Nutria AE: Ξανά στα χέρια των ιδρυτών το 100% της εταιρείας

Μία «πληγή» που κράτησε για περισσότερα από δέκα χρόνια κλείνει για τη Nutria AE, με τη συμφωνία των ιδρυτών της εταιρείας με την εταιρεία PoliAct SA για την απόκτηση του πακέτου μετοχών της τελευταίας, έναντι συνολικού τιμήματος 3,6 εκατομμυρίων ευρώ.

Το ιστορικό της υπόθεσης
Η εταιρεία παραγωγής και τυποποίησης ελαιολάδου Nutria ιδρύθηκε το 1994 από τους Ηλία Ζαβάκο και Γιώργο Μαντζαβίνο, ενώ το 2008 η PoliAct έκανε την είσοδό της στην εταιρεία με εξαγορά πακέτου μετοχών από τους ιδρυτές της, αποκτώντας το 34% του μετοχικού κεφαλαίου της. Ωστόσο, το 2010 ανέκυψαν δικαστικές και εξώδικες διαφορές των ιδρυτών με την PoliAct για θέματα διοίκησης και εκπροσώπησης της εταιρείας, ενώ εν συνεχεία η PoliAct κατέθεσε αγωγή με αίτημα υπαναχώρησής της από την αρχική αγορά του 34% της Nutria.

Όπως αναφέρεται σε έκθεση που παρουσιάστηκε πρόσφατα στη γενική συνέλευση των μετόχων της Nutria, «η μακροχρόνια διένεξη μεταξύ των μετόχων της εταιρίας αξιολογείται ως ιδιαίτερα αρνητικό γεγονός από την αγορά εν γένει και επηρεάζει αρνητικά την φήμη και την πιστοληπτική αξιολόγηση της εταιρίας. Επιπροσθέτως, οι ιδρυτές έχουν παρέχει προσωπικές εγγυήσεις για το σύνολο των δανείων της εταιρίας με αποτέλεσμα η αγωγή της μετόχου PoliAct SA εναντίον τους να επηρεάζει αρνητικά την πιστοληπτική τους αξιολόγηση και κατ’ επέκταση της εταιρείας».

Σε νεοσύστατη εταιρεία το 34% της Nutria
Πλέον όμως το τοπίο ξεκαθαρίζει, καθώς στο πλαίσιο συμβιβαστικού συνολικού διακανονισμού, επήλθε συμφωνία μεταξύ των μετόχων σύμφωνα με την οποία θα σταματήσουν όλες οι δικαστικές ενέργειες των μερών, με την προϋπόθεση να μεταβιβαστούν οι μετοχές της PoliAct έναντι συνολικού τιμήματος 3,6 εκατ. ευρώ για το σύνολο του ποσοστού που κατέχει σήμερα στην Nutria. Ήδη οι ιδρυτές, σε συνέχεια της συμφωνίας, συστήσαν την εταιρία Nutria Επενδυτική ΙΚΕ, με μετόχους τους δύο ιδρυτές και τους δύο γιους του Ηλία Ζαβάκου.

Η νεοσύστατη εταιρεία έλαβε στις 6 Απριλίου δάνειο από την Alpha Bank συνολικού ποσού 2,6 εκατ. ευρώ, και αγόρασε την ίδια μέρα έναντι 3,6 εκατ. ευρώ το πακέτο μετοχών της PoliAct, με καταβολή του υπολοίπου εξ ιδίων κεφαλαίων.

Tα οφέλη της συμφωνίας
Στην πρόσφατη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η διοίκηση παρουσίασε τις λεπτομέρειες της συμφωνίας και ζήτησε την έγκριση των μετόχων ώστε να κλείσει η τελευταία εκκρεμότητα, που ήταν να παράσχει η Nutria AE εντός 60 ημερών από τη λήψη του δανείου, προς εξασφάλισή του, την εταιρική της εγγύηση έως του ποσού των 2.600.000 ευρώ, και να συστήσει ενέχυρο επί των απαιτήσεών της από δικαστική απόφαση του 2021.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «με την προτεινόμενη συναλλαγή επέρχεται διοικητική και μετοχική σταθερότητα στην εταιρία και η διοίκηση της εταιρίας θα μπορεί απρόσκοπτα να αφοσιωθεί στις λειτουργικές δραστηριότητες της εταιρίας.

Αναμένουμε η προτεινόμενη συναλλαγή να βελτιώσει την εικόνα και την φήμη της στην αγορά και να οδηγήσει σε αύξηση του κύκλου εργασιών της και κατ’ επέκταση της κερδοφορίας της, ενώ αναμένουμε μειωμένα χρηματοοικονομικά έξοδα λόγω βελτίωσης της πιστοληπτικής αξιολόγησης της εταιρίας».

Ταυτόχρονα, η διοίκηση διαβεβαίωσε ότι δεν υφίσταται κίνδυνος για τη φερεγγυότητα και τη ρευστότητα της εταιρείας από την παροχή των αναγκαίων εξασφαλίσεων, καθώς η Nutria Επενδυτική θα κατέχει το 34% των μετοχών της εταιρείας, που αποτιμάται αυτήν την στιγμή πλησίον της τιμής της αγοράς των μετοχών (ήτοι 3,6 εκατ. ευρώ), επομένως η περιουσία της υπερβαίνει αρκετά το ποσό του δανείου των 2,6 εκατ. ευρώ.

«Μάλιστα, τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας μας για το έτος 2022 ήταν σημαντικά βελτιωμένα και αναμένουμε περαιτέρω βελτίωση τους το 2023 και τα επόμενα έτη και επομένως έχουμε βάσιμες προσδοκίες η αξία των μετοχών να ανέβει σημαντικά υψηλότερα», επισημαίνει η διοίκηση της Nutria.

Σημειώνεται ότι και ο ορκωτός ελεγκτής στην έκθεση εκτίμησης που συνέταξε για τη συναλλαγή επιβεβαιώνει πως η συναλλαγή εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρείας.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Kástra Elión: Σχεδιάζεται η ένταξη της premium βότκας στο ελληνικό λιανεμπόριο

When mythology meets Mixology”: Με αυτήν τη φράση συστήνεται στην επίσημη ιστοσελίδα της η premium βότκα, Kástra Elión, η οποία ξεχωρίζει στην αγορά για την ιδιαίτερη απόσταξή της με τη χρήση ελληνικής ελιάς.

Σύμφωνα με τον Mike Camello, συνιδρυτή και πρόεδρο της Kástra Elión, η διανομή της premium βότκας στην Ελλάδα ξεκινάει από την Αθήνα και φτάνει μέχρι τα ελληνικά νησιά, χάρη στη συνεργασία της με τα Katikies Hotels.

Σχετικά με τη διάθεση του εν λόγω προϊόντος στην ελληνική αγορά της λιανικής, ο ίδιος αναφέρει στο FOODReporter ότι η επιχείρηση συνεχίζει αδιάκοπα να «χτίζει» νέες αγορές σε όλο τον κόσμο και κυρίως σε περιοχές όπου θεωρούνται κατάλληλες και ταιριαστές με το προφίλ του προϊόντος.

«Ο Καναδάς, η Αυστραλία και το Ισραήλ πωλούν ήδη το προϊόν. Έχουμε κάποιο ενδιαφέρον από μερικές επιπλέον διεθνείς αγορές με τις οποίες μιλάμε τώρα. Επιπλέον, σχεδιάζουμε να διαθέσουμε το προϊόν μας και στην ελληνική αγορά λιανικής» σημειώνει ο Mike Camello.

Η υψηλότερη τιμή δυσκολεύει την τοποθέτηση της premium βότκας στο ράφι της λιανικής
Αξίζει να αναφερθεί ότι η δυσκολία και οι προκλήσεις στην τοποθέτηση της Kástra Elión βότκας στο λιανεμπόριο γενικότερα, έγκειται κατά βάση στην ανταπόκριση των λιανοπωλητών απέναντι στην υψηλότερη τιμή του προϊόντος, σύμφωνα με τον πρόεδρο της επιχείρησης.

Η επιχείρηση επικεντρώνεται σε επενδύσεις στην παραγωγική της μονάδα
Όσον αφορά στα μελλοντικά πλάνα της επιχείρησης, υπάρχουν ιδέες για νέα προϊόντα της κατηγορίας, παρόλα αυτά, ο Mike Camello αναφέρει ότι η επιχείρηση θέλει να επικεντρωθεί προς το παρόν στο ήδη υπάρχον προϊόν.
«Σε ό,τι κάνουμε, εστιάζουμε στην ποιότητα του προϊόντος μας. Με αυτά τα λόγια, θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι η παραγωγή μας είναι τόσο καινοτόμα, όσο το προϊόν. Αυτήν την στιγμή επικεντρωνόμαστε σε επενδύσεις στην παραγωγική μας μονάδα» απαντάει ο ίδιος σε ερώτηση του FOODReporter σχετική με τα σχέδια που είναι στα σκαριά της επιχείρησης.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Συνεργασία GS1 και ΑΒ Βασιλόπουλος για τον συγχρονισμό δεδομένων προϊόντων

Το HellaSync Data Pool, μέλος του δικτύου GS1 GDSN (Global Data Synchronisation Network) που διαχειρίζεται για την ελληνική αγορά ο GS1 Association Greece, υιοθέτησε πρόσφατα η ΑΒ Βασιλόπουλος, προκειμένου να καλύψει την πληροφοριακή ανάγκη των στοιχείων των προϊόντων. Πρόκειται για δίκτυο, μέσω του οποίου προμηθευτές και λιανέμποροι (ή marketplaces) μπορούν να συγχρονίζουν σε πραγματικό χρόνο τα δεδομένα προϊόντων, βελτιστοποιώντας τη μεταξύ τους συνεργασία, παγκοσμίως.

Σε πρώτο στάδιο, για την ΑΒ Βασιλόπουλος το HellaSync λειτουργεί παράλληλα με το δικό της, εσωτερικό σύστημα. «Είμαστε έτοιμοι να υποδεχτούμε την πληροφορία για βασικά master data των ειδών και ξεκινήσαμε τις πρώτες επαφές με προμηθευτές, οι οποίοι κάνουν ήδη χρήση του GDSN και του HellaSync, ώστε να ζητήσουμε συγχρονισμό δεδομένων», τόνισε σχετικά, μιλώντας στο FOODReporter, ο Data and Synergies Manager της ΑΒ Βασιλόπουλος, Μάνος Φρονίστας.

«Εστιάζουμε στα νέα προϊόντα και ξεκινάμε με βασικά πληροφοριακά στοιχεία, σταδιακά θέλουμε να εντάξουμε και επιπλέον δεδομένα τους στην επικοινωνία. Για να ικανοποιήσουμε αυτή την ανάγκη, αναπτύσσουμε διαρκώς νέα πληροφοριακά συστήματα και δραστηριότητες που απαιτούν ακριβείς και πολυδιάστατες προϊοντικές πληροφορίες για να καλύψουν διεργασίες όπως το σύστημα αυτόματων παραγγελιών, το e-shop και τις προδιαγραφές βιωσιμότητας», εξήγησε περαιτέρω ο κ. Φρονίστας.

Το δίκτυο συγχρονισμού δεδομένων GDSN αποτελεί πρότυπο επικοινωνίας δεδομένων του Διεθνούς Οργανισμού Προτύπων GS1. Έχει αναπτυχθεί με βάση τα πρότυπα του Οργανισμού, το πιο γνωστό μεταξύ των οποίων είναι το barcode. Το δίκτυο περιλαμβάνει αυτή τη στιγμή 50 ηλεκτρονικούς καταλόγους που καλύπτουν ολόκληρο τον κόσμο, με πάνω από 40.000.000 καταχωρημένα προϊόντα. Το ελληνικό Data Pool, HellaSync, αποτελεί πλατφόρμα διαχείρισης και συγχρονισμού δεδομένων μεταξύ προμηθευτών και λιανεμπόρων: «Στο HellaSync, ο προμηθευτής καταχωρεί τα κύρια χαρακτηριστικά των προϊόντων του, ένα εκ των οποίων είναι και ο κωδικός barcode, σύμφωνα με τα πρότυπα του Οργανισμού GS1, με τρόπο τυποποιημένο και αντίστοιχα, ο λιανέμπορος πραγματοποιεί ψηφιακό αίτημα στον κατάλογό του προμηθευτή, για να τα λάβει αυτόματα και με ασφάλεια στα συστήματά του», εξήγησε στο FOODReporter ο Μάνος Παπαδάκης, Applications Executive στο τμήμα Standards and Solutions του GS1 Association Greece, ελληνικού φορέα του Οργανισμού GS1.

Εξοικονόμηση χρόνου και ενιαία πληροφορία
Τα Data Pool επικοινωνούν μεταξύ τους και από χώρα σε χώρα. Πολλές ελληνικές εταιρείες δεν αξιοποιούν το HellaSync μόνο για την Ελλάδα, αλλά επίσης και για να κοινοποιήσουν δεδομένα σε πελάτες τους στο εξωτερικό. «Πρακτικά, τα δεδομένα των προϊόντων μπορούν να καταχωρηθούν μία φορά για την πρώτη αγορά πώλησης και να συγχρονιστούν με οποιονδήποτε λιανέμπορο κάνει χρήση του Δικτύου GDSN σε οποιαδήποτε αγορά. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στον Έλληνα προμηθευτή να καταχωρήσει από την Ελλάδα τις πληροφορίες των προϊόντων του για οποιαδήποτε χώρα πώλησης εκείνος επιθυμεί στρατηγικά να ξεκινήσει συνεργασίες και οι λιανέμποροι αυτής της αγοράς, οι οποίοι λαμβάνουν δεδομένα προμηθευτών μέσω του δικτύου GDSN, θα μπορούν να λάβουν απευθείας αυτά τα δεδομένα χωρίς να χρειάζεται να τα καταχωρήσει ο προμηθευτής για καθέναν ξεχωριστά», συμπλήρωσε ο κ. Παπαδάκης.

«Αυτό που οραματιζόμαστε είναι όλες οι πληροφορίες που χρειαζόμαστε σχετικά με τα προϊόντα για διαφορετικές λειτουργίες της εταιρείας να επικοινωνούνται από τους προμηθευτές μέσα από το Data Pool και το GDSN. Σήμερα, αυτές οι πληροφορίες συλλέγονται από διαφορετικά τμήματα, τα οποία με τη σειρά τους απευθύνονται, ανάλογα με τις πληροφοριακές τους ανάγκες, στους ίδιους προμηθευτές, μέσα από διαφορετικές διαδικασίες, για να πάρουν την πληροφορία», περιέγραψε ο κ. Φρονίστας, και συνεχίζει:

«Με τη χρήση του Data Pool, η συλλογή των στοιχείων μπορεί να γίνει δομημένα, αξιόπιστα και βάσει συγκεκριμένων προτύπων, κάτι που έκρινε ως «πολύ σημαντικό» και η ΑΒ Βασιλόπουλος, παίρνοντας την απόφαση να ξεκινήσει τη συγκεκριμένη συνεργασία. Ταυτόχρονα, εδώ και αρκετά χρόνια η ΑΒ Βασιλόπουλος χρησιμοποιεί το δικό της πρόγραμμα, το DAP. Πρόκειται για μια web εφαρμογή, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις ανάγκες της ΑΒ Βασιλόπουλος, σε αντίθεση με το Data Pool. Μέχρι σήμερα τα στοιχεία για κάθε νέο είδος περνιούνται στο DAP. «Σταδιακά, στοχεύουμε να περάσουμε στο GDSN, αλλά το πόσο γρήγορα μπορεί να γίνει αυτό εξαρτάται και από την ταχύτητα απόκρισης των προμηθευτών: Όσοι περισσότεροι ξεκινήσουν να κάνουν χρήση του GDSN, τόσο πιο αποτελεσματικά, εύκολα και γρήγορα θα γίνονται τα πράγματα για όλους», σημείωσε ο κ. Φρονίστας.

Εξάλλου, η μητρική της ΑΒ Βασιλόπουλος, Ahold Delhaize, είχε ήδη ζητήσει από Έλληνες προμηθευτές για το Βέλγιο, την Ολλανδία και τις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη διαδικασία για τη δημοσίευση των δεδομένων των προϊόντων που εμπορεύονται, όπως έμαθε το FOOD Reporter.

«Εξοικονομείται χρόνος και για τον λιανέμπορο και για τον προμηθευτή. Για να υπάρχει ένα προϊόν στα καταστήματα και στα σούπερ μάρκετ σ’ ολόκληρο τον κόσμο, θα πρέπει να έχει μια μοναδική ταυτότητα, πώς αλλιώς θα μπει στο ράφι; Η πρωταρχική ανάγκη για τη διαδικασία είναι η ύπαρξη GS1 κωδικών barcode. Τι συμβαίνει όμως με τα υπόλοιπα δεδομένα των προϊόντων που είναι τόσο σημαντικά για το λανσάρισμα των προϊόντων στα καταστήματα των λιανεμπόρων; Ο Οργανισμός GS1, αφουγκραζόμενος τις ανάγκες των εκατομμυρίων μελών του σε ολόκληρο τον κόσμο, ανέπτυξε, σε συνεργασία μαζί τους, το συγκεκριμένο πρότυπο δίκτυο εδώ και χρόνια: Τυποποίησε τα ανταλλασσόμενα χαρακτηριστικά προϊόντων και συνεχίζει να επεκτείνει το δίκτυο των Data Pool διαρκώς, προσφέροντάς το μέσω των εθνικών του γραφείων σε όλο τον κόσμο ως μια προστιθέμενης αξίας υπηρεσία στο λιανεμπόριο αλλά και στους προμηθευτές, προκειμένου να επιτύχουν τη δημοσίευση των προϊόντων τους αξιόπιστα και τυποποιημένα», επεσήμανε ο κ. Παπαδάκης.

Η ψηφιακή πλατφόρμα HellaSync και οι διαδικασίες του προτύπου GDSN και των Data Pool γενικότερα, έχουν τη δυνατότητα, εφόσον απαιτηθεί σε μια αγορά, να συμπεριλαμβάνουν πολλαπλή πληροφορία, όπως διατροφικά δεδομένα, διαπιστεύσεις, ακόμη και μηνύματα προς καταναλωτές για πιθανή διατροφική διαφοροποίηση του προϊόντος και ποια μπορεί να είναι αυτή. «Η λύση μπορεί δυνητικά να καλύψει και τις τάσεις της σύγχρονης εποχής, δηλαδή των μετάδοσης δεδομένων αειφορίας και βιωσιμότητας», προσέθεσε ο κ. Παπαδάκης. Θα μπορούσε το HellaSync να λειτουργήσει ως «όπλο» marketing, ως προς την κατηγοριοποίηση και άρα και τη στοχευμένη προώθηση των προϊόντων;

Ο κ. Παπαδάκης απάντησε: «Το GDSN και τα Data Pool έχουν την πληροφορία από τον προμηθευτή. Το λιανεμπόριο είναι αυτό που θα επιλέξει ποια από τα κομμάτια της συνολικής πληροφορίας θα αξιοποιήσει, καθοδηγώντας τους προμηθευτές στο τι ακριβώς χρειάζονται, ώστε να αναδείξουν κι εκείνοι, από την πλευρά τους, εκείνες τις πληροφορίες που εισάγουν στην πλατφόρμα. Πρόκειται για απόλυτα συνεργατική διαδικασία και αλυσίδα ενεργειών. Από τη στιγμή που αυτά αποσαφηνιστούν αμοιβαία, ο καταναλωτής δυνητικά μπορεί να απολαμβάνει μέσω των πολλαπλών καναλιών που του προσφέρονται, τις πληροφορίες για τα προϊόντα που τον ενδιαφέρουν. Προμηθευτής και λιανέμπορος αναπτύσσουν ακόμα πιο ειλικρινή σχέση εμπιστοσύνης με τους καταναλωτές τους, πολύ παραπάνω από τη σχέση με το brand» Όπως εξήγησε το στέλεχος του GS1 Association Greece, ο στόχος είναι το HellaSync να αποτελεί «κόμβο» ελληνικών προϊόντων, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Συνδέεται ήδη με αρκετά Data Pools στο εξωτερικό, κυρίως στις αναπτυγμένες αγορές, που ενδιαφέρουν τις ελληνικές εταιρείες. Καλύπτει και την τοπική ζήτηση και τη ζήτηση εξαγωγών.

«Ο Οργανισμός GS1 αναπτύσσει πρότυπα και έρχεται συμπληρωματικά σε οποιαδήποτε άλλη δράση, ώστε να υποστηρίξει προμηθευτές και λιανέμπορους. Η ανάπτυξη προτύπων, για οποιοδήποτε οργανισμό προτύπων, αποτελεί εθελοντική συνεργασία των επιχειρήσεων, οι οποίες αναγνωρίζουν την ανάγκη και συνεργαζόμενοι ακόμη και με τους θεωρητικά ανταγωνιστές τους, βρίσκουν τη λύση και καλύπτουν τελικά την ανάγκη», σχολίασε περαιτέρω ο κ. Παπαδάκης. Ο οργανισμός GS1 είναι μοναδικός σε όλο τον κόσμο ως προς την έκδοση barcodes. Λειτουργεί με εθνικά γραφεία σε 120 χώρες και μέσω συνεργασιών, υποστηρίζει 150 χώρες, έχοντας ως μέλη του πάνω από 2.000.000 επιχειρήσεις και συμμετέχοντας καθημερινά στην ολοκλήρωση άνω των 10 δισεκατομμυρίων συναλλαγών διεθνώς μέσω των μοναδικών του GS1 barcodes. Φέτος γιορτάζει τα 50 χρόνια παρουσίας του στην αγορά, με τα πρότυπά του να δημιουργούν τις συνθήκες για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας και του λιανεμπορίου διεθνώς.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter