Γουντσίδης: Καθαρές ζημιές το 2022, εξαιτίας μειωμένου περιθωρίου κέρδους

Ξεπέρασε το ψυχολογικό όριο των 50 εκατ. ευρώ τζίρου η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Γουντσίδης το 2022, με αύξηση μεγεθών κατά 5,2%, στα 51,9 εκατ. ευρώ, έναντι 49,37 εκατ. ευρώ το 2021.

Το 2021 η αλυσίδα είχε σημειώσει κάμψη πωλήσεων σε αξία, μετακινούμενη στα 49,37 εκατ. ευρώ κύκλου εργασιών από τα 49,63 εκατ. ευρώ.

Στήριξη στο προσωπικό
Τα έξοδα διοίκηση αυξήθηκαν κατά 22,2%, από τα 1,51 εκατ. ευρώ στα 1,85 εκατ. ευρώ, ενώ το 2021 είχαν μειωθεί. Οι προβλέψεις για παροχές σε εργαζόμενους αυξήθηκαν από €446.500 από €416.200. Η εταιρεία, με 23 καταστήματα στο δίκτυό της (σε Δράμα, Καβάλα, Σέρρες) «αξιολογεί ετησίως τους εργαζόμενούς της και καλύπτει τις ανάγκες σε έμψυχο δυναμικό κατά προτεραιότητα με προαγωγές, βάσει του πορίσματος αξιολόγησης ως επιβράβευση». Το προσωπικό αυξήθηκε κατά εννέα άτομα το 2022: Από τα 385 στα 394. Το συνολικό κόστος προσωπικού ανέβηκε κατά 4%, στα 7,9 εκατ. ευρώ, από 7,59 εκατ. ευρώ.

Μειωμένα μεικτά κέρδη εξαιτίας της αύξησης του κόστους πωληθέντων
Η εταιρεία κατέγραψε μεικτά κέρδη ύψους 12,7 εκατ. ευρώ το 2022, μειωμένα κατά 3,2% σε σχέση με τα 13,12 εκατ. ευρώ του 2021, εξαιτίας της αύξησης του κόστους πωληθέντων που επέφεραν οι ανατιμήσεις της πληθωριστικής κρίσης, που ακολούθησε την αντίστοιχη ενεργειακή και την άνοδο στις τιμές των πρώτων υλών. Πράγματι, το κόστος των πωλήσεων του 2022 ξεπέρασε τα 39,2 εκατ. ευρώ, έναντι 36,25 εκατ. ευρώ του 2021.

Στην οικονομική της έκθεση, η εταιρεία εκτιμά ότι «ο αυξημένος πληθωρισμός αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την κατανάλωση και κατά τη χρήση του έτους 2023, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε πρόβλεψη να είναι αβέβαιη». Η Γουντσίδης, πάντως, δεν έχει σημαντικές συγκεντρώσεις πιστωτικού κινδύνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τόκοι δανείων σε εύρος δωδεκαμήνου βρίσκονται στα €54.189.

Η Γουντσίδης αύξησε κατά 24,4% τα έξοδα διάθεσης το 2022, στα 10,83 εκατ. ευρώ. Η οριστική καταβολή μερίσματος 2021 για €369.592,92 έγινε τον περσινό Αύγουστο. Τα αποτελέσματα EBITDA κατέδειξαν ζημίες ύψους €23.006, οι οποίες ανέβηκαν στα €85.277 μετά φόρων, έναντι κερδών μετά φόρων ύψους €993.190 στο οικονομικό έτος 2021. Η εταιρεία εμφάνισε αυξημένες υποχρεώσεις στους λογαριασμούς κεφαλαίου κίνησης. Για τη Γουντσίδης, οι καθαρές ζημιές και οι ζημιές EBITDA οφείλονται στον περιορισμό του μεικτού περιθωρίου κέρδους σε σχέση με το 2021.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Lidl: Τα οφέλη από τη στροφή στα PL και οι επιπτώσεις της κακοκαιρίας

Κανονικά λειτουργούν πλέον και τα δεκαέξι καταστήματα της Lidl στη Θεσσαλία που επηρεάστηκαν από τη σφοδρή κακοκαιρία Daniel, όπως πληροφορήθηκε το FOODReporter στο περιθώριο εκδήλωσης για τη συνεργασία της Lidl Ελλάς και της UNICEF ενάντια στη βία κατά των παιδιών. Συγκεκριμένα, πρόβλημα αντιμετώπισαν λόγω της κακοκαιρίας συνολικά επτά καταστήματα Lidl στη Θεσσαλία, καθώς και η αποθήκη της εταιρείας στα Τρίκαλα, η οποία δεν πλημμύρισε, όμως λόγω των πλημμυρών δεν ήταν εφικτή η πρόσβαση προς και από την αποθήκη. Μεταξύ των καταστημάτων που επλήγησαν περισσότερο ήταν τα τρία καταστήματα στον Βόλο, ενώ μεγάλες δυσκολίες εντοπίστηκαν στο κατάστημα που βρίσκεται στη Γιάννουλη Λάρισας, περιοχή η οποία έμεινε για μέρες βυθισμένη στα λασπόνερα και αποκλεισμένη.

Πάντως, όσον αφορά στην τροφοδοσία των καταστημάτων της Lidl στη Θεσσαλία, αλλά και ευρύτερα στη συνεργασία της Lidl Ελλάς με προμηθευτές από τις πληγείσες περιοχές, δεν έχουν καταγραφεί προβλήματα και ανατιμήσεις, ενώ στελέχη της εταιρείας απέρριψαν κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να υποκατασταθούν ελληνικά προϊόντα από αντίστοιχα που θα προέλθουν από τη μητρική εταιρεία, ξεκαθαρίζοντας ότι είναι δεδομένη η στόχευση της Lidl Ελλάς στα ελληνικά προϊόντα, από τα οποία προέρχεται το 70% περίπου του τζίρου της, με στόχο να ενισχυθεί ακόμα περαιτέρω η σχέση αυτή με τους Έλληνες προμηθευτές.

Εντός πλάνου τα οικονομικά μεγέθη
Το «παρών» στην εκδήλωση έδωσε και ο πρόεδρος διοίκησης της Lidl Ελλάς, Martin Brandenburger, που μιλώντας σε δημοσιογράφους επιβεβαίωσε την τάση που καταγράφεται και στην ελληνική αγορά για αυξημένη προτίμηση στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και γενικότερα σε πιο φθηνά προϊόντα, λόγω του πληθωρισμού που συρρικνώνει την αγοραστική ισχύ των καταναλωτών – κάτι που, όπως σχολίασε χαρακτηριστικά, ευνοεί τη Lidl γιατί «είμαστε οι φθηνότεροι». Όσον αφορά στην πορεία των οικονομικών μεγεθών της εταιρείας, αρκέστηκε να αναφέρει πως αυτή είναι αντίστοιχη με τους στόχους και τον σχεδιασμό της διοίκησης, ενώ περισσότερα αναμένεται να ανακοινωθούν στις αρχές Νοεμβρίου, όταν και θα πραγματοποιηθεί συνέντευξη Τύπου.

Η συνεργασία με τη UNICE
Η συνεργασία της Lidl Ελλάς με την UNICEF είναι προϊόν πρωτοβουλίας της Lidl Ελλάς, η οποία προσέγγισε τον οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών θέλοντας να συνεισφέρει στη μάχη ενάντια στη βία κατά παιδιών. Η συνεργασία συνίσταται σε τρεις πυλώνες: Πρώτον, σύνταξη μελέτης, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Υγείας Παιδιού και με χρηματοδότηση από τη Lidl Ελλάς, για τα διοικητικά δεδομένα σε σχέση με τη βία κατά των παιδιών, αντλώντας στοιχεία από υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας, σχολεία, ΜΚΟ και από το Εθνικό Κέντρο Αλληλεγγύης. Δεύτερον, λανσάρισμα μέσα στον Οκτώβριο της εφαρμογής Playsafe για την έμφυλη βία στο Διαδίκτυο, που απευθύνεται σε εφήβους, με τη Lidl να αναλαμβάνει την επικοινωνιακή της προώθηση. Τρίτον, πρόγραμμα επιμόρφωσης και ενημέρωσης 70 επαγγελματιών στα ΜΜΕ για θέματα που έχουν να κάνουν με παιδιά που έχουν υποστεί βία.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Δείκτης Coffee Brew 2023: Η Nestlé κατέχει την πρωτιά στη βιωσιμότητα του καφέ ανάμεσα σε 11 εταιρείες του κλάδου

Στην κορυφή του Δείκτη Coffee Brew 2023 βρέθηκε η Nestlé όσον αφορά στη βιωσιμότητα του καφέ σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Coffee Barometer. Η συγκεκριμένη έκθεση αναγνωρίζει ότι η Nestlé έχει μια συνεκτική και ολοκληρωμένη στρατηγική βιωσιμότητας καφέ και ότι οι πολιτικές, οι στόχοι και οι δράσεις της ενσωματώνουν τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές διαστάσεις της παραγωγής καφέ.

Αναγνωρίζει, επίσης, τις επενδύσεις της Nestlé για την υποστήριξη του έργου της. Αναλυτικότερα, ο Δείκτης Coffee Brew 2023 παίρνει τους 11 κορυφαίους coffee roasters και αξιολογεί τη συνολική στρατηγική βιωσιμότητας τους σε κρίσιμα ζητήματα. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται σε αυτήν την αξιολόγηση, μαζί με τις σχετικές ερωτήσεις, έχουν σχεδιαστεί για να μετρήσουν την ωρίμανση και εξέλιξη κάθε εταιρείας σχετικά με τη ζωτική βιωσιμότητα εντός της αλυσίδας εφοδιασμού καφέ. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η αξιολόγηση εξετάζει τις πολιτικές και τις δεσμεύσεις.

Συγκεκριμένα, οι κορυφαίοι παίχτες της βιομηχανίας του καφέ σύμφωνα με το βαρόμετρο είναι κατά σειρά επιτυχίας: Nestlé (leading), Starbucks (advanced), JDE Peet’s (moving), Tchibo (moving), Lavazza (moving), Melitta (moving), Massimo Zanetti (in development), UCC (in development), Strauss (in development), J.M. Smucker (laggards, ήτοι ελάχιστη δέσμευση σε πρακτικές βιωσιμότητας ή καμία δέσμευση βιωσιμότητας ειδικά για τον καφέ) και KraftHeinz (laggards).

Επί του παρόντος, οι προαναφερθείσες εταιρείες τοποθετούνται ως ηγέτες στη βιωσιμότητα και αναλαμβάνουν φιλόδοξες δεσμεύσεις, σύμφωνα με την έκθεση. Οι στόχοι αειφορίας τους περιλαμβάνουν 100% βιώσιμη προμήθεια, 100% απομάκρυνση από την αποψίλωση δασών, 100% ουδετερότητα άνθρακα και 100% ανακύκλωση. Οι υποσχέσεις που δίνονται από αυτούς τους ηγέτες παραγωγής καφέ είναι δελεαστικές και οι προσδοκίες από τις ρυθμιστικές αρχές, την κοινωνία των πολιτών, τους καταναλωτές και τους επενδυτές αυξάνονται. Ενώ ορισμένες μεμονωμένες εταιρείες μπορεί να αποδίδουν καλύτερα από άλλες, ο Δείκτης Coffee Brew 2023 αποκαλύπτει ότι οι περισσότερες εταιρείες δεν λαμβάνουν ακόμη τις απαραίτητες ενέργειες για να εκπληρώσουν τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του κλάδου για την αντιμετώπιση κοινωνικών και περιβαλλοντικών κινδύνων.

Σύμφωνα με την έκθεση του Coffee Barometer, το λιανεμπόριο του καφέ κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από έναν μικρό αριθμό ισχυρών παιχτών της αγοράς καφέ, που έχουν ως βάση την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Με παγκόσμια εμβέλεια και μια διαφοροποιημένη γκάμα εμπορικών σημάτων, οι εταρείες αυτές έχουν εδραιωθεί με ισχυρή παρουσία σε όλες τις κατηγορίες της αγοράς του καφέ.

Η έκθεση συμπληρώνει ότι η ενοποίηση της αγοράς του καφέ, με γνώμονα τις μεγάλες πολυεθνικές, είχε ως αποτέλεσμα ένα συγκεντρωμένο βιομηχανικό τοπίο. Σε μια εποχή που τα ράφια του οργανωμένου λιανεμπορίου «ξεχειλίζουν» από μία εκτεταμένη γκάμα επιλογών, η έννοια των πολλαπλών επιλογών του καταναλωτή είναι ουσιαστικά μία ψευδαίσθηση. Η έκθεση σημειώνει αναφορικά με αυτό, ότι μόνο 4 εταιρείες παρέχουν το 68% του καφέ στις ΗΠΑ: οι J.M. Smucker, Starbucks, JDE Peet’s και Kraft Heinz.

Όταν η βιωσιμότητα έρχεται αντιμέτωπη με τη μείωση κόστους του καφέ
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης, ο καφές, ένα ρόφημα το οποίο καταναλώνεται σε όλο τον κόσμο, έχει σημειώσει αξιοσημείωτη επιτυχία όσον αφορά στην κατανάλωση.

Ωστόσο, κάτω από αυτή την επιτυχία «κρύβεται» ένα εξαγωγικό μοντέλο παραγωγής που επικεντρώνεται στο λιανεμπόριο του καφέ σε αρκετά προσιτές τιμές. Λόγω της φύσης του, ο καφές χαρακτηρίζεται από τις εναλλαγές στην ποιότητά του, η οποία τροφοδοτεί μια συνεχή προσπάθεια απόκτησής αυτής σε συνδυασμό με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Η εν λόγω προσέγγιση στην παραγωγή θέτει μια ουσιαστική πρόκληση όσον αφορά στην επίτευξη μιας συνολικής βιωσιμότητας. Η εστίαση στη μείωση του κόστους και στη μεγιστοποίηση του κέρδους έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις βιωσιμότητας που έχουν αναλάβει πολλές εταιρείες.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter