Δεύτερη συνεχόμενη ζημιογόνα χρονιά το 2022 για την Έψα

Η δριμύτατη αύξηση του κόστους πωλήσεων κατά 23,78%, που ξεπέρασε την αύξηση κύκλου εργασιών της εταιρείας, η οποία έφθασε το 16,81%, οδήγησε σε ζημιές την Έψα βιομηχανία αναψυκτικών και χυμών το οικονομικό έτος 2022 για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Ο ετήσιος τζίρος της Έψα το 2022 ξεπέρασε τα 10,7 εκατ. ευρώ, έναντι 9,17 εκατ. ευρώ που είχε φθάσει το 2021. Αντίστοιχα, το κόστος πωλήσεων διαμορφώθηκε σε 6,75 εκατ. ευρώ έναντι 5,46 εκατ. ευρώ το 2021.

Το αποτέλεσμα της εταιρείας ήταν ζημιά μετά φόρων ύψους 1,67 εκατ. ευρώ, ενώ οι ζημιές προ φόρων ήταν 1,33 εκατ. ευρώ και οι ζημιές EBITDA είχαν διαμορφωθεί σε €705.122,51. Ο δείκτης EBITDA ήταν ο μόνος όπου η εταιρεία είχε εμφανίσει κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων στην προηγούμενη χρήση του οικονομικού έτους 2021. Τα αποτελέσματα εις νέον της περιόδου 2022 έχουν φτάσει τις ζημιές ύψους 6,96 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβάνοντας και το υπόλοιπο ζημιών προηγούμενης χρήσης, ύψους 5,33 εκατ. ευρώ. Όπως αναφέρεται στον ισολογισμό του 2022, «το ποσό της τελικής ζημίας θα μεταφερθεί για να καλυφθεί από κέρδη επόμενων χρήσεων».

Η καθαρή θέση της εταιρείας μειώθηκε κατά €1.385.024,64 εντός του οικονομικού έτους 2022 και διαμορφώθηκε στα €1.163.908,46, εξαιτίας των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της χρήσεως. Οι συνολικές της υποχρεώσεις παρουσίασαν αύξηση κατά 1,62 εκατ. ευρώ, ενώ αυξημένα εμφανίζονται και τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας, κατά 5,58%, όπως επίσης και τα έξοδα λειτουργίας διαθέσεων κατά 28,32% και κατά 1,06 εκατ. ευρώ κατ’ απόλυτη τιμή. Πραγματοποιήθηκαν αυξημένες δαπάνες στον τομέα των αμοιβών, των logistics και των δαπανών προβολής και διαφήμισης.

Αποπληρώνεται το 2023 ποσό ύψους 1,63 εκατ. ευρώ τραπεζικού δανεισμού
Ο βραχυπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός μειώθηκε κατά €316.903,72. Αυξήθηκαν, ωστόσο, οι εμπορικές υποχρεώσεις κατά €987.567,83, εξαιτίας της αύξησης προμηθειών και των τιμών αγοράς για πρώτες ύλες και υλικά συσκευασίας, που επέφερε η αύξηση των πωλήσεων. Η Έψα είχε συνολικές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ύψους 6,7 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2022, έναντι 4,9 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2021. Πρόκειται για αύξηση ύψους 1,8 εκατ. ευρώ (36,2%), η οποία όμως κυρίως οφείλεται στις δόσεις λοιπών μακροχρόνιων τραπεζικών χρηματοδοτήσεων συνολικού ύψους 1,63 εκατ. ευρώ που θα πληρωθούν εντός 2023 και άρα, εντάχθηκαν στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Το κυκλοφορούν ενεργητικό της Έψα είναι αυξημένο κατά 14%, από τα 5,18 εκατ. ευρώ στα 5,9 εκατ. ευρώ.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Οι αρνητικές συνέπειες σε γαλακτοκομικά και τυροκομία από τις καταστροφές στη Θεσσαλία

Πολυποίκιλες αρνητικές συνέπειες έχει η καταστροφή που έχει προκληθεί στο ζωικό κεφάλαιο της Θεσσαλίας από τις πλημμύρες της κακοκαιρίας Daniel. Τα νερά δεν έχουν υποχωρήσει ακόμη μία εβδομάδα μετά από τα καιρικά φαινόμενα και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ο απολογισμός της καταστροφής, όμως η παραγωγική δραστηριότητα επιβάλλεται να συνεχιστεί. Οι εγκαταστάσεις του τυροκομείου Νούσιας, που εξήγαγε με πρωτοπορία στη Γερμανία τη φέτα Βασιλίτσα, έχουν καταστραφεί ολοσχερώς και πέρα από αυτές, έχουν καταστραφεί και οι εγκαταστάσεις και τα ζώα 300 παραγωγών αιγοπροβατοτρόφων με τους οποίους συνεργαζόταν για την παραγωγή τυριού.

Αν και η τυροκομική περίοδος αργεί ακόμη, οι καθημερινές ανάγκες σε γάλα και γιαούρτι παραμένουν. Οι λίγες μονάδες σε περιοχές της Θεσσαλίας που βρίσκονται σε κανονική λειτουργία προσπαθούν να δελεάσουν όσους παραγωγούς δεν έχουν χάσει ακόμη τα ζώα τους και ζητούν να τους παρέχουν γάλα για τα κοντόληκτα καθημερινά προϊόντα. Από επιχειρηματικής άποψης, βρισκόμαστε σε περίοδο ανακατάταξης συνεργασιών.

Η παραγωγή των βασικών καθημερινών γαλακτοκομικών προϊόντων συνεχίζεται, μαζί με το πιθανό υγειονομικό ρίσκο, το οποίο προσπαθούν, πάντως, να εκμηδενίσουν οι επιχειρήσεις μέσα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις τους. Μόλις ολοκληρωθεί ο απολογισμός των καταστροφών και διαφανούν και οι κυβερνητικές προθέσεις περί του ανώτερου πήχυ βοήθειας, αναμένεται να ληφθούν και οι αποφάσεις κτηνοτρόφων ή βιομηχάνων οικογενειακών επιχειρήσεων για το αν θα συνεχίσουν το επάγγελμα. Πέρα από τα ζώα που οριστικά χάθηκαν, δυστυχώς θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και εκείνα που κινδυνεύουν σοβαρά να πεθάνουν από ασιτία, λόγω έλλειψης πόσιμου νερού σε περιοχές, όπως η Μαγνησία.

Δεν είναι απίθανο πολλοί από αυτούς τους παραγωγούς να μη συνεχίσουν, κρίνοντας ασύμφορο το οποιοδήποτε νέο οικονομικό «άνοιγμα» απαιτηθεί ή έστω, να επιλέξουν να αλλάξουν περιοχή εγκατάστασης, στην περίπτωση που τελικά πάρουν το ρίσκο.

Η λύση εισαγωγής ζωικού κεφαλαίου από τη Γαλλία
Και οι κτηνοτρόφοι που θα θελήσουν να πάρουν το ρίσκο; Ο ιδιοκτήτης του τυροκομείου Καρακάνας στη Μαγνησία, Παναγιώτης Καρακάνας εξηγούσε ότι χρειάζεται να υπάρξει στοχευμένη στρατηγική για αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου που χάθηκε: «Είναι δύσκολο κάθε παραγωγός να προσπαθήσει μόνος του να βρει ζώα για να αναπληρώσει ζωικό κεφάλαιο. Υπάρχουν πράγματι συνεργάτες που έχουν προσβάσεις στο εξωτερικό, όμως θα πρέπει οι κρατικοί φορείς να οργανώσουν συλλογική προσπάθεια για να έρθουν αιγοπρόβατα από το εξωτερικό και πιθανότατα, από τη Γαλλία, της φυλής Lacaune, τα οποία έχει αποδειχθεί ότι ταιριάζουν στο ελληνικό περιβάλλον και είναι κατάλληλα για γαλακτοπαραγωγή». Αν και ακόμη είναι πολύ νωρίς, η συγκεκριμένη λύση θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να υλοποιηθεί. Είναι σχεδόν ουτοπικό να αναμένεται εισαγωγή αρνάδων γαλακτοπαραγωγής από το εξωτερικό, που θα μπορούσαν απευθείας να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία. «Στην καλύτερη περίπτωση, μιλάμε για αμνοερίφια μικρά σε ηλικία, που θα χρειαστούν τουλάχιστον τρία χρόνια για να μεγαλώσουν και να μετατραπούν σε πρόβατα γαλακτοπαραγωγής», εξηγεί ο ίδιος ο κ. Καρακάνας. Το ερώτημα, πάντως, παραμένει: Μέχρι τότε, πώς θα μπορούσαν να ζήσουν εκείνοι οι κτηνοτρόφοι που έχασαν το μεγαλύτερο μέρος από το ζωικό τους κεφάλαιο; Κι αν εκείνοι δεν καταφέρουν να επιβιώσουν επαγγελματικά, πού θα βρεθεί το επιπλέον γάλα που απαιτείται για την παραγωγή δευτερογενών προϊόντων;

Μια νέα, διαδοχική «κρίση γάλακτος»;
Μέλος διοικητικού συμβουλίου συνεταιρισμού δήλωνε στο FOODReporter ότι «οι συμφωνίες για την τιμή γάλακτος που έγιναν πριν το καλοκαίρι με τις γαλακτοβιομηχανίες βρίσκονται πλέον “στον αέρα”». Η Ελλάδα βγαίνει από μια «κρίση γάλακτος» και μπαίνει σε μια επόμενη, ενδεχομένως και «βαθύτερη», επειδή είναι δομική και έχει να κάνει με τη συνολική παραγωγική ισορροπία, για την οποία ο θεσσαλικός κάμπος, μέχρι τις πλημμύρες, ήταν πολύ σημαντικός πυλώνας. Συμβουλευτικό στέλεχος της αγοράς, άλλωστε, δήλωσε στο FOODReporter ότι «ίσως η Ελλάδα αναγκαστεί να μπει σε φάση μαζικών εισαγωγών γάλακτος από το εξωτερικό και το στοίχημα της χώρας είναι τα κριτήρια με τα οποία θα γίνει αυτό και ποιες χώρες θα αποτελέσουν τους εισαγωγείς».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Frans Muller (Ahold Delhaize): Η αγορά δεν μπορεί να ζήσει για πολύ με πτωτικούς όγκους

Την άποψη ότι η αγορά του οργανωμένου λιανεμπορίου μπορεί να αυτοοργανωθεί για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και προς όφελος όλων τις προκλήσεις των πληθωριστικών πιέσεων, σε αντίθεση με τις κρατικές παρεμβάσεις που δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, εξέφρασε ο Frans Muller, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Ahold Delhaize (στον οποίο ανήκει και η ΑΒ Βασιλόπουλος), μιλώντας σε podcast του πρακτορείου Reuters.

Όπως παρατήρησε, έχουν υπάρξει αρκετές κυβερνητικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη με πλαφόν στις τιμές προϊόντων, όμως υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αυτές δε λειτουργούν, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγούν ακόμα και σε αυξήσεις τιμών. «Δεν είμαι οπαδός τους, είμαι οπαδός της αγοράς, και σας διαβεβαιώ ότι η αγορά του λιανεμπορίου είναι τόσο ανταγωνιστική, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις ΗΠΑ, που η αγορά θα αυτοοργανωθεί. Η αγορά δεν μπορεί να ζήσει για πολύ με αρνητικούς όγκους, ούτε οι προμηθευτές μπορούν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Μειωμένα περιθώρια κέρδους
Αναφορικά με τις αυξήσεις των τιμών στα σούπερ μάρκετ και τις καταγγελίες για κερδοσκοπία με πρόσχημα τον πληθωρισμό (το λεγόμενο greedflation), ο Frans Muller επεσήμανε ότι τα περιθώρια κέρδους της Ahold Delhaize στην Ευρώπη έχουν συρρικνωθεί και στις ΗΠΑ παραμένουν σταθερά. «Ο κόσμος έχει δει τώρα ότι δεν είναι ο λιανέμπορος που κερδοσκοπεί, εμείς έχουμε συμπιέσει τα περιθώρια, είμαστε πολύ ανταγωνιστικός κλάδος και κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μπορέσουμε να παραμείνουμε όσο το δυνατόν πιο προσιτοί, γνωρίζοντας ότι οι πελάτες είναι ήδη αντιμέτωποι με πολλές προκλήσεις λόγω των αυξημένων επιτοκίων, λόγω του πληθωρισμού και των τιμών της ενέργειας. Είμαστε εδώ για να τους στηρίξουμε, να βοηθήσουμε. Και αν δούμε ότι οι τιμές πέφτουν, θα προσαρμόσουμε και εμείς πτωτικά τις τιμές μας», εξήγησε.

Έντονες συζητήσεις με προμηθευτές
Ως προς το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ λιανεμπόρων και προμηθευτών, παραδέχθηκε πως οι συζητήσεις τους τελευταίους μήνες έχουν υπάρξει πιο έντονες απ’ ό,τι συνήθως, λόγω των συνεχών ανατιμήσεων, και αναφέρθηκε στο πλεονέκτημα που δίνει στην Ahold Delhaize η υψηλή της τεχνογνωσία στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, σημειώνοντας: «Έχουμε καλό σύστημα υπολογισμού του πραγματικού κόστους των προϊόντων, για παράδειγμα στην Ολλανδία έχουμε πάνω από 50% μερίδιο στην ιδιωτική ετικέτα, οπότε ξέρουμε ποιες είναι οι τιμές για πρώτες ύλες, ενέργεια, συσκευασία, μεταφορά και εργασία. | Άρα αν μια εταιρεία μας λέει ότι αυτή είναι η τιμή της, έχουμε ένα πολύ καλό σημείο αναφοράς για το αν μπορούμε να την πιστέψουμε και να τη δεχτούμε».

Σε αυτό το πλαίσιο, επεσήμανε πως οι καταναλωτές είναι πολύ έξυπνοι και αυτός είναι και ο λόγος που στρέφονται όλο και περισσότερο στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αναγνωρίζοντας την αξία τους, κάτι που έχει κάνει τον όμιλο να ρίξει περισσότερο βάρος σε αυτά, επεκτείνοντας την γκάμα των private label προϊόντων του.

«Αυτό που γενικά βλέπουμε αυτήν τη στιγμή είναι πληθωριστικές πωλήσεις και αρνητικούς όγκους. Οι καταναλωτές είναι πολύ έξυπνοι και κάνουν πιο οικονομικές επιλογές, πηγαίνουν για άλλου τύπου προϊόντα, που δεν είναι απαραίτητα κατώτερα, π.χ τα δικά μας προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας που είναι εξαιρετικής ποιότητας και αξίας. Βλέπουμε τις ιδιωτικές μας μάρκες να αναπτύσσονται ως ποσοστό των πωλήσεων», σημείωσε, ενώ άφησε και μία αιχμή προς τις εταιρείες με επώνυμα προϊόντα: «Νομίζω ότι υπάρχει περιθώριο για τις επώνυμες μάρκες να σκεφτούν γιατί οι πελάτες αλλάζουν από επώνυμα σε private label».

Ανοιχτό το ενδεχόμενο για εξαγορές
Ο ισχυρός άνδρας της Ahold Delhaize δεν απέκλεισε εξάλλου στο μέλλον εξαγορές από την πλευρά του ομίλου, σε μία περίοδο όπου καταγράφονται συγκεντρωτικές τάσεις παγκοσμίως. Όπως εξήγησε, αρχικά οι εξαγορές είχαν να κάνουν κυρίως με τις οικονομίες κλίμακας για τη μείωση του κόστους, όμως τώρα γίνονται επειδή οι επενδύσεις που είναι αναγκαίες σε ψηφιακό μετασχηματισμό, τεχνολογία, εφοδιαστική αλυσίδα και αειφορία γίνονται όλο και πιο μεγάλες. Για μας θα υπάρξουν ευκαιρίες, αν υπάρξει μια εταιρεία με καλό ισολογισμό, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί», ξεκαθάρισε.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter