικρές διακυμάνσεις, είναι διαχρονική την τελευταία δεκαετία. Η διαχρονική σύγκριση τιμών με το εξωτερικό δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα συνεχώς έχει φθηνότερο καλάθι από τις συγκρινόμενες χώρες», συμπληρώνεται.

«Περιορισμένες διαφορές σε αξία» σε σχέση με τον Σεπτέμβριο 2023
Υπάρχουν περιορισμένες διαφορές στη συνολική αξία των καλαθιών προϊόντων, σε σχέση με τη μέτρηση Σεπτεμβρίου 2023: Το καλάθι στην Ισπανία είναι αμετάβλητο, ελαφρώς μειωμένο στην Ελλάδα και στη Γαλλία και αρκετά μειωμένο στην Ιταλία. Στην Πορτογαλία είναι αυξημένο. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως αποτέλεσμα της εξέλιξης ισοτιμίας ευρώ και στερλίνας.

Τα αποτελέσματα της έρευνας βασίζονται σε στοιχεία από πλατφόρμες σύγκρισης τιμών σε κάθε χώρα, αλλά και σε τιμοληψίες από αλυσίδες σουπερμάρκετ. Η σύγκριση τιμών γίνεται με και χωρίς την αξία του ΦΠΑ, ο οποίος διαφέρει σε κάθε χώρα.

Το ΙΕΛΚΑ διαβλέπει πάντως «τάση συγκράτησης των τιμών στην Ελλάδα» από τις επιχειρήσεις του κλάδου, σε συνδυασμό με τα μέτρα της ελληνικής Πολιτείας. Οι ανατιμήσεις σε προϊόντα κρίνονται ως «μεμονωμένες», για παράδειγμα, στο ελαιόλαδο.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Ευρωπαϊκό «καμπανάκι» για τους ελέγχους σε τρόφιμα στην Ελλάδα

«Καμπανάκι» για τους ελέγχους σε μη ζωικά τρόφιμα στην Ελλάδα χτυπά η Γενική Διεύθυνση Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με έκθεση που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα, η οποία εστιάζει στο σύστημα ελέγχου ως προς την ασφάλεια των τροφίμων μη ζωικής προέλευσης.

Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι της υπηρεσίας επισκέφθηκαν τον Μάιο του 2023 μεταξύ άλλων δύο αγροτικές εκμεταλλεύσεις, μία παραγωγής φράουλας και μία παραγωγής φυλλωδών λαχανικών, όπου ενημερώθηκαν ότι, σε αντίθεση με τον κοινοτικό κανονισμό, δεν πραγματοποιούνται σε καμία περιοχή της Ελλάδας επίσημοι έλεγχοι σε επίπεδο γεωργικών εκμεταλλεύσεων αναφορικά με μολύνσεις από μικρόβια, πριν και κατά τη διάρκεια της συγκομιδής.

πίσης, επισκέφθηκαν συνολικά έξι μονάδες αποθήκευσης και μεταποίησης μη ζωικών τροφίμων, συνοδεύοντας τους Έλληνες ελεγκτές, και διαπίστωσαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις από τους ελεγκτές διέφυγαν πιθανά προβλήματα, όπως ενδεχόμενη επιμόλυνση από μέλη του προσωπικού (π.χ. εργαζόμενοι που δεν άλλαζαν γάντια αφού άγγιζαν το πάτωμα ή που φορούσαν κοσμήματα τα οποία έρχονταν σε άμεση επαφή με το προϊόν). Μόνο σε μία περίπτωση οι ελεγκτές ήταν ικανοί να εντοπίσουν τέτοια προβλήματα και να απαιτήσουν τις αντίστοιχες διορθωτικές ενέργειες.

Σύμφωνα με την έκθεση, το γεγονός ότι γενικά οι έλεγχοι δεν είναι αποτελεσματικοί και ακόμα και όταν εντοπίζονται προβλήματα, σπάνια γίνονται επαναληπτικοί έλεγχοι, αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων. Αντίθετα, οι διαπιστώσεις της έκθεσης είναι θετικές για τη διαδικασία δειγματοληψίας προϊόντων από τον ΕΦΕΤ, η οποία καλύπτει πιθανούς μικροβιολογικούς κινδύνους στο στάδιο της μεταποίησης και του λιανεμπορίου, αλλά και για τα εργαστήρια του ΕΦΕΤ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, που διαπιστώθηκε ότι διαθέτουν τις αναγκαίες δυνατότητες ανάλυσης για τον εντοπισμό παθογόνων οργανισμών στα τρόφιμα. Στα θετικά και η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι όλοι οι παραγωγοί πρωτογενών προϊόντων και τροφίμων υπό την εποπτεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να οργανώνουν τους ελέγχους τους με βάση αυτό.

Οι προτάσεις προς τις ελληνικές αρχές
Με βάση τα ευρήματά της, η Γενική Διεύθυνση τονίζει ότι σε σχέση με τον προηγούμενο έλεγχο έχει καταγραφεί πρόοδος, όμως χρειάζονται περαιτέρω δράσεις για να αντιμετωπιστούν τα εναπομείναντα προβλήματα, και προβαίνει σε τρεις προτάσεις προς τις ελληνικές αρχές:

  1. Να διασφαλίσουν ότι οι επίσημοι έλεγχοι προγραμματίζονται και υλοποιούνται σε όλα τα στάδια της παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των σταδίων πριν και κατά τη διάρκεια της συγκομιδής.
  2. Να διασφαλίσουν ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές εντοπίζουν προβλήματα συμμόρφωσης, λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα (συμπεριλαμβανομένων και μέτρων επιβολής, εφόσον είναι αναγκαίο) ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων τροφίμων διορθώνουν το πρόβλημα.
  3. Να υλοποιήσουν διαδικασίες πιστοποίησης της αποτελεσματικότητας και της καταλληλότητας των επίσημων ελέγχων.

Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Στ. Κόγιας: «Τα ροζέ μοσχοφίλερα είναι αυτά που έχουν καθιερωθεί και θα έχουν πολύ καλή ανταπόκριση στην Ελλάδα»

«Μέσα στο 2024, θα συνεχιστεί η τάση των ροζέ κρασιών, κατά τη γνώμη μου. Ειδικά στην Ελλάδα, τα ροζέ μοσχοφίλερα είναι αυτά τα οποία έχουν καθιερωθεί και ουσιαστικά θα έχουν πολύ καλή ανταπόκριση» αναφέρει ο ειδικός του οίνου Στέφανος Κόγιας (Wine Instructor στο WSPC Wine & Spirit Professional Center, Wine Educator στο DipWSET και δημοσιογράφος οίνου) συζητώντας με το FOODReporter. Μια τάση που θα δούμε, επίσης, να αποκτά όλο και περισσότερο έδαφος στην Ελλάδα, είναι τα αφρώδη κρασιά, σύμφωνα με τον κ. Κόγια. «Βλέπω όλο και περισσότερα οινοποιεία πλέον να εστιάζουν πάνω στην παραγωγή των αφρωδών κρασιών. Βέβαια, γενικότερα τα αφρώδη κρασιά θέλουν ψυχρό περιβάλλον, κάτι το οποίο δεν το έχει η Ελλάδα, αλλά πάντα υπάρχουν λύσεις όταν υπάρχουν τάσεις» συμπληρώνει ο ίδιος.

Έλλειψη χρηματοοικονομικών και υλικοτεχνικών υποδομών για την παραγωγή no/low κρασιών στην Ελλάδα
Σχετικά με την παγκόσμια τάση των no/low κρασιών, ήτοι εκείνα που είναι χαμηλά σε περιεκτικότητα αλκοόλ ή δεν περιέχουν καθόλου αλκοόλ, ο κ. Κόγιας αναφέρει στο FOODReporter: «Η παραγωγή κρασιών χωρίς αλκοόλ ή με λίγο αλκοόλ είναι μια διαδικασία αρκετά δύσκολη και κοστοβόρα. Ουσιαστικά, απαιτεί μεγάλους όγκους παραγωγής», προσθέτοντας ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη σε επίπεδο παραγωγής, αλλά μόνο μέσω εισαγόμενων προϊόντων. Ο κ. Κόγιας αναφέρει περαιτέρω ότι οι τεχνικές αφαίρεσης αλκοόλ απαιτούν πάρα πολύ μεγάλη υποδομή, από χρηματοοικονομική και υλικοτεχνική άποψη, κάτι δύσκολο για τα δεδομένα μια μικρής αγοράς, όπως είναι η ελληνική.

Η προσέλκυση της γενιάς Ζ είναι το μεγάλο ζητούμενο για την παγκόσμια βιομηχανία οίνου και αποσταγμάτων
Όσον αφορά στη μειωμένη κατανάλωση κρασιού από το νεανικό πληθυσμό σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Στέφανος Κόγιας επισημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο η βιομηχανία οίνου προσπαθεί να προσεγγίσει τη γενιά Z, αποτελεί μια δύσκολη εξίσωση.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η νεότερη γενιά θέλει να διαφοροποιεί από τις μεγαλύτερες γενιές, κάτι το οποίο συμβαίνει σε κάθε τοπική κοινωνία, παράλληλα και με την άνοδο της τάσης των ποτών με λιγότερο αλκοόλ. «Η προσέλκυση της γενιάς Ζ είναι το μεγάλο ζητούμενο για την παγκόσμια βιομηχανία οίνου και αποσταγμάτων και θα επιτευχθεί μέσα από τη βέλτιστη ενημέρωση και εκπαίδευση» προσθέτει ο ίδιος.

Η εικόνα του ελληνικού οίνου στο εξωτερικό
Σχετικά με τις ποικιλίες που ευδοκιμούν στο εξωτερικό, ο Στέφανος Κόγιας υπογραμμίζει ότι είναι εκείνες που λειτουργούν και ως “ambassadors” του ελληνικού κρασιού, με βάση το ελληνικό σχέδιο για την ανάπτυξη αυτού στις χώρες του εξωτερικού. Συγκεκριμένα, ξεχωρίζουν στα μάτια των καταναλωτών του εξωτερικού το ξινόμαυρο, το αγιωργίτικο, το ασύρτικο, το μοσχοφίλερο και η μαλαγουζιά. «Υπάρχει ακόμη η αίσθηση του κόσμου ότι το ελληνικό κρασί είναι η ρετσίνα την οποία έχουν στο μυαλό τους ως ένα υποδεέστερο στυλ κρασιού. Βέβαια, αυτό σιγά σιγά αλλάζει, καθώς πλέον οι έμποροι αναγνωρίζουν την υψηλή ποιότητα των ελληνικών κρασιών. Στην αίσθηση των απλών καταναλωτών δεν είναι τόσο εύκολο να αλλάξει ακόμη» υπογραμμίζει στο FOODReporter ο κ. Κόγιας, συμπληρώνοντας ότι οι συμμετοχές σε διεθνείς διαγωνισμούς, οι παγκόσμιες διακρίσεις και η παρουσία σε εκθέσεις του εξωτερικού ουσιαστικά θα αλλάξουν τη γνώμη των καταναλωτών για το ελληνικό κρασί και εκτός Ελλάδας.
«Το μεγάλο πλεονέκτημα του ελληνικού κρασιού είναι οι γηγενείς ποικιλίες που διαθέτουμε, οι οποίες είναι ουσιαστικά το “άρμα” το οποίο μπορεί να μας διαφοροποιήσει από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην παραγωγή του κρασιού» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Στέφανος Κόγιας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter