Χαλίτζια Τηλλυρίας: Το «άγνωστο» κυπριακό τυρί που πηγαίνει για ΠΓΕ

Ένα ακόμα παραδοσιακό προϊόν της Κύπρου οδεύει προς την ένταξή του στον ευρωπαϊκό κατάλογο των προϊόντων Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ). Ο λόγος για τα Χαλίτζια Τηλλυρίας, ένα λευκό μαλακό τυρί με τρύπες που παράγεται στην περιοχή Τηλλυρίας της Κύπρου και παρότι δεν είναι τόσο γνωστό όσο το χαλλούμι, τα τελευταία χρόνια η δημοτικότητά του στο νησί έχει αυξηθεί αρκετά.

Η αίτηση για την καταχώριση της ονομασίας «Χαλίτζια Τηλλυρίας ΠΓΕ» δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 18 Αυγούστου, εκκινώντας έτσι μία περίοδο τριών μηνών στη διάρκεια της οποίας θα μπορεί κανείς να υποβάλει ένσταση κατά της καταχώρισης, ενώ αν δεν υπάρξουν ενστάσεις θα ακολουθήσει η οριστικοποίηση της καταχώρισης. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι λευκά τυριά μαλακού έως ημίσκληρου τύπου που παρασκευάζονται από νωπό αιγινό γάλα που έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, πυτιά και αλάτι.

Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας ωριμάζουν μέσα σε άλμη ορού για τουλάχιστον σαράντα ημέρες από το χρόνο παραγωγής τους προτού να είναι διαθέσιμα προς κατανάλωση. Διατίθενται στην αγορά σε διάφανη συσκευασία που περιέχει πολλά τεμάχια τυριών μαζί, τα οποία καλύπτονται από άλμη ορού. Η γεύση τους χαρακτηρίζεται από μια υπόξινη φρεσκάδα, με άρωμα λεμονιού και ελαφρώς αλμυρή.

Όπως αναφέρεται στην αίτηση καταχώρισης, τα Χαλίτζια Τηλλυρίας μοιάζουν με μεγάλα λευκά θαλασσινά βότσαλα, στοιχείο που οφείλεται στο χαρακτηριστικό τους σχήμα, στο κατάλευκό τους χρώμα και στις ακανόνιστου μεγέθους τρύπες στο εσωτερικό που προσδίδουν μια τραχιά όψη, παρόμοια με εκείνη που δημιουργεί η διάβρωση από τη θαλασσινή αλμύρα στα χαλίκια.

Η χρήση πληθυντικού αριθμού σχετίζεται με την οπτική εικόνα των θαλασσινών χαλικιών, η οποία αποτυπώνεται εντονότερα όταν τα τεμάχια των τυριών είναι μαζεμένα κοντά το ένα στο άλλο. Στην αίτηση τονίζεται εξάλλου ότι, προκειμένου να διατηρείται το ακανόνιστο σχήμα και η εύθρυπτη υφή του προϊόντος, είναι αναγκαίο να συσκευάζεται εντός της οριοθετημένης περιοχής της Τηλλυρίας, καθώς τυχόν μεταφορά και συσκευασία του εκτός αυτής αυξάνει τον κίνδυνο αλλοίωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του. Επιπρόσθετα, η συσκευασία εντός της οριοθετημένης περιοχής διασφαλίζει καλύτερη ιχνηλασιμότητα.

Η περίπτωση της κυπριακής πατάτας κοκκινογής
Στο προηγούμενο στάδιο από αυτό της αίτησης καταχώρισης βρίσκεται ένα άλλο παραδοσιακό κυπριακό προϊόν, η κυπριακή πατάτα κοκκινογής, που επίσης επιδιώκεται να αναγνωριστεί ως προϊόν ΠΓΕ, προκειμένου να προστατευτεί και να αποτραπεί η, σύμφωνα με καταγγελίες, προώθηση πατατών από άλλες χώρες σε σούπερ μάρκετ της Ελλάδας και άλλων χωρών με την επωνυμία «πατάτες Κύπρου».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Πώς η ονομασία των τροφίμων επηρεάζει την κατανάλωσή τους στη νέα εποχή

Το πώς ονομάζεται αυτό που τρώμε από εκείνον που το παρασκευάζει επηρεάζει τελικά το τι επιλέγουμε να φάμε.
Σε αυτό το απλουστευμένο συμπέρασμα μπορούμε να καταλήξουμε ως την ουσία της έρευνας του εργαστηρίου του πανεπιστημίου MIT για τα συστήματα τροφίμων και τις νέες τάσεις τροφίμων: How labels impact the way we eat,
Πώς οι ταμπέλες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τρώμε.

Στην πραγματικότητα, η αλλαγή των θεωρήσεων για αυτό που συμβαίνει και αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι σημείο των καιρών στο σύγχρονο κόσμο σε όλες τις εκφάνσεις του.

Ο χώρος των τροφίμων ακολουθεί τη σύγχρονη τάση στον σημειολογικό και ορολογικό τομέα, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι προχωρά σε λύσεις, που ανοίγουν δρόμους στο μέλλον του κλάδου.

Ένα από τα παραδείγματα, στα οποία κατέληξε η έρευνα του MIT, είναι ότι, από μόνες τους οι φράσεις «κλιματική αλλαγή» και «αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα» που επηρεάζει επί τα χείρω το «φαινόμενο του θερμοκηπίου», στρέφουν αυτόματα το καταναλωτικό κοινό πλειοψηφικά να συμπεριφερθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο: Να μειώσει τη συνολική κατανάλωση κρέατος.

«Πολωτικοί πια οι όροι vegan και vegetarian» – Ευελιξία επιλέγει το παγκόσμιο καταναλωτικό κοινό
Το FOODReporter μίλησε με δύο κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας τροφίμων, τα οποία τοποθετήθηκαν ανεπίσημα για το θέμα: «Φαίνεται ότι στη νέα εποχή κερδίζει ολοένα έδαφος ο όρος flexitarian, δηλαδή “τρώω από όλα, αλλά δεν υπερβάλλω με το κρέας”.

Οι γιατροί και οι διατροφολόγοι, άλλωστε, ουδέποτε είπαν ότι υπάρχει κακό τρόφιμο, παρά μόνο “κακή χρήση τροφίμων”.

Φαίνεται ότι βγαίνουμε από την εποχή των πολύ συγκεκριμένων όρων:

Πλέον οι όροι vegetarian και vegan μοιάζουν πολύ δεσμευτικοί και πολωτικοί για το γενικό καταναλωτικό κοινό: “Γιατί να φάω κάτι vegan, εφόσον δεν είμαι vegan;”.

Σ’ αυτό μπορεί να βοηθήσει ο νέος λεκτικός προσανατολισμός των τροφίμων: Οι εταιρείες πρέπει να φτάσουν στο σημείο, ώστε πια να μη φοβούνται τις νέες παραλλαγές εκφράσεων και χαρακτηριστικών που αντιπροσωπεύουν τις σύγχρονες τάσεις διατροφής που επιλέγει ο καταναλωτής”.

Πράγματι, η έρευνα του MIT έδειξε ότι η φράση «ελληνική σαλάτα» σχεδόν διπλασίασε τους καταναλωτές που την επέλεξαν σε δύο διαδοχικά πειράματα έναντι των όρων «σαλάτα vegan» ή «σαλάτα vegetarian»: 60,7%, έναντι μόλις 36% στο πρώτο πείραμα και 63,8%, έναντι 33,9% στο δεύτερο.

Ο δεύτερος συνομιλητής του FOODReporter ανέφερε ότι η λέξη «ελληνικός» έχει λάβει αναβάθμιση στη συνολική παγκόσμια διατροφική κοινότητα, επειδή έχει συνδυαστεί άρρηκτα με τη «μεσογειακή διατροφή», η οποία έχει επίσης αναβαθμιστεί σημαντικά στο μυαλό του παγκόσμιου καταναλωτικού κοινού, διαπίστωση με την οποία συμφωνεί και ο πρώτος συνομιλητής.

«Παλαιότερα, κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 υπήρχε συνδυασμός της λέξης ελληνικό με το λιπαρό, που οφειλόταν κυρίως στο μουσακά, στο σουβλάκι, ακόμη και στο γάλα εβαπορέ που προσθέταμε στον ελληνικό φραπέ. Πλέον, για την “ελληνική σαλάτα”, οι περισσότεροι τείνουν να παραλείπουν από τη γενική θεώρησή τους τα λιπαρά της φέτας, που βρίσκεται στη χωριάτικη, την κατεξοχήν ελληνική σαλάτα.

Η λέξη “ελληνικός” δίνει προστιθέμενη αξία όχι πια στη λογική του ethnic food, δηλαδή του φαγητού μιας συγκεκριμένης κουζίνας, αλλά στη λογική του φρέσκου, του υγιεινού και κυρίως του ευέλικτου».

Ανεξάρτητα από τη χρήση του όρου «ελληνικός», που, ως ελληνική αγορά τροφίμων μας ενδιαφέρει περισσότερο, η έρευνα του MIT προέταξε και την προτεραιοποίηση που έχει λάβει στο μυαλό του παγκόσμιου καταναλωτικού κοινού και η λέξη «βιώσιμος».

Δεν είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε: Ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές παγκοσμίως ενδιαφέρονται ώστε ο τρόπος διατροφής τους να είναι βιώσιμος για το περιβάλλον και πιο συγκεκριμένα, να σέβεται τους όρους βιωσιμότητας (και κόστους) το κάθε τρόφιμο που καταναλώνουν.

Όσο πιο απλό ένα τρόφιμο, τόσο πιο αποδεκτό.

«Έρχεται η στιγμή που θα δούμε μαζικές αποσύρσεις κωδικών από τα κωδικολόγια και οι εταιρείες θα δώσουν έμφαση στο χαρακτήρα των τροφίμων που προσφέρουν προς πώληση στα ράφια», τόνισε ο δεύτερος συνομιλητής.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

«Ξηλώνοντας» το Μπορντό: Σε κρίσιμη καμπή οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί

Μία ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά είναι η φετινή για τους οινοπαραγωγούς του Μπορντό, αλλά και ευρύτερα της Γαλλίας, καθώς οι ακραίες καιρικές συνθήκες και οι απότομες μεταβολές στις προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού επηρεάζουν σημαντικά τον κλάδο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, με βάση στοιχεία από τις τοπικές αρχές, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο κατατέθηκαν σχεδόν 600 αιτήματα από οινοπαραγωγούς του Μπορντό για κρατική αποζημίωση, προκειμένου να τερματίσουν την παραγωγή τους ή να προχωρήσουν σε αλλαγή χρήσης γης.

Τα αιτήματα αυτά αφορούν σε σχεδόν 5.000 εκτάρια αμπελιών που πρόκειται είτε να χαθούν, είτε να αξιοποιηθούν με κάποια διαφορετική χρήση. Σημειωτέον ότι η γαλλική κυβέρνηση έχει προϋπολογίσει το ποσό των 200 εκατ. ευρώ για την καταβολή αποζημιώσεων στους οινοπαραγωγούς της χώρας προκειμένου να καταστρέψουν τα πλεονάζοντα αποθέματα οίνου, επιδιώκοντας αφενός να στηρίξει τους παραγωγούς και αφετέρου να σταθεροποιήσει τις τιμές των γαλλικών κρασιών, οι οποίες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν λόγω της υπερπροσφοράς και της μειωμένης ζήτησης.

Σημαντικός παράγοντας που επιδεινώνει τα προβλήματα των παραγωγών του Μπορντό είναι η κλιματική αλλαγή, καθώς τα τελευταία χρόνια οι ξηρασίες, οι παγετοί και οι χαλαζοπτώσεις έχουν ταλαιπωρήσει τα γαλλικά αμπέλια. Και οι προβλέψεις για το μέλλον δεν είναι ευοίωνες, καθώς τα φαινόμενα εκτιμάται ότι θα είναι όλο και συχνότερα και εντονότερα. Ένα μεγάλο ζήτημα μάλιστα έχει να κάνει με τη διαθεσιμότητα του νερού, που είναι αναγκαίο για την παραγωγή κρασιού, όμως οι ξηρασίες που αναμένονται στο μέλλον θα το καταστήσουν πιο δυσεύρετο. Επιπλέον, οι υψηλές θερμοκρασίες μπορεί στο εγγύς μέλλον να αυξήσουν τον αλκοολικό βαθμό και τις τανίνες των κρασιών του Μπορντό, αλλοιώνοντας τα παραδοσιακά του χαρακτηριστικά.

Το αποτέλεσμα είναι ήδη τα αμπέλια του Μπορντό και των άλλων οινοπαραγωγικών περιοχών της Γαλλίας να αποδεκατίζονται σταδιακά, προσπαθώντας να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Ήδη, αρκετοί είναι οι παραγωγοί που έχουν προχωρήσει ή προχωρούν σε διαφοροποίηση της παραγωγής τους, ώστε να παράγουν λιγότερα από τα παραδοσιακά κρασιά του Μπορντό και περισσότερα λευκά ή ροζέ κρασιά, που είναι πιο δημοφιλή μεταξύ των νεότερων Γάλλων, ιδιαίτερα το καλοκαίρι που προτιμούν πιο δροσερά και ελαφριά ποτά.

Γυρίζουν την πλάτη στο κρασί οι Γάλλοι
Όμως τα νέα δεδομένα δεν είναι μόνο κλιματικά, αλλά σχετίζονται και με τις καταναλωτικές συνήθειες. Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα η γαλλική Εθνική Επιτροπή Διεπαγγελματικών για Οίνους με Ονομασία Προέλευσης και Γεωγραφική Ένδειξη (CNIV), η κατανάλωση οίνου στη Γαλλία μειώθηκε κατά 4,7 εκατ. εκατόλιτρα μεταξύ του 2010 και του 2022, πέφτοντας κάτω από τα 24 εκατομμύρια εκατόλιτρα, και μέχρι το 2034 εκτιμάται ότι θα χάσει ακόμα 4,5 έως 6,4 εκατ. εκατόλιτρα (μείωση 17-25%), πέφτοντας κάτω από τα 20 εκατ. εκατόλιτρα.

Η πτώση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στις διαφορετικές καταναλωτικές συνήθειες των νεότερων σε ηλικία Γάλλων, που απομακρύνονται από το παραδοσιακό κρασί και στρέφονται σε επιλογές όπως η μπύρα, της οποίας η κατανάλωση, σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού ινστιτούτου OFDT, έχει αυξηθεί κατά 7% στη Γαλλία από το 2000 έως το 2020.

Όμως το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά γαλλικό: και οι εξαγωγές κρασιού από τη Γαλλία προς άλλες χώρες εμφανίζονται επίσης μειωμένες, καταγράφοντας πτώση 5% το 2022 σε σχέση με το 2021, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την πτώση φαίνεται πως έχει διαδραματίσει η μειωμένη ζήτηση για γαλλικά κρασιά από την κινεζική αγορά, καθώς μπορεί οι εξαγωγές προς τον κορυφαίο εξαγωγικό προορισμό για κρασιά από το Μπορντό να επανεκκίνησαν μετά το σοκ της πανδημίας και τα κλειστά σύνορα, όμως ακόμα δεν έχουν φτάσει στα προ πανδημίας επίπεδα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 οι εξαγωγές κρασιών από το Μπορντό με προορισμό την Κίνα ήταν μειωμένες κατά σχεδόν 25% σε σχέση με το 2021. Με αυτά τα δεδομένα, σίγουρα δεν μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος για το μέλλον των γαλλικών κρασιών, αν και οι λιγότερο απαισιόδοξοι μιλούν για ένα προϊόν που πάντα θα έχει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των οινόφιλων και εν τέλει θα βρει τον τρόπο να ενισχύσει τη δύναμή του και στις νεότερες γενιές.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter