Μεγαλώνει το… καλάθι της οικογένειας Αντετοκούνμπο

Στα Ελληνικά Οινοποιεία επενδύει η οικογένεια Αντετοκούνμπο μέσω της εταιρείας Ante Inc., αποκτώντας περίπου το 10% της εταιρείας συμμετοχών με επικεφαλής τον επιχειρηματία Ηλία Γεωργιάδη που το 2022 εξαγόρασε την Μπουτάρη Οινοποιεία και πιο πρόσφατα το φυσικό μεταλλικό νερό Ιόλη.

Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, η απόφαση των Γιάννη, Θανάση, Κώστα και Άλεξ Αντετοκούνμπο να επενδύσουν στα Ελληνικά Οινοποιεία σχετίζεται με το ενδιαφέρον τους για τη γεωργία, το πάθος τους για την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων και την επιθυμία τους να στηρίξουν την ανάπτυξη του ιστορικού τομέα της οινοποίησης, καθώς και της βιομηχανίας εμφιαλωμένου νερού. Η συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών έχει σκοπό να μεταμορφώσει την ελληνική βιομηχανία κρασιού και εμφιαλωμένου νερού και να παρουσιάσει τα υψηλής ποιότητας ελληνικά προϊόντα στους λάτρεις του κρασιού αλλά και σε όλο τον κόσμο, ανοίγοντας δρόμους για οικονομική ανάπτυξη και πολιτιστικές ανταλλαγές.

Η επένδυση στη Ready Nutrition
Το ενδιαφέρον του Γιάννη Αντετοκούνμπο και των αδελφών του για τον κλάδο των τροφίμων και ποτών δεν είναι βέβαια κάτι το καινούργιο, καθώς και στο παρελθόν η οικογένεια έχει προχωρήσει σε επενδύσεις σε αυτόν τον κλάδο.

Η αρχή έγινε το 2020, όταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο επένδυσε στην εταιρεία ειδών αθλητικής διατροφής Ready Nutrition, της οποίας είναι και συνιδιοκτήτης. Πρόκειται για μία εταιρεία που ιδρύθηκε το 2012 από τον Pat Cavanaugh, πρώην μπασκετμπολίστα του πανεπιστημίου του Πίτσμπεργκ, και εκτός από ενεργειακά ποτά παράγει διατροφικές μπάρες, σνακ και πρωτεϊνικές σκόνες.

Μάλιστα, τα ενεργειακά ποτά Ready, ειδικά σχεδιασμένα για να προσφέρουν τη μέγιστη δυνατή ενυδάτωση, έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους στην Ελλάδα, με αποκλειστικό αντιπρόσωπο και διανομέα τη Retail & More, απευθυνόμενα τόσο σε αθλούμενους, όσο και σε ευρύτερα κοινά καταναλωτών που έχουν ένα δραστήριο και υγιεινό τρόπο ζωής και παράλληλα ενδιαφέρονται για την ποιότητα της διατροφής τους: λιγότερη ζάχαρη & καφεΐνη, φυσικές πηγές ενέργειας.

Η εποχή της Ante Inc.
Στις 2 Ιουνίου οι αδελφοί Αντετοκούνμπο ανακοίνωσαν την ίδρυση της εταιρείας Ante Inc., μέσω της οποίας έγινε και η επένδυση στα Ελληνικά Οινοποιεία. H Ante Inc. δημιουργήθηκε για να επιβλέπει τις επιχειρηματικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες της οικογένειας, με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο να αναλαμβάνει χρέη προέδρου και τα άλλα τρία αδέλφια να είναι μέλη στο διοικητικό της συμβούλιο. Λίγες μέρες μετά την ίδρυση της εταιρείας, ανακοινώθηκε η επόμενη επιχειρηματική κίνηση της οικογένειας Αντετοκούνμπο, που ήταν η επένδυση στην καναδική εταιρεία διαδικτυακής πώλησης ζαχαρωδών προϊόντων, η οποία δραστηριοποιείται σε Καναδά και Ηνωμένες Πολιτείες, με προοπτική να επεκτείνει την παρουσία της και σε άλλες αγορές.

H είσοδος στα Ελληνικά Οινοποιεία
Μετά από δύο κάπως αντιφατικές μεταξύ τους επενδύσεις (μία σε ενεργειακά ποτά με ισχυρισμούς υγείας και μία σε… όχι και τόσο υγιεινά ζαχαρώδη προϊόντα), η οικογένεια Αντετοκούνμπο μπαίνει στα Ελληνικά Οινοποιεία, μία κίνηση που σηματοδοτεί την είσοδό της σε δύο νέους κλάδους, αυτούς της οινοποιίας και των εμφιαλωμένων νερών. Ακόμα σημαντικότερα, σηματοδοτεί τη στήριξη των αδελφών Αντετοκούνμπο στη χώρα όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, και στην οποία θέλουν τώρα να έχουν θετικό αντίκτυπο.

«Είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που καλωσορίζουμε την οικογένεια Αντετοκούνμπο στα Ελληνικά Οινοποιεία που παράγουν και εμπορεύονται τα κρασιά Μπουτάρη και το νερό Ιόλη. Ενώνοντας τις δυνάμεις μας ενισχύεται ο στρατηγικός μας στόχος για την διάδοση των ελληνικών προϊόντων όπως το κρασί σε διεθνές επίπεδο καθώς και ο οινοτουρισμός στην χώρα μας», δήλωσε ο Ηλίας Γεωργιάδης, βασικός μέτοχος των Ελληνικών Οινοποιείων, ενώ ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ανέφερε: «Χαίρομαι ιδιαίτερα για την επένδυση στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΑ και την συνεργασία μας με τον Ηλία Γεωργιάδη. Μαζί θα καταφέρουμε να αναπτύξουμε εταιρείες με ιστορία οι οποίες παράγουν φυσικά προϊόντα της ελληνικής γης, όπως το κρασί και το φυσικό μεταλλικό νερό».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Ποτοποιία Πλωμαρίου: Επένδυση 6,2 εκατ. ευρώ στο τσίπουρο ανοίγει την πόρτα των εξαγωγών

Επένδυση ύψους 6,2 εκατ. ευρώ έχει εκκινήσει η Ποτοποιία Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου ΑΕ για νέες εγκαταστάσεις παραγωγής τσίπουρου στον Τύρναβο, όπως δήλωσε η διευθύντρια marketing της εταιρείας, Ελευθερία Καλφοπούλου.

Στην Ποτοποιία Πλωμαρίου ανήκει το brand Δεκαράκι, το οποίο παράγει και εμφιαλώνει για λογαριασμό της η Βασδαβάνος Β. Και Σία ΟΕ Αποστάγματα Βασδαβάνος.

Η ίδια εταιρεία θα συνεχίζει να παράγει και να εμφιαλώνει τους κωδικούς για το Δεκαράκι, αλλά πλέον σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της Ποτοποιίας Πλωμαρίου. Το συγκεκριμένο έργο αφορά στην επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας, αλλά και τη χωρική επέκταση, σε κοντινή αλλά διαφορετική τοποθεσία από τη σημερινή και περιγράφεται σε επενδυτικό σχέδιο προς ένταξη στον Αναπτυξιακό Νόμο.

Ο διττός στόχος του επενδυτικού σχεδίου που περιλαμβάνει την αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας
Η Ποτοποιία Πλωμαρίου έχει διαβλέψει την άνοδο του τσίπουρου στις τάσεις των αποσταγμάτων μεταξύ του κοινού της ελληνικής νεολαίας κυρίως, αλλά και άλλων κοινών. Εξάλλου, ο σκοπός της παραπάνω αναφερόμενης επένδυσης είναι «η κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς, τις οποίες η υπάρχουσα εγκατάσταση δεν καλύπτει» σε παρόντα χρόνο, αλλά και η «έναρξη των εξαγωγών για το Δεκαράκι, το οποίο για την ώρα δεν γράφει επιδόσεις σε εξαγωγές», όπως εξήγησε η κυρία Καλφοπούλου. Η Ποτοποιία Πλωμαρίου φιλοδοξεί να λανσάρει το Δεκαράκι ως «ελληνικό παραδοσιακό τσίπουρο» σε χώρες που έχουν ήδη δείξει αυξημένο ενδιαφέρον για το ελληνικό τσίπουρο, όπως η Γερμανία και η Βουλγαρία, αλλά και χώρες της Μέσης Ανατολής, με το πλεονέκτημα και του μονοποικιλιακού αποστάγματος. Τόσο για το ούζο, όσο και για το τσίπουρο, η Ποτοποιία Πλωμαρίου αναζητά λύσεις για συνδυασμό με άλλα ποτά, με φαγητά, με finger food ή με τουριστικές εκδηλώσεις και γι’ αυτό το λόγο διοργανώνει γευσιγνωσίες με σεφ ή συνεργασίες με bartenders.

Τόσο τους κωδικούς για το Δεκαράκι, όσο και το Ούζο Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου και το Άδολο, το pure ούζο των 42 αλκοολικών βαθμών της εταιρείας, τα διανέμει σε σημεία Ho.Re.Ca. και οργανωμένο λιανεμπόριο η Coca-Cola Τρία Έψιλον.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Οι Lactalis, Dairy Farmers of America και Nestlé οι τρεις κορυφαίες εταιρείες γαλακτοκομικών παγκοσμίως

Η γαλλική Lactalis βρέθηκε στην πρώτη θέση μεταξύ των 20 κορυφαίων εταιρειών γαλακτοκομικών παγκοσμίως, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση Global Dairy Top 20 που δημοσίευσε πρόσφατα η Rabobank.

Κατά 21% αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών όλων των εταιρειών συνδυαστικά
Αναλυτικότερα, τις 20 κορυφαίες εταιρείες γαλακτοκομικών στον κόσμο και τις οικονομικές τους επιδόσεις δημοσίευσε η Rabobank στην ετήσια έκθεση Global Dairy Top 20 για το 2022, σύμφωνα με την οποία ο κύκλος εργασιών όλων των εταιρειών συνδυαστικά αυξήθηκε κατά 21% σε ευρώ σε σύγκριση με το 2021, ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού.

Συγκριτικά με την περσινή έκθεση, μόλις πέντε εταιρείες κατάφεραν να διατηρήσουν μια θέση στη λίστα, συμπεριλαμβανομένης της Lactalis, γεγονός που οφείλεται σε ορισμένες εξαγορές και συγχωνεύσεις που έγιναν, σύμφωνα με τη Rabobank. Επισημαίνεται ότι μέσα στο 2022 υπήρχαν σχεδόν 25 συμφωνίες εξαγορών και συγχωνεύσεων. Σημειώθηκε μια επιβράδυνση στη συγκεκριμένη δραστηριότητα της γαλακτοβιομηχανίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2022, μία κατάσταση η οποία συνεχίστηκε μετέπειτα και στο πρώτο εξάμηνο του 2023.

Αναφορικά, οι συντάκτες της δήλωσαν ότι αναμένεται το 2023 στο σύνολό του να αποβεί μια δύσκολη χρονιά για τον κλάδο της γαλακτοκομικής, ειδικά όσον αφορά στην κερδοφορία για ορισμένες εταιρείες της λίστας, μιας και οι υψηλότερες τιμές των προϊόντων οδηγούν και σε λιγότερες πωλήσεις. Κατωτέρω, οι 20 κορυφαίες εταιρείες γαλακτοκομικών της Global Dairy Top 20:

  1. Lactalis (Γαλλία) – 27,2 δισ. ευρώ
  2. Dairy Farmers of America (ΗΠΑ) – 23,3 δισ. ευρώ
  3. Nestlé (Ελβετία) – 22,1 δισ. ευρώ
  4. Danone (Γαλλία) – 20,1 δισ. ευρώ
  5. Yili (Κίνα) – 17,3 δισ. ευρώ
  6. Arla Foods (Δανία/Σουηδία) – 13,8 δισ. ευρώ
  7. FrieslandCampina (Ολλανδία) – 13,7 δισ. ευρώ
  8. Mengniu (Κίνα) – 13,7 δισ. ευρώ
  9. Fonterra (Νέα Ζηλανδία) – 13,4 δισ. ευρώ
  10. Saputo (Καναδάς) – 13,0 δισ. ευρώ
  11. Unilever (Ολλανδία/Ηνωμένο Βασίλειο) – 7,9 δισ. ευρώ
  12. Gujarat Cooperative Milk Marketing Federation Ltd (Ινδία) – 6,7 δισ. ευρώ
  13. Savencia (Γαλλία) – 6,6 δισ. ευρώ
  14. Müller (Γερμανία) – 6,2 δισ. ευρώ
  15. Agropur (Καναδάς) – 6,2 δισ. CAD
  16. Schreiber Foods (ΗΠΑ) – 6,2 δισ. ευρώ
  17. Sodiaal (Γαλλία) – 5,5 δισ. ευρώ
  18. DMK (Γερμανία) – 5,3 δισ. ευρώ
  19. Froneri (Ηνωμένο Βασίλειο) – 5,1 δισ. ευρώ
  20. Glanbia (Ιρλανδία) – 4,8 δισ. ευρώ.

Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter