ICAP CRIF: Οι πρωτιές Σκλαβενίτη, ΑΒ Βασιλόπουλου και Mondelēz Ελλάς σε κέρδη EBITDA

Μέσα στις πέντε κορυφαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις με βάση τα κέρδη EBITDA βρέθηκε για το έτος 2022 η Mondelēz Ελλάς Snacks Production Μονοπρόσωπη ΑΕ, βάσει της μελέτης της ICAP CRIF για τους πρωταθλητές κερδών στην Ελλάδα.

Μαζί με τις Ελληνικά Πετρέλαια, Motor Oil, Μυτιληναίος και ΕλβαλΧαλκόρ, η Mondelēz Ελλάς συμπλήρωσε κέρδη EBITDA συνολικού ύψους 3,84 δισ. ευρώ, καλύπτοντας ποσοστό 58,6% ως προς τα συνολικά κέρδη της ελληνικής βιομηχανίας για το 2022. Τα είδη διατροφής, ανάμεσα στο σύνολο επιχειρήσεων της ελληνικής βιομηχανίας, κατατάχθηκαν στην τρίτη θέση τόσο ως προς τον συγκεντρωτικό κύκλο εργασιών της (5,53 δισ. ευρώ), όσο και ως προς τα συνολικά κέρδη EBITDA που εμφάνισε: 718,46 εκατ. ευρώ.

Στο +58,7% η αύξηση του κύκλου εργασιών στο σύνολο των 500 εταιρειών
Οι 500 μεγαλύτερες εταιρείες, σημείωσαν κέρδη 25,1 δισ. ευρώ, έναντι 14,3 δισ. ευρώ το 2021, αυξητικά δηλαδή κατά 10,8 δισ. ευρώ (75,5%). Τα συνολικά προ φόρου κέρδη ανήλθαν σε 19,95 δισ. ευρώ έναντι 8,39 δισ. ευρώ το 2021. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η αύξηση του συνολικού κύκλου εργασιών, κατά 58,7% στο σύνολο των 500 εταιρειών, κατά 93,3% αποκλειστικά στη βιομηχανία.

Τομέας εμπορίου
Αντίστοιχα, ως κορυφαίος εμπορικός κλάδος βάσει κερδών EBITDA για το 2022 αναδείχθηκαν τα σούπερ μάρκετ, με κύκλο εργασιών 10,18 δισ. ευρώ και συνολικά κέρδη EBITDA ύψους 613,4 εκατ. ευρώ. Οι Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης και ΑΒ Βασιλόπουλος κατατάχθηκαν ανάμεσα στις πέντε κορυφαίες εταιρείες του τομέα του εμπορίου για το προπέρσινο έτος, οι οποίες, μαζί με τις Jumbo ΑΕ, Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών Μονοπρόσωπη ΑΕ και ITX Ελλάς Μονοπρόσωπη ΑΕ (θυγατρική της Inditex στην Ελλάδα) εμφάνισαν συγκεντρωτικά κέρδη EBITDA ύψους 691,3 εκατ. ευρώ. Τα παραπάνω κέρδη αποτελούν μερίδιο 30,8% επί των συνολικών κερδών EBITDA των εμπορικών εταιρειών της κατάταξης στη σχετική μελέτη της ICAP CRIF.

Σημειώνεται ότι οι 500 περισσότερο κερδοφόρες εταιρείες της χώρας «κατέγραψαν σηµαντικότατη αύξηση πωλήσεων και εντυπωσιακή διεύρυνση κερδοφορίας, γεγονός που υποδηλώνει καλή διαχείριση του κόστους και των δαπανών τους», σύμφωνα με την ICAP CRIF.

Οι μελλοντικές προοπτικές της ελληνικής οικονοµίας
Οι προοπτικές της ελληνικής οικονοµίας εκτιμήθηκαν ως «θετικές και για το 2023», καθώς, σύµφωνα µε το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισµού για το 2024, το οποίο δηµοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2023, υπολογίστηκε αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3% για το 2023, σε σχέση µε το 2022 κι ακόμη, προβλέπεται περαιτέρω ανάπτυξη, µε ρυθµό 3%, το 2024 έναντι του 2023. Επιπλέον, η ICAP CRIF εκτίμησε ότι «η επαναφορά της χώρας σε επενδυτική βαθµίδα δηµιουργεί ευοίωνες προοπτικές για το µέλλον», επειδή «ενισχύονται οι προσδοκίες για εισροή κεφαλαίων και αύξηση επενδύσεων».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Οι Έλληνες προτιμούν κρασί και μπύρα, αλλά… λοξοκοιτάζουν προς τα κοκτέιλ

Κρασί και μπύρα κρατούν τα σκήπτρα των αγαπημένων ποτών για τους Έλληνες καταναλωτές, όμως τα κοκτέιλ έχουν αρχίσει να τα πλησιάζουν αρκετά. Το συμπέρασμα αυτό περιλαμβάνεται στο white paper της Ierax Analytix για τα αλκοολούχα ποτά στην Ελλάδα, το οποίο δόθηκε χθες στη δημοσιότητα και βασίζεται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο σε δείγμα 1.689 ανδρών και γυναικών.

Συγκεκριμένα, σε ερώτηση για τα ποτά που πίνουν, το 59% των ερωτηθέντων επιλέγουν το κρασί και το 51% την μπύρα, με τα κοκτέιλ να βρίσκονται στην τρίτη θέση με 40% και το ούζο και το τσίπουρο στην τέταρτη θέση με 38%. Μικρότερα ποσοστά αποσπούν το ουίσκι (32%), το τζιν (29%) και η βότκα (26%), ενώ ιδιαίτερα χαμηλό είναι ακόμα το ποσοστό των μη αλκοολούχων ποτών (10%).

Αναλύοντας τα ποιοτικά δεδομένα της έρευνας, προκύπτει ότι σε όλες τις ηλικίες πρώτη επιλογή είναι το κρασί, εκτός από τη νεότερη ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών, για τους οποίους πρώτη έρχεται η μπύρα.

Το κοκτέιλ είναι πιο αγαπητό στις ηλικίες 25-34 ετών. Όσον αφορά στο ούζο, το τσίπουρο και το ουίσκι, τα ποσοστά αυξάνονται όσο αυξάνεται η ηλικία, ενώ αντίθετα στην περίπτωση της τεκίλα μειώνεται η κατανάλωση όσο αυξάνεται η ηλικία.

Το τζιν, από την άλλη, το καταναλώνουν κυρίως ηλικίες έως 34 ετών (διπλάσια ποσοστά από μεγαλύτερες ηλικίες). Επίσης, για το σύνολο των καταναλωτών το πρώτο κριτήριο για την επιλογή ενός ποτού είναι η γεύση του και έπειτα η τιμή και η μάρκα του.

Ως προς το φύλο, οι άνδρες προτιμούν την μπύρα και ακολουθούν το κρασί, το ουίσκι, το ούζο και έπειτα τα κοκτέιλ, ενώ ενδιαφέρονται πιο πολύ για τη μάρκα από τις γυναίκες.

Οι γυναίκες, από την άλλη, προτιμούν το κρασί, μετά το κοκτέιλ και έπειτα την μπύρα, ενώ ενδιαφέρονται πιο πολύ για την παρουσίαση από τους άντρες και μετράει γι’ αυτές περισσότερο η πρόταση από barman/barwoman.

Η περίπτωση του αλκοολούχου καφέ
Αξίζει όμως να κρατήσουμε και την κατηγορία του αλκοολούχου καφέ, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς σχεδόν διπλασιάζεται ως επιλογή στις δυναμικές ηλικίες 25-44 ετών.

Πρόκειται για ένα προϊόν που, αν και οι Έλληνες καταναλωτές είμαστε γενικότερα παραδοσιακοί και συντηρητικοί σε σχέση με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, συνδυάζει ένα αγαπημένο μας ρόφημα με το αλκοόλ (ή τη μυρωδιά του) και μπορεί να εξελιχθεί σε απογευματινό energy boost.

Σύμφωνα με την έρευνα, ήδη το 32% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει δοκιμάσει ή θα ήθελε να δοκιμάσει αλκοολούχο καφέ, ενώ ένα 22% έχει δοκιμάσει ή θα ήθελε να δοκιμάσει αλκοολούχο τσάι.

Προτιμούν τα σούπερ μάρκετ όσοι καταναλώνουν στο σπίτι
Γενικά, οι άνδρες πίνουν συχνότερα από τις γυναίκες: το ποσοστό των ανδρών που καταναλώνουν καθημερινά είναι τριπλάσιο από αυτό των γυναικών.

Το 71% των ανδρών πίνει τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των γυναικών είναι 50%.

Συνολικά, πάνω από τους μισούς Έλληνες καταναλώνουν αλκοόλ από μία έως τέσσερις φορές την εβδομάδα (54%), ένα 27% σπανιότερα και ένα 11% καταναλώνει τυχαία ή χωρίς κάποιο πρόγραμμα, ενώ το ποσοστό αυτών που πίνουν κάθε μέρα αλκοόλ διαμορφώνεται στο 8%.

Έχει όμως ενδιαφέρον να δούμε πού καταναλώνουν τα ποτά τους οι Έλληνες: το 62% προτιμά την κατανάλωση σε μπαρ και το 35% στο σπίτι, ενώ μόνο ένα 3% προτιμά να πίνει αλκοολούχα ποτά σε άλλους εξωτερικούς χώρους, όπως πάρκα ή παραλίες.

Από αυτούς που καταναλώνουν ποτά στο σπίτι ή σε άλλους χώρους εκτός μπαρ, το 71% τα αγοράζει από το σούπερ μάρκετ, το 20% από κάβες και ένα 9% από μίνι μάρκετ ή περίπτερα.

Και τα δύο φύλα πίνουν κυρίως σε μπαρ, όμως οι άνδρες πίνουν λίγο περισσότερο στο σπίτι σε σχέση με τις γυναίκες, ενώ αντίστοιχα οι γυναίκες λίγο περισσότερο στο μπαρ.

Όσον αφορά στον παράγοντα της ηλικίας, οι νεότερες ηλικίες είναι πιο πιθανό να πίνουν έξω σε μπαρ, ενώ οι μεγαλύτερες στο σπίτι.

Σε γενικές γραμμές, όπως επισημαίνει η Ierax Analytix, η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών εντός σπιτιού είναι μια τάση που δυναμώνει, όμως για την Ελλάδα οι δυνατότητες του έξω σε συνδυασμό με το καλοκαίρι δείχνουν ότι δύσκολα θα δούμε αντίστροφη εικόνα.

Οι τρεις βασικές τάσεις
Η έρευνα καταγράφει επίσης τις τρεις βασικές τάσεις στα αλκοολούχα ποτά:

  1. Θερμίδες: Οι καταναλωτές κοιτάζουν να μειώσουν θερμίδες από πολλά προϊόντα και τα αλκοολούχα ποτά δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση. Η λέξη «light» θα ακούγεται όλο και συχνότερα στα αλκοολούχα ποτά.
  2. Γεύση: Ποτά τα οποία ταιριάζουν στις γευστικές προτιμήσεις των καταναλωτών είναι πιθανότερο να τους κρατάνε πιστούς για αρκετά χρόνια, καθώς δύσκολα αλλάζουν brand που τους αρέσει.
  3. Περίσταση: Μπορεί να καταναλώνουν αλκοολούχα ποτά σε μπαρ και εστιατόρια συνήθως, όμως η κατανάλωση εντός σπιτιού είναι συχνότερη στην καθημερινότητα τους (12% στο σπίτι έναντι 4% εκτός σπιτιού).

Οι μισοί δεν εμπιστεύονται τις συστάσεις από barmen/barwomen
Ένα στοιχείο της έρευνας που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι οι μισοί σχεδόν καταναλωτές δεν εμπιστεύονται τις συστάσεις από barman/barwoman (τις εμπιστεύεται το 56%, το 32% τις εμπιστεύεται λίγο και το 12% καθόλου). Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με την Ierax Analytix, δείχνει πως οι άνθρωποι της εστίασης πρέπει να επενδύσουν σε μια σύνδεση του κοινού με το κατάστημα, ίσως μέσω της παραγωγής περιεχομένου ώστε να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν τους barmen και τις barwomen ως πωλητές των προϊόντων.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Βιοβάφ: Στο 65% η επένδυση στις εγκαταστάσεις στην Ερέτρια

Προχωράει η επένδυση της εταιρείας παραγωγής κώνων παγωτού και άλλων ζαχαρωδών προϊόντων Βιοβάφ για την επέκταση των παραγωγικών της εγκαταστάσεων στην Εύβοια. Ειδικότερα, η επένδυση της εταιρείας αφορά στην επέκταση της δυναμικότητας της μονάδας παραγωγής διατηρουμένων ειδών ζαχαροπλαστικής της επιχείρησης στην Ερέτρια, και έχει ενταχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου από τον Μάιο του 2022. Η επένδυση είναι συνολικού επιλέξιμου και ενισχυόμενου κόστους 1.324.603,45 ευρώ, ενώ η συνολική ενίσχυση που θα λάβει η εταιρεία με μορφή της επιχορήγησης ανέρχεται σε 596.071,55 ευρώ.

Το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης (890.700 ευρώ) αφορά στην απόκτηση μηχανολογικού εξοπλισμού, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μηχάνημα παραγωγής γκοφρέτας, τρίφτη ζάχαρης, μύλο ανάμιξης υλικών τύπου μπάλας, αυτόματη γραμμή παραγωγής μπισκότων τύπου sandwich, νέα καλούπια για μηχάνημα παραγωγής κώνων, δεξαμενή σοκολάτας και βιολογικό καθαρισμό. Περιλαμβάνει επίσης την αναβάθμιση της παραγωγής με καλούπια για νέου τύπου προϊόν με σύστημα ψεκασμού με λιπαρά για προϊόντα κατάψυξης.

Με πρόσφατη απόφαση του περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας Φάνη Σπανού πιστοποιήθηκε η υλοποίηση του 65% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου του επενδυτικού σχεδίου της Βιοβάφ, και ταυτόχρονα εγκρίθηκε η καταβολή του υπολοίπου μέχρι το 65% της εγκεκριμένης επιχορήγησης, ήτοι ποσού 238.428,63 ευρώ στην εταιρεία, ποσό που προκύπτει ως η διαφορά μετά από την αφαίρεση του ποσού του 25% της εγκεκριμένης επιχορήγησης (149.017,88 ευρώ) που έχει ήδη καταβληθεί στην εταιρεία από το ποσό που αντιστοιχεί στο 65% της εγκεκριμένης επιχορήγησης (387.446,51 ευρώ).

Ρεκόρ τζίρου με ζημιές το 2022
Η Βιοβάφ λειτουργεί με τη σημερινή της μορφή από το 1979 και παράγει βάφλες, κώνους παγωτού, μπισκότα, γκοφρέτες, πούρα και άλλα είδη συναφή με το παγωτό. Η εταιρεία παρουσίασε ρεκόρ τζίρου το 2022, πλησιάζοντας τα 2 εκατομμύρια ευρώ (1.93 εκατ. για την ακρίβεια), καταγράφοντας σημαντική ανάπτυξη έναντι των 1,53 εκατ. του 2021, αλλά και των 1,37 εκατ. του 2020, μίας χρονιάς που, όπως ήταν αναμενόμενο, η εταιρεία απώλεσε λόγω της πανδημίας σημαντικό μερίδιο του τζίρου της σε σχέση με το 2019, όταν είχε φτάσει τα 1,75 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το 2022 ήταν και η πρώτη ζημιογόνος χρήση της επιχείρησης μετά από χρόνια, καθώς η αύξηση των εξόδων διάθεσης και διοίκησης ώθησε το καθαρό αποτέλεσμα σε αρνητικό έδαφος, με ζημίες ύψους 102.731,62 ευρώ, έναντι κερδών 25.149,98 ευρώ το 2021. Σύμφωνα με τη διοίκηση της εταιρείας, με τις νέες επενδύσεις της, η Βιοβάφ επιχειρεί να καλύψει τις όποιες απώλειες προκύψουν λόγω εποχικότητας ώστε να μην να επηρεαστεί αισθητά η πορεία των εργασιών της.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter