Τσαλαφούτι: Η ένταξη στον κατάλογο των προϊόντων Π.Ο.Π. και οι δύο ενστάσεις που απορρίφθηκαν

Στον κατάλογο των προϊόντων ΠΟΠ εντάσσεται το τυρί Τσαλαφούτι με απόφασή που υπέγραψε πριν από λίγες μέρες ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Τροφίμων του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, Δρ. Βασίλης Μιχαλόπουλος, Με την απόφαση αυτή εγκρίνεται το αίτημα που είχε υποβληθεί από την άτυπη ομάδα παραγωγών Τσαλαφούτι, ενώ δρομολογείται η διαβίβαση της απόφασης στην Κομισιόν, ώστε να ενταχθεί και στον ευρωπαϊκό κατάλογο των προϊόντων με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελικό αίτημα για την κατοχύρωση του τυριού ως ΠΟΠ είχε κατατεθεί τον Ιούνιο του 2022, ενώ ο φάκελος είχε δοθεί σε δημόσια διαβούλευση, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο να υποβάλει ένσταση. Πράγματι, τον Αύγουστο του 2022 υποβλήθηκαν δύο ενστάσεις, από τις εταιρείες Ήπειρος και Ίναχος. Ωστόσο, η Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων απέρριψε τις ενστάσεις ως αβάσιμες.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τυριού
Σύμφωνα με τον φάκελο της αίτησης, το Τσαλαφούτι παρασκευάζεται, σύμφωνα με την παραδοσιακή του συνταγή, από πρόβειο ή μίγμα αιγοπρόβειου γάλακτος (με το πρόβειο πάντα σε μεγαλύτερη αναλογία), προερχόμενο από ζώα ελευθέρας βοσκής που ζουν προσαρμοσμένα στο ιδιαίτερο εδαφοκλιματικό περιβάλλον της Κεντρικής-Νότιας απόληξης της οροσειράς της Πίνδου (ορεινοί όγκοι Αγράφων, Ορεινού Βάλτου, Αργιθέας, Ασπροποτάμου και Τζουμέρκων). Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προϊόντος είναι ο πολύ σύντομος χρόνος ωρίμανσης που δεν υπερβαίνει τις 12 ημέρες και η χαμηλή του οξύτητα (pH μικρότερο του 4,5).

Το Τσαλαφούτι διαφοροποιείται από τα λοιπά αλοιφώδη τυροκομικά προϊόντα, τόσο ως προς τα οργανοληπτικά όσο και τα φυσικοχημικά του χαρακτηριστικά. Οργανοληπτικά, είναι ένα τυρί σφιχτό, με άρωμα, δροσερή και ευχάριστη γεύση που αφήνει μια πολύ ελαφριά υπόξινη επίγευση. Στα φυσικοχημικά του χαρακτηριστικά, σημειώνεται η πολύ ιδιαίτερη μαλακή και κρεμώδης υφή του, όπως και το υψηλό ποσοστό υγρασίας (66-73%).

Ένα επιπλέον σημαντικό χαρακτηριστικό είναι το πολύ χαμηλό περιεχόμενό του σε λιπαρά (10-17%), όταν αυτά αποτιμώνται στο συνολικό προϊόν (μαζί με την υγρασία). Το προσόν αυτό, σημειώνουν, εκτιμάται ιδιαίτερα από τους καταναλωτές τις μέρες μας, αφού για την παραγωγή ενός τυροκομικού προϊόντος με τόσο χαμηλό περιεχόμενο σε λιπαρά δεν είναι απαραίτητο για τη βιομηχανία να αλλοιώσει το χαρακτήρα του προϊόντος για να το παράγει ως προϊόν light (με λιγότερα λιπαρά).


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Στο κενό τα αιτήματα των αγελαδοτρόφων για τη σήμανση προέλευσης γάλακτος

Σε αδιέξοδο φαίνεται να καταλήγουν τα αιτήματα της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδος (ΕΦΧΕ) προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιώργο Γεωργαντά.

Όπως εξήγησε ο πρόεδρος της Ένωσης, Ηλίας Κοτόπουλος, στο FOODReporter, υπόψη του υπουργού τέθηκαν τα ζητήματα της αναγραφής της χώρας προέλευσης των πρώτων υλών, της χώρας αρμεγής και ξεχωριστά της χώρας παραγωγής και χώρας συσκευασίας, εξωτερικά των συσκευασιών γάλακτος και γιαουρτιών.

Πρόκειται για το άρθρο 82 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, στο οποίο η ΕΦΧΕ επιζητά αλλαγή και ευκρινή αναγραφή πλήρους τοπωνυμίου, αν είναι δυνατόν, αναφορικά με την αρμεγή.

«Λάβαμε τη δέσμευση του ίδιου του υπουργού ότι θα λάβουμε απαντήσεις στα αιτήματά μας μέχρι την Τρίτη 7 Μαρτίου, αλλά προφανώς αυτό δεν έχει γίνει», δήλωσε, δυσαρεστημένος, ο κ. Κοτόπουλος.

«Παλιότερα ίσχυε η ξεχωριστή και περισσότερο ακριβής αναγραφή, διεκδικούμε το άρθρο να επιστρέψει στην προηγούμενη αυστηρότητά του.

Πολλές εταιρείες τοποθετούν μια μικρή ελληνική σημαία επάνω στις συσκευασίες των προϊόντων τους, αλλά ελάχιστοι ανάμεσα στο καταναλωτικό κοινό γνωρίζουν ότι αυτό δεν αφορά την προέλευση του γάλακτος, δηλαδή της πρώτης ύλης ενός γιαουρτιού, αλλά το ότι το προϊόν απλά παρασκευάστηκε σε εργοστάσιο εντός Ελλάδος», επεσήμανε ο κ. Κοτόπουλος.

«Ιδανικά θα επιθυμούσαμε να κινηθεί νομοθετικά το Υπουργείο προς μια νομοθετική κατεύθυνση προς τα σούπερ μάρκετ, που θα τα υποχρέωνε να τοποθετούν σε διαφορετικά ψυγεία τα γάλατα, τα ροφήματα καρπών, τα γιαούρτια, τα επιδόρπια γιαουρτιού και τα υπόλοιπα γαλακτοκομικά εδέσματα», επειδή οτιδήποτε το διαφορετικό συνιστά παραπλάνηση καταναλωτή, πρόσθεσε ο πρόεδρος του ΕΦΧΕ.

«Μύθος» η αποκλιμάκωση των τιμών των ζωοτροφών
Ταυτόχρονα, ο κ. Κοτόπουλος διέψευσε τη μείωση στις τιμές των ζωοτροφών, τις οποίες ουσιαστικά προεξοφλεί η γαλακτοβιομηχανία και τις απέδωσε στην έλλειψη ζήτησης επί του παρόντος από τους κτηνοτρόφους, «μιας και δεν βρισκόμαστε σε περίοδο συγκομιδής των δημητριακών που λειτουργούν ως ζωοτροφές».

«Το καλαμπόκι μαζεύεται και πωλείται τον Αύγουστο, η σόγια λίγο νωρίτερα, ίσως από Ιούλιο.

Εμείς εξακολουθούμε να έχουμε αγοράσει με τις περσινές ακριβές τιμές τις ζωοτροφές μας», υπογράμμισε ο πρόεδρος της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδος και αποκάλυψε:

«Ακόμη κι έτσι, δεχόμαστε εκ νέου πιέσεις από τους γαλακτοβιομηχάνους να πουλήσουμε το γάλα μας φθηνότερα, προκειμένου να μην πιεστεί η κατανάλωση και να συνεχίζουν εκείνοι να αγοράζουν από εμάς. Θεωρώ ότι θα πρέπει να ξαναδούν τον τρόπο με τον οποίο θα μοιραστούμε τις απώλειες σε μια δύσκολη συγκυρία για το σύνολο του κλάδου του γάλακτος».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter

Bring It Back: Η ελληνική εφαρμογή που συνεργάζεται με σούπερ μάρκετ, φούρνους και εστιατόρια κατά του food waste

Διάφορα εγχειρήματα κατά της σπατάλης τροφίμων τα οποία ευημερούν στην Γερμανία, αλλά και στην Βόρεια Ευρώπη από το 2018, αποτέλεσαν το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ελληνικής καινοτόμου εφαρμογής με το όνομα “Bring It Back”, η οποία λειτουργεί με στόχο τη βέλτιστη διαχείριση τροφίμων και απευθύνεται σε καταναλωτές, αλλά και σε επαγγελματίες του κλάδου τροφίμων και ποτών.

Η Bring It Back επικοινωνεί συνεχώς με σούπερ μάρκετ, φούρνους και καταστήματα εστίασης για να μάθει αν έχουν περισσευούμενο φρέσκο φαγητό στο τέλος της ημέρας, το οποίο μπορούν να παραγγείλουν και να παραλάβουν από τα καταστήματα οι καταναλωτές σε μειωμένη τιμή.

«Το 2020 ξεκίνησα ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα κατά την διάρκεια του οποίου γνώρισα τους σημερινούς μου συνεργάτες με τους οποίους μαζί προχωρήσαμε στην υλοποίηση της ιδέας και στην επίτευξη του στόχου της.

Πρωταρχικό ρόλο έπαιξε και η παρουσία των ατόμων που απαρτίζουν την ομάδα μας σήμερα: ο κ. Γιδόπουλος από τη θέση του εξωτερικού συμβούλου της εταιρείας και ο κ. Μεταξάς ως Business Development» αναφέρει στο FOODReporter ο CEO της Bring It Back, Χρήστος Ανδρέας Κοκκορός.

Μέσω της εφαρμογής οι επαγγελματίες μπορούν να λάβουν το κόστος σπατάλης πίσω στα ταμειακά τους διαθέσιμα
Ο κ. Κοκκορός υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή απευθύνεται σε όλους, χωρίς κανένα περιορισμό. «Άλλωστε, ο τελικός σκοπός για να επιτευχθεί, θα πρέπει να υποστηριχθεί από τους πάντες άμεσα ή έμμεσα. Αυτό που πρέπει να ελεγχθεί είναι η κατασπατάληση των αγαθών, καθώς οι επιπτώσεις της έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα μας» προσθέτει ο ίδιος.

Σύμφωνα με τον CEO της Bring It Back, η λειτουργία χρήσης της εφαρμογής είναι απλή:

Ο καταναλωτής κατεβάζει την εφαρμογή στο κινητό του, δημιουργεί ένα προφίλ και εξερευνά τα καταστήματα της αρεσκείας του. «Από εκεί και πέρα οι χρήστες απολαμβάνουν την υπηρεσία μας, αλλά και την προσφορά τους στο περιβάλλον» σχολιάζει ο κ. Κοκκορός. Από την πλευρά του επαγγελματία του κλάδου τροφίμων, σκοπός του εγχειρήματος είναι οι επιχειρηματίες να περιορίσουν την σπατάλη των προϊόντων, καθώς έχει αρνητικό αντίκτυπο στα οικονομικά των επιχειρήσεων τους, αλλά και στο περιβάλλον.

«Για πρώτη φορά μέσω της εφαρμογής και τηρώντας τους κανόνες, οι επαγγελματίες μπορούν να λάβουν το κόστος σπατάλης (food cost) πίσω στα ταμειακά τους διαθέσιμα, κάτι το οποίο προσφέρει πολλαπλά οφέλη» επισημαίνει στο FOODReporter ο Χρήστος Ανδρέας Κοκκορός.

Η βιώσιμη σχέση W3 και τα πλεονεκτήματα της
Σημειώνεται ότι η Bring It Back επιδιώκει να δημιουργήσει μια βιώσιμη σχέση Win-Win-Win (W3) συνδέοντας τα καταστήματα πώλησης τροφίμων (φούρνους, εστιατόρια, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία κτλ.) με τους περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένους καταναλωτές. Σύμφωνα με τον κ. Κοκκορό, η σχέση W3 μπορεί να επιτευχθεί όταν:

  • Οι επιχειρήσεις μπορούν να αυξήσουν τα έσοδά τους πουλώντας πλεονάσματα (επίτευξη επιστροφής του food cost πίσω στην επιχείρηση) που διαφορετικά θα απορρίπτονταν. Μια βιώσιμη αύξηση του εισοδήματος για τις επιχειρήσεις θα βοηθήσει στη διασφάλιση και τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας.
  • Οι καταναλωτές μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα υψηλής ποιότητας σε μειωμένη τιμή. Η πώληση των πλεονασματικών ειδών σε χαμηλότερο κόστος θα μπορούσε να βοηθήσει το κοινό με περιορισμένο εισόδημα να αγοράζει τρόφιμα που κανονικά θα ήταν πάνω από την αγοραστική του δύναμη.
  • Η σπατάλη τροφίμων μπορεί να αποφευχθεί συμβάλλοντας σε έναν πιο βιώσιμο πλανήτη. Λιγότερα απόβλητα τροφίμων που παράγονται σημαίνει λιγότερα τρόφιμα που θαμμένα σε χωματερές και επομένως, λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Μακροπρόθεσμος στόχος η επέκταση της εφαρμογής και σε αγορές εκτός Ελλάδας
«Σκοπός αυτής της επιχειρηματικής κίνησης είναι, σε πρώτο χρόνο, να δούμε κατά πόσο ανταποκρίνεται η εγχώρια αγορά σε ένα τέτοιο εγχείρημα, με τα πρώτα δείγματα να είναι κάτι περισσότερο από ενθαρρυντικά, και κατά τη διάρκεια του έτους που διανύουμε, η εφαρμογή θα είναι διαθέσιμη σε όλη την Ελλάδα με συνεργασίες ανά την επικράτεια» αναφέρει στο FOODReporter ο CEO της Bring It Back, συμπληρώνοντας ότι ο μακροπρόθεσμος στόχος του είναι η εφαρμογή να επεκταθεί και σε χώρες του εξωτερικού.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter