Δέκα έως 15 νέα καταστήματα σχεδιάζει η Market In για το 2024

Από δέκα έως 15 νέα καταστήματα, κατά το μέγιστο, περιλαμβάνει το πλάνο ανάπτυξης της αλυσίδας Market In για το 2024, σύμφωνα με δηλώσεις της διοίκησης της εταιρείας αποκλειστικά στο FOODReporter. Η Market In δεν αποκλείει το ενδεχόμενο στη νέα χρονιά να προχωρήσει σε έως δύο εξαγορές μικρότερων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, «αν κι εφόσον, βέβαια, αποδειχθεί ότι είναι βιώσιμες», όπως ανέφεραν οι πηγές της διοίκησης. Ακόμη, έχουν ήδη προγραμματιστεί για τους πρώτους μήνες του 2024 οι ανακαινίσεις τουλάχιστον πέντε ενεργών καταστημάτων.

«Η εταιρεία επενδύει πάρα πολύ στην ενέργεια για να εξοικονομήσει κόστη για να μπορεί να χαμηλώσει ακόμη περισσότερο τις τιμές της», ανέφερε η διοίκηση της Market In στο FOODReporter. Αναμένονται σχετικές επενδύσεις στο προσεχές διάστημα και άλλωστε, έχουν ήδη υλοποιηθεί σχετικά έργα. Μετά από τις δηλώσεις Νίκου Λαβίδα (ΑΒ Βασιλόπουλος) και Θεόδωρου Γεροστεργιούδη (Διαμαντής Μασούτης), μια ακόμη αλυσίδα σούπερ μάρκετ, η Market In, προβλέπει αποκλιμάκωση αυξήσεων τιμών: Στο επόμενο διάστημα, οι τιμές δεν θα ανέβουν περισσότερο για τον τελικό καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ο πληθωρισμός τροφίμων θα κυμανθεί σε χαμηλά επίπεδα», τονίστηκε. «Αν δούμε κατάματα την ωμή πραγματικότητα, οι αυξήσεις -ή, αντίστοιχα, οι μειώσεις- των τιμών των προϊόντων έχουν πάντα λόγο που γίνονται από τη βιομηχανία, τους παραγωγούς και στη συνέχεια, από τον κάθε λιανέμπορο. Δυστυχώς αυτούς τους σοβαρούς λόγους δεν τους γνωρίζει ο τελικός καταναλωτής με αποτέλεσμα, από τη μεριά του, να διαμαρτύρεται για τις αυξήσεις των τιμών. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι όταν πέφτουν τα κόστη των πρώτων υλών ή άλλα κόστη, κάποιοι βρίσκουν ευκαιρία και δεν κατεβάζουν τις τιμές στο βωμό του επιπλέον κέρδους. Πρόκειται για μια στρατηγική που εμείς πιστεύουμε ότι είναι λάθος, όμως συμβαίνει», ανέλυσε η διοίκηση της Market In.

Η ποσοστιαία αύξηση της συμμετοχής των προϊόντων PL στον ετήσιο τζίρο
Η πορεία της Market In επιβεβαιώνει ότι «αποτελεί εταιρεία που έχει σκοπό σίγουρα να είναι βιώσιμη, χωρίς δανεισμούς, αυτόνομη οικονομικά, με πάγια προτεραιότητα στο προσωπικό της και τους καταναλωτές. «Σε όλα τα χρόνια της ύπαρξής μας ως εταιρεία ποτέ δεν θέσαμε ως πρωταρχικό σκοπό το κέρδος. Αυτή είναι η φιλοσοφία που είχαμε, έχουμε και θα έχουμε», τονίστηκε χαρακτηριστικά. Το πλάνο της Market In αφορά τη σταθερή «επένδυση στις χαμηλές τιμές με την καλύτερη ποιότητα».

Για να αναχαιτίσει την ακρίβεια και να βοηθήσει τους καταναλωτές σχετικά με το κόστος του καλαθιού τους, η αλυσίδα Market In στοχεύει περισσότερο στα δικά της προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας: Μικρές φάρμες του βουνού, economy, Krasaki, Το Μπυρόνι της Παρέας και τέλος, την ετικέτα Glow & Beauty στις κατηγορίες υγιεινής και καλλυντικών. «Θέλουμε κι επιδιώκουμε να δημιουργούμε τα δικά μας προϊόντα, σε ό,τι αφορά το σύνολο της διαδικασίας παραγωγής, ώστε να είμαστε σε θέση να ελέγχουμε όλα τα στάδια μέχρι να φτάσουν στον τελικό καταναλωτή: Από τη διαδικασία της επιλογής προϊόντος και συνεργατών, από την παραγωγή και την ποιότητα προϊόντος, έως την τελική τιμή πώλησης στο ράφι. Με αυτόν τον τρόπο, πετυχαίνουμε καλύτερες τιμές κόστους και κατ’ επέκταση, πολύ πιο χαμηλή τιμή για τους καταναλωτές», ανέφερε η διοίκηση της εταιρείας. Σήμερα η Market In εμπορεύεται 2.970 διαφορετικά δικά της προϊόντα, των παραπάνω ετικετών, με συμμετοχή περίπου 40% στον ετήσιο κύκλο εργασιών. «Φιλοδοξούμε μέσα στην επόμενη πενταετία να έχουμε ανεβάσει το ποσοστό αυτό μεταξύ 60% και 70%», σημειώθηκε.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

«3 στους 4 Έλληνες καταναλωτές θεωρούν ότι από το επίπεδο της ακρίβειας βρισκόμαστε πλέον στην αισχροκέρδεια»

Την οπτική γωνία του Έλληνα καταναλωτή απέναντι στην ακρίβεια των προϊόντων και το κόστος ζωής παρουσίασε στο δεύτερο μέρος του 14ου Συνεδρίου του ΙΕΛΚΑ, o Δημήτρης Μαύρος, Διευθύνων Σύμβουλος της ΜRB Hellas AE. Ο ίδιος ξεκίνησε την παρουσίαση του αναφέροντας τη λέξη της χρονιάς του Oxford λεξικού για το 2022 “Permacrisis”, η οποία προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων “permanent” (μόνιμη) και “crisis” (κρίση).

Αναφορικά, η συγκεκριμένη σύνθετη λέξη προσδιορίζεται ως παρατεταμένη περίοδος αστάθειας και ανασφάλειας και ενσωματώνει όλες τις κρίσεις: υγειονομικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και γεωπολιτικές, καθώς και το αίσθημα μιας ακόμα συμφοράς που αναμένεται. «Ο Έλληνας ειδικότερα, αισθάνεται και βαφτίζει οτιδήποτε τους συμβαίνει, ακόμη και κάτι συγκυριακό, ως κρίση και το κάνει μόνιμη κρίση» σχολίασε ο κ. Μαύρος.

“Survliving”: Ζω ή απλά επιβιώνω;
Αυτό που συμβαίνει σήμερα στον Έλληνα καταναλωτή παλινδρομεί ανάμεσα στις λέξεις surviving (επιβίωση) και living (ζωή). «Άρα στην πραγματικότητα αυτό που του συμβαίνει είναι το “survliving”. Και μάλιστα αυτό που ορίζει ως «ζωή» είναι μια απλή ζωή, η οποία δεν έχει στρες, χωρίς πολλά, απλά θέλει να είναι χαρούμενος» σημείωσε ο κ. Μαύρος.

Ο ίδιος ανέφερε ότι κεντρικός πυρήνας αυτής της κανονικότητας που αναζητά ο καταναλωτής είναι η ασφάλεια και ο έλεγχος της ζωής του, σχολιάζοντας ότι η ελληνική κοινωνία πατάει πάνω σε αυτή την ανάγκη η οποία πρέπει με κάποιον τρόπο να καλύπτεται, και κυρίως από τα σούπερ μάρκετ.

Η απογοήτευση το κορυφαίο συναίσθημα του Έλληνα καταναλωτή
Όσο αφορά στα συναισθήματα και το ψυχολογικό κλίμα που βιώνει ο Έλληνας καταναλωτής το 2023, η οργή έπαψε να βρίσκεται στην κορυφή και πλέον τη θέση της έχει πάρει η απογοήτευση με ποσοστό 56,2%. «Το τελευταίο συναίσθημα στη χώρα μας είναι η υπερηφάνεια» υπογράμμισε ο Δημήτρης Μαύρος, προσθέτοντας ότι πρόκειται για τα χειρότερα συστατικά τα οποία οδηγούν σε παραίτηση, από το ενδιαφέρον για καλή ζωή μέχρι και το σύγχρονο φαινόμενο του “quiet quitting”.

Σύμφωνα με την έρευνα του κ. Μαύρου, το 60% των Ελλήνων προσπαθεί να περιορίσει τα έξοδά του κάνοντας περικοπές, αλλά η αύξηση των τιμών είναι τόσο μεγάλη που τελικά ξοδεύει περισσότερα σε σχέση με έναν χρόνο πριν.

Επιπλέον, σημειώνεται ότι ένα ποσοστό της τάξεως του 42% έχει επηρεαστεί πολύ από την αύξηση των τιμών και δυσκολεύεται να ανταποκριθεί, ενώ 1 στους 4 Έλληνες καταναλωτές θεωρεί ότι υπάρχει ακρίβεια αλλά δεν έχει φτάσει στο σημείο της αισχροκέρδειας. «Όμως, υπάρχουν 3 στους 4 Έλληνες οι οποίοι λένε ότι έχουμε ξεπεράσει το επίπεδο της ακρίβειας και έχουμε πλέον σοβαρά φαινόμενα αισχροκέρδειας και κερδοσκοπίας» ανέφερε χαρακτηριστικά από το βήμα του συνεδρίου ο Δημήτρης Μαύρος.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

ΙΕΛΚΑ: Οι καταναλωτές φοβούνται την κερδοσκοπία και ζητούν μείωση ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα

Τα χαμηλά εισοδήματα των καταναλωτών αναδεικνύει ως το βασικό πρόβλημα των Ελλήνων στην αγοραστική τους συμπεριφορά η πανελλήνια έρευνα που διεξήγαγε το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) και παρουσίασε στο ΙΕΛΚΑ Conference 2023, ο γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου, Λευτέρης Κιοσές.
Πιο συγκεκριμένα, το 68% των ερωτηθέντων καταναλωτών προκρίνουν τα χαμηλά εισοδήματα ως σημαντικότερη αιτία του τρέχοντος αγοραστικού κλίματος και της συνεπακόλουθης αγοραστικής τους δύναμης στην ελληνική αγορά λιανικής.

Το υπόλοιπο 32% των ερωτηθέντων καταναλωτών εκτιμά ότι το βασικό ζήτημα αφορά τις υψηλές τιμές των προϊόντων, όμως είναι μειοψηφικό στη συνολική καταναλωτική αντίληψη στην Ελλάδα.

Κυριαρχεί η αίσθηση κερδοσκοπίας στο μυαλό των καταναλωτών
Μέσα στο δωδεκάμηνο μεταξύ Νοεμβρίου 2022 και Οκτωβρίου 2023, καταναλωτικό κοινό και αγορά λιανικής αντιμετώπισαν αρκετές προκλήσεις. Ανάμεσα στα προβλήματα που εκτιμούν οι καταναλωτές ως αιτία ακρίβειας, οι ερωτηθέντες επέλεξαν συντριπτικά την κερδοσκοπία, κατά 92%.

Μέσα σε δώδεκα μήνες, η αίσθηση της κερδοσκοπίας στην αγορά ενισχύθηκε κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες: Βρισκόταν στο 78% το Νοέμβριο του 2022 και ήταν και πάλι πρώτη αιτία στο μυαλό των καταναλωτών.

Το κόστος ενέργειας εξακολουθεί να είναι η δεύτερη αιτία ακρίβειας στο μυαλό των καταναλωτών, με πτώση από το 73% στο 48%, η οποία προφανώς οφείλεται στη σχετική αποκλιμάκωση των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος.

Στη τρίτη θέση (37%) βρίσκεται η υψηλή φορολογία ΦΠΑ, με το σχετικό ζήτημα να δείχνει περισσότερο ώριμο πια ως αίτημα απέναντι στην κυβέρνηση, όσο κι αν εκείνη αρνείται τη μείωση ΦΠΑ.

Το ποσοστό έχει πέσει από το 42% στο 37%, έχει όμως προσπεράσει τις «διεθνείς τιμές πετρελαίου» (υποχώρησαν στο 21%, από 45%).

Οι Έλληνες καταναλωτές θεωρούν ως βέλτιστο μέτρο στην αντιμετώπιση της ακρίβειας τη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, σε ποσοστό 81%. Μόλις 10% έλαβε το τρέχον κυβερνητικό μέτρο της Μόνιμης Μείωσης Τιμής, 8% το χρηματικό βοήθημα Market Pass, στο 3% «εξαερώθηκε» η συνεισφορά του Καλαθιού του Νοικοκυριού.
Το 61% των ερωτηθέντων έχει αγοράσει τουλάχιστον μία φορά προϊόντα από το Καλάθι του Νοικοκυριού, ωστόσο, αυτό αποτελεί μάλλον μικρό ποσοστό σε σχέση με τη μακρά χρονική ισχύ του μέτρου.

Ως τέταρτη πιθανή αιτία στα τέλη Οκτωβρίου 2023 θεωρούνταν τα κόστη της λιανικής διάθεσης (27%) και ακολουθούσαν τα κόστη της βιομηχανικής παραγωγής (22%): Για το οργανωμένο λιανεμπόριο της χώρας επικρατεί θετική εικόνα: Οι Έλληνες καταναλωτές αξιολόγησαν κατά 85% ως θετική τη συνεισφορά των σούπερ μάρκετ στην παροχή προϊόντων σε πληγέντες στη Θεσσαλία, κατά 79% την παροχή εκπτώσεων σε καταναλωτές της περιοχής, κατά 78% τη διατήρηση απασχόλησης εργαζομένων στα πληγέντα καταστήματα και κατά 74% τη στήριξη των τοπικών παραγωγών.

Καταναλωτικά συναισθήματα
Το κυρίαρχο συναίσθημα που προκαλεί στους Έλληνες καταναλωτές η οικονομική, ενεργειακή και πληθωριστική είναι το άγχος και η ανασφάλεια, σε ποσοστό 36%.

Ακολουθούν ο θυμός για την ακρίβεια, σε ποσοστό 29% και η γενικευμένη ανησυχία (20%). Αντίστοιχα, αναφορικά με τα καταστροφικά κλιματικά φαινόμενα που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η ανησυχία κατά 31% και έπειτα, ο φόβος, κατά 27%. Το άγχος και η ανασφάλεια λαμβάνουν ποσοστό 25%.

Εν πολλοίς, η γενικευμένη πολύ-κρίση (multi-crisis) προκαλεί μετατραυματική διαταραχή (PTSD), η οποία φαίνεται να έχει καταλάβει και τους πολίτες ως προς τις καταναλωτικές συνήθειές τους, όπως εκτίμησε ο κ. Κιοσές.

Ένα από τα συμπτώματα της συγκεκριμένης διαταραχής είναι και η απώλεια σχέσης αιτίου και αιτιατού, κομβική για τη μεταστροφή της καταναλωτικής συμπεριφοράς.

Η σημαντικότερη ανησυχία του καταναλωτικού κοινού για το πρώτο δεκάμηνο του 2023 είναι η αύξηση των τιμών των προϊόντων τροφίμων (58%), ακολουθεί το κόστος ενέργειας και θέρμανσης (30%), το κόστος καυσίμων και μεταφορών (10%) και η αύξηση τιμών των non-food προϊόντων (4%). Πρόκειται για αλλαγή σκηνικού σε σχέση με το 2022.

Το κόστος ενέργειας και θέρμανσης ανησυχούσε το καταναλωτικό κοινό κατά 43% τον περσινό Νοέμβριο, κατέχοντας την πρωταρχική θέση. Το κόστος των τροφίμων βρισκόταν στη δεύτερη θέση των ανησυχιών, με 36%. Μέσα σε ένα δωδεκάμηνο έχει ισχυροποιηθεί κατά 22 ποσοστιαίες μονάδες.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Στον πλήρη έλεγχο του CVC η Δωδώνη

Στον απόλυτο έλεγχο του fund CVC Capital Partners περνά η γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη. Μετά από την πώληση ποσοστού 78% στο CVC το 2021 και την επακόλουθη ολοκλήρωση της τελευταίας φάσης του επενδυτικού προγράμματος της Δωδώνη, που είχε ξεκινήσει πριν από τρία χρόνια για την περαιτέρω βελτίωση της αποτελεσματικότητας και των δυνατοτήτων της, την Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου η SI Foods συμφώνησε να πωλήσει τις υπόλοιπες μετοχές που διέθετε στη συμμετοχική εταιρεία SI Foods Holding, στην οποία ανήκει η Δωδώνη, στη Vivartia Holdings, η οποία αποτελεί επένδυση του CVC Capital Partners.

Η συμφωνία αυτή σηματοδοτεί το τελικό βήμα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης της Δωδώνη, η οποία διήρκεσε λίγο περισσότερο από δέκα χρόνια.

Υπενθυμίζεται ότι η SI Foods εξαγόρασε τη Δωδώνη το 2012 από την Αγροτική Τράπεζα, όταν η τελευταία είχε τεθεί σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης.

Η συναλλαγή αυτή ήταν η πρώτη ιδιωτικοποίηση από το ελληνικό κράτος κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Εκείνη την εποχή, η Δωδώνη, ο μεγαλύτερος παραγωγός φέτας στην Ελλάδα, ήταν κοντά στη χρεοκοπία, με σημαντικά αδιάθετα αποθέματα, υψηλά χρέη σε τράπεζες και αγρότες και έχοντας υποστεί τις συνέπειες μακροχρόνιας αποεπένδυσης.

Οι νέοι ιδιοκτήτες ξεκίνησαν ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο αναδιάρθρωσης για την εξυγίανση της εταιρείας, στο πλαίσιο του οποίου εξοφλήθηκαν πλήρως όλα τα χρέη της εταιρείας προς τις τράπεζες και πάνω από 5.000 παραγωγούς γάλακτος. Παράλληλα, τα τελευταία δέκα χρόνια η Δωδώνη κατάφερε να διπλασιάσει σχεδόν τις συνολικές πωλήσεις της και να τριπλασιάσει τις εξαγωγές της.

Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της γαλακτοβιομηχανίας για το 2022, η περσινή χρονιά έκλεισε με τζίρο οριακά κάτω από τα 150 εκατομμύρια ευρώ σε επίπεδο ομίλου όμως την ίδια στιγμή τα μεικτά κέρδη μειώθηκαν στα 18,01 εκατ. ευρώ, από 23,16 εκατ. το 2021, με το μεικτό περιθώριο κέρδους να περιορίζεται στο 12%, από το 16,4% που ήταν το 2021. Η πτώση αυτή, αποδίδεται στις ιστορικά υψηλές τιμές όλων των τύπων γάλακτος, της ενέργειας, των μεταφορών και των υλικών συσκευασίας, ενώ αντίθετα η μείωση μετριάστηκε εν μέρει από τη λειτουργική εξοικονόμηση και από τις αυξήσεις των τιμών πώλησης.

Αποχωρήσεις από το διοικητικό συμβούλιο της Δωδώνη
Αξίζει να σημειωθεί ότι της επίσημης ανακοίνωσης για τη συμφωνία πώλησης των υπόλοιπων μετοχών της SI Foods στη Vivartia είχαν προηγηθεί αλλαγές στο διοικητικό συμβούλιο της Δωδώνη.

Ειδικότερα, στις 30 Οκτωβρίου παραιτήθηκαν από μέλη του ΔΣ της γαλακτοβιομηχανίας ο Αλεξάντερ Ορλόφ και ο Ντμίτρι Ραζορένοφ, αμφότεροι εκπρόσωποι της SI Foods, χωρίς να αντικατασταθούν, με το διοικητικό συμβούλιο να μετατρέπεται από επταμελές σε πενταμελές: ο Μιχάλης Παναγιωτάκης παραμένει διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, ο Μάικλ Ο’ Νιλ πρόεδρος και ο Γιάννης Βιτάλης αντιπρόεδρος, ενώ ως μέλη συμμετέχουν στο ΔΣ οι Τομ Σέεπερς και Εβγκένι Μπορόντκιν.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter